Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου, 2020

Άρθρο για τον απόηχο διαδικασίας επιλογής Διευθυντών

diefthintesΑγαπητοί αναγνώστες

Με το άρθρο μου αυτό θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις στον απόηχο της διαδικασίας για την ανάδειξη νέων δ/ντων σχολικών μονάδων. Όταν για πρώτη φορά έγιναν συζητήσεις στον εκπαιδευτικό χώρο γύρω από τη συμμετοχή με ψήφο του Συλλόγου διδασκόντων του σχολείου στη διαδικασία επιλογής των δ/ντων εκφράστηκαν κάποιες ενστάσεις γύρω από τον τρόπο με τον οποίο αυτή θα μπορούσε να γίνει. Τις ενστάσεις αυτές τις έκανε πιο έντονες η δημοσίευση του νόμου 4327 και πιο συγκεκριμένα του άρθρου 19 που ορίζει τα κριτήρια επιλογής των νέων δ/ντων. Δυστυχώς το πέρας της διαδικασίας όχι μόνο τις επιβεβαίωσε αλλά και άφησε ανοιχτές πληγές σε πάρα σχολεία της χώρας. Άποψή μου είναι ότι η γενεσιουργός αιτία των δεινών που προκάλεσε η νέα διαδικασία βρίσκεται στη ίδια τη δομή του νόμου. Πιο συγκεκριμένα : Ο νόμος ορίζει τέσσερεις πηγές μοριοδότησης των υποψηφίων. Το κριτήριο της επιστημονικής και παιδαγωγικής συγκρότησης με άριστα τα (9-11) μόρια ανάλογα με τον τύπο της μονάδας , την υπηρεσιακή κατάσταση με άριστα τα (11) μόρια, τη διοικητική και καθοδηγητική εμπειρία με άριστα τα (3) μόρια και τη συμβολή στο εκπαιδευτικό έργο- προσωπικότητα με άριστα τα (12) μόρια. Η τελευταία αυτή πηγή μοριοδότησης εξαρτάται από τη γνώμη των μελών του συλλόγου του σχολείου που θέτει υποψηφιότητα ο κάθε ενδιαφερόμενος και εκφράζεται δια της ψήφου. Το παράδοξο είναι ότι ενώ το άριστα των μορίων για τις τρείς πρώτες περιπτώσεις μπορεί να το πιάσει απεριόριστος αριθμός υποψηφίων το άριστα της τέταρτης πηγής, το άριστα του συλλόγου δηλ. το παίρνει μόνο ένας. Το σημείο ακριβώς αυτό καθιστά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας του συλλόγου απολύτως καθοριστικό για την τελική επιλογή. Το προηγούμενο σύστημα εκλογής κατηγορήθηκε ότι μπορεί να αλλοιώσει τα αντικειμενικά μόρια των υποψηφίων ευνοώντας με τα μόρια της συνέντευξης κάποιους έναντι άλλων. Εν μέρει αυτό μπορούσε να γίνει αν και το σύστημα επιλογής του 2010 άφηνε πολύ λιγότερα περιθώρια σε σχέση με το παρελθόν. Η απόδοση μορίων με βάση τη συνέντευξη μπορεί να έδινε μικρό προβάδισμα μορίων σε κάποιον υποψήφιο έδινε όμως τη δυνατότητα σε απεριόριστο αριθμό ενδιαφερομένων να πάρουν το άριστα. Ήταν άλλωστε σπανιότατες οι περιπτώσεις που διαμέσου της συνέντευξης καλύφθηκε διαφορά μεγαλύτερη των δυο μορίων μεταξύ υποψηφίων που είχαν σχεδόν τα ίδια αντικειμενικά μόρια. Με το καινούργιο σύστημα, σε περίπτωση που έχουμε περισσότερους του ενός για μια θέση, κάποιος παίρνει ένα αριθμό μορίων σύμφωνα με τους ψήφους που θα λάβει και κάποιος άλλος αφού περάσει ένα πλαφόν ψήφων (20%) το υπόλοιπο. Απ’ ότι εύκολα μπορεί να καταλάβει ο καθένας ότι έχει κατοχυρώσει ο κάθε υποψήφιος με τη πορεία του στον εκπαιδευτικό χώρο (επιστημονικά προσόντα, διδακτική και διοικητική εμπειρία) μπορούν αυτομάτως να ακυρωθούν με τη ψηφοφορία. Θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα προκειμένου αυτό να γίνει περισσότερο κατανοητό. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε δυο υποψηφίους οι οποίοι έχουν ίδιο αριθμό μορίων από αυτό που ονομάζουμε διδακτική και διοικητική εμπειρία. Ο ένας είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου, έχει πιστοποίηση επάρκειας στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και είναι κάτοχος πτυχίου ξένης γλώσσας στο ανώτερο επίπεδο. Έχει δηλ. 4 μετρήσιμα αντικειμενικά μόρια από αυτό που λέμε επιστημονική συγκρότηση. Ο άλλος υποψήφιος δεν έχει κανένα άλλο επιστημονικό προσόν πέραν του βασικού πτυχίου που απαιτείται για το διορισμό του. Πριν την ψηφοφορία του συλλόγου διδασκόντων ο πρώτος υποψήφιος έχει 4 μόρια διαφορά από τον άλλο τα οποία οφείλονται στην κατά τεκμήριο επαρκέστερη επιστημονική του συγκρότηση. Σε μια πιθανή περίπτωση που ο πρώτος υποψήφιος πάρει στη ψηφοφορία του Συλλόγου 30% τότε θα προσθέσει στην υποψηφιότητά του (30Χ 12: 100)=(3,6) μόρια ενώ ο άλλος θα πάρει τα εναπομείναντα (12-3,6)=(8,4) μόρια, πράγμα που σημαίνει ότι υπερισχύει για την τελική επιλογή. Απ΄ότι καταλαβαίνεται ένα σενάριο ψηφοφορίας στην οποία ένας υποψήφιος λαμβάνει 80% των ψήφων και ο άλλος 20% αυτός που λαμβάνει το μεγάλο ποσοστό μπορεί να καλύψει ακόμα και διαφορά 9,5 μονάδων από τα λεγόμενα αντικειμενικά μόρια. Τα συμπεράσματα δικά σας. Το σίγουρο είναι ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο με το σύστημα επιλογής των προηγούμενων κρίσεων τα μέλη της επιτροπής δεν θα έβρισκαν μέρος να κρυφτούν. Είναι σαν ένας καθηγητής Πανεπιστημίου αυξημένων προσόντων να προσχωρεί σε μια τέτοια διαδικασία και να αποτυγχάνει.

Εκτός όμως από την ίδια του τη δομή ο συγκεκριμένος τρόπος επιλογής προκάλεσε απτά αποτελέσματα:

  1. Όχι μόνο δεν εξέλιξε τα πράγματα αντίθετα φρόντισε ώστε αυτά να μείνουν στατικά αφού εμπόδισε υγιείς δυνάμεις να εισέλθουν στο χώρο και να δοκιμαστούν αλλά και πετυχημένους στο έργο τους εκπαιδευτικούς να βελτιώσουν τη θέση τους. Για παράδειγμα στα μισά σχολεία της Α΄ Περιφέρειας Αιτ/νιας είχαμε μια μόνο υποψηφιότητα από τους νυν δ/ντες.
  2. Δημιουργεί ανισότητες αφού είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να εκλεγεί από ένα σύλλογο που δεν τον γνωρίζει. Είναι επίσης πολύ δύσκολο σε νέους ανθρώπους με αυξημένα προσόντα να δοκιμαστούν σε σχέση με τους παλαιότερους δ/ντες.
  3. Διαιρεί τις σχολικές κοινότητες αφού μοιραία δημιουργούνται εστίες αντιπαράθεσης από μια διαδικασία που αφήνει ανοιχτούς λογαριασμούς που είναι πολύ δύσκολο να κλείσουν στο μέλλον.
  4. Όχι μόνο δεν ισορροπεί τι ς καταστάσεις αλλά αντίθετα αφήνει διάχυτο το αίσθημα της αμφισβήτησης. Ήδη αρκετά σημαντικός αριθμός εκπαιδευτικών έχει προσφύγει στο ΣΤΕ. Ακόμη και το καλύτερο αποτέλεσμα αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Πώς αλήθεια θα διοικήσει ένα σχολείο κάποιος ο οποίος έχει εισπράξει αμφισβήτηση από ένα μεγάλο ποσοστό του συλλόγου διδασκόντων; Πως αλήθεια θα διοικήσει κάποιος του οποίου θα αμφισβητούνται διαρκώς τα αντικειμενικά προσόντα και η επιτυχία του θα αποδίδεται στην ικανότητά του να δρα παρασκηνιακώς; Πως θα εξηγηθεί σε κάποιον η τόσο μεγάλη ανατροπή που επέρχεται στα τελικά του μόρια μετά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας; Ακόμη και σε περίπτωση μοναδικής υποψηφιότητας ο ενδιαφερόμενος πρέπει υποχρεωτικά να εξασφαλίσει καθολική αποδοχή. Μόνο τότε μπορεί να πάρει το σύνολο των μορίων που προβλέπονται. Κάτι τέτοιο δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να προκύψει με αβίαστο τρόπο ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σχολείων με πολλά μέλη. Αν αντιθέτως η αποδοχή του δεν είναι καθολική τότε μένουν σκιές και αρχίζει μια διαρκής εσωστρέφεια, για το ποιος μπορεί να είναι αυτός που αποδοκιμάζει, αφού σπάνια εκείνος έχει το θάρρος να εκφραστεί ανοιχτά και να δικαιολογήσει τη στάση του.
  5. Παρ’ όλες τις αγαθές προθέσεις εκ του αποτελέσματος φάνηκε ότι η εκπαιδευτική κοινότητα δεν εκφράστηκε σε πολλές περιπτώσεις κατά συνείδηση. Είναι πάρα πολλά τα παραδείγματα με ονοματεπώνυμο μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν από υποψηφίους και την ομάδα τους (τετα- τετ συναντήσεις, απειλές, βουλευτικές παρεμβάσεις, εκβιασμοί). Και επειδή το ταγκό θέλει πάντα δυο οι συμπεριφορές αυτές δεν αφορούν μόνο αυτόν που τις εφαρμόζει αλλά και αυτούς που έχουν δημιουργήσει το έδαφος να καλλιεργηθούν.
  6. Κονιορτοποιεί τέλος αξιολογότατους κατά τα άλλα ανθρώπους που πιθανά δεν έχουν πρόβλημα με τους συναδέλφους τους απλά δεν γνωρίζουν τα τερτίπια του να εκτίθεσαι στη λαϊκή ετυμηγορία.

Θα κλείσω απαντώντας σε πιθανά ρητορικά ερωτήματα προτείνοντας ταυτόχρονα τρόπους επιλογής δ/ντων σχολείων και στελεχών εκπαίδευσης γενικά, καθότι κριτική χωρίς προτάσεις είναι στείρα και καινή περιεχομένου. Το πρώτο λοιπόν ερώτημα που γεννιέται στον αναγνώστη αυτού του άρθρου είναι. Πρέπει τελικά να συμμετέχει ο σύλλογος διδασκόντων στην επιλογή των δ/ντων ή οι δ/ντες μεταγενέστερα στην επιλογή του δ/ντη εκπαίδευσης; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Η μόνη εύκολη απάντηση είναι ότι στη πράξη αποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση στελεχών εκπαίδευσης είναι ένα δύσκολο πρόβλημα πολυπαραγοντικό που δεν αφήνει περιθώριο πανηγυρισμών του τύπου «οι εκπαιδευτικοί μίλησαν, πήραν την κατάσταση στα χέρια τους και το δίκαιο αποκαταστάθηκε». Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το τρέχον σύστημα δημιούργησε περισσότερα προβλήματα από αυτά που ήρθε να λύσει. Σε μια βελτιωμένη εκδοχή του και με την υπόθεση ότι απαιτείται οπωσδήποτε η συμμετοχή του συλλόγου διδασκόντων στην επιλογή δ/ντων θα μπορούσαν να γίνουν τα εξής:

  1. Οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί να βαθμολογούν τον υποψήφιο δ/ντη σε επί μέρους προσόντα όπως συμβαίνει στην αξιολόγηση πανεπιστημιακών δασκάλων σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Από αυτήν την επί μέρους βαθμολογία θα έβγαινε ένας μέσος όρος. Αυτός ο μέσος όρος επί του ανώτατου αριθμού μορίων που αντιστοιχούν στη συμμετοχή του συλλόγου θα έδινε τα τελικά μόρια στον υποψήφιο.
  2. Οι υποψήφιοι δ/ντες θα είχαν «προίκα» τον αριθμό μορίων του συλλόγου στον οποίο ανήκουν.
  3. Δεν θα υπάρχει κανένας περιορισμός όσον αφορά τον αριθμό των σχολείων που θα έχει ο κάθε υποψήφιος να επιλέξει. Έτσι εξασφαλίζεται ότι οι πλέον άξιοι από ένα ενιαίο πίνακα κατάταξης θα αναλάβουν τις θέσεις ευθύνης δίνοντας στις διαδικασίες τη μέγιστη δυνατή αξιοπιστία. Έτσι θα δινόταν η δυνατότητα διεκδίκησης σε όλους τους υποψηφίους και θα έσβηνε η τόσο ακυρωτική λογική ότι εσύ κάνεις και εσύ είσαι άχρηστος.
  4. Θα μπορούσε επίσης να διευρυνθεί το σώμα που γνωμοδοτεί για τους υποψήφιους έτσι ώστε να μην παρατηρείται το φαινόμενο για ένα σύλλογο ο υποψήφιος να είναι άριστος και για κάποιον άλλο να μην είναι ικανός να πάρει ούτε το 20%. Ποιος αλήθεια από τους δυο συλλόγους έχει την ορθή κρίση ; Δεν ακυρώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο η πρόθεση του νόμου ; Με ποιά λογική επίσης εκφράζει άποψη κάποιος εκπαιδευτικός που συμμετέχει σ’ ένα σύλλογο διδασκόντων ενός σχολείου για πρώτη φορά στη ζωή του και πιθανά να μην ξανασυμμετάσχει ποτέ, σε πολλές δε περιπτώσεις από τα μισά και ύστερα της σαιζόν; Δεν γνωρίζουν άραγε οι ιθύνοντες ότι οι Σύλλογοι διδασκόντων στις σημερινές δύσκολες εποχές αλλάζουν τουλάχιστον κατά 40% κάθε χρόνο;

Για να μην υπάρξει καμιά παρεξήγηση είμαι από εκείνους που θεωρούν ότι ο σύλλογος διδασκόντων είναι πολύ σημαντικός για κάθε σχολική μονάδα αφού είναι το ανθρώπινο κεφάλαιό της. Σύμφωνα με τις αρχές διοίκησης αλλά και την κοινή λογική η ενίσχυση και η ενδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαίτερα για τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που δεν στηρίζονται σε πλούσιους υλικούς πόρους, είναι εκ’ των ουκ άνευ. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο εκάστοτε δ/ντης μπορεί να ασκεί διοίκηση επιφυλασσόμενος έναντι μιας πιθανής αποδοκιμασίας δια της ψήφου. Πιστεύω ότι ένα οργανωμένο και αξιοκρατικό σύστημα διοίκησης μπορεί να βρει διαδικασίες κρίσης που να εξασφαλίζουν το μέγιστο βαθμό αντικειμενικότητας. Συμβούλια κρίσης π.χ στελεχωμένα με ανθρώπους από ανώτατες σχολές διοίκησης που έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία (επιστημονικά προσόντα, εμπειρία) και τα οποία θα ορίζονται κεντρικά θα μπορούσαν να αναλάβουν την διαδικασία ανά περιφέρεια απαλλαγμένα από συνθήκες εξάρτησης και εντοπιότητας. Έτσι η απόδοση μορίων στους υποψηφίους διαμέσου της συνέντευξης θα εξασφάλιζε τη μέγιστη δυνατή αποδοχή. Δυστυχώς οι συνθήκες στη χώρα μας δεν έχουν ακόμα ωριμάσει ώστε να επιτρέπουν την αποδοχή τέτοιων διαδικασιών χωρίς καχυποψία. Όσον αφορά μια διαδικασία που προβλέπει τη συμμετοχή του συλλόγου διδασκόντων αυτή πρέπει να επανασχεδιαστεί εκ του μηδενός. Θεωρώ ότι παραπάνω εξέθεσα κάποιες απόψεις που μπορούν να βοηθήσουν. Θα ήθελα να κλείσω με μια ευχή η οποία είναι και προτροπή ταυτόχρονα. Φωτισμένα μυαλά να σκύψουν πάνω από τα θέματα της παιδείας. Τα ζητήματα παιδείας είναι σύνθετα, θέλουν εις βάθος μελέτη, ευρείες συναινέσεις και μια λογική αντιμετώπισης που θα στηρίζεται σε μια ολιστική προσέγγιση εγκαταλείποντας τη λογική της επιδερμικής αντιμετώπισης ή του πρόχειρου ξεπετάγματος απλά και μόνο για να κάνουμε θόρυβο κερδίζοντας πρόσκαιρες επικοινωνιακές εντυπώσεις.

Με τιμή

Ηλίας Ν. Γουβέλης Msc Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Αθλ/κων Οργανισμών & Επιχειρήσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Δ/ντης Γυμνασίου Νεοχωρίου Αιτ/νιας

 

Θέματα που ενδιαφέρουν

1 Σχόλιο

  1. Ανδρέας

    Πέστα Χρυσόστομε!!!!….. Επιτέλους και κάποιες απόψεις που δίνουν αισιοδοξία για το μέλλον, των παιδιών μας…. Ευχαριστώ για το χρόνο που διαθέσατε και δημοσιεύσατε τις απόψεις σας. Να είστε καλά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.