Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου, 2020

Είναι το περίφημο «Αρχαιολογικό Μουσείο» πανάκεια;

Το παράδειγμα του Κέντρου Μελετών Γλυπτικής, πού κόλλησε και ένα ξένο παράδειγμα…

Είναι το περίφημο «Αρχαιολογικό Μουσείο» πανάκεια;



Γράφει ο Γιάννης Συμψηρής

Είναι γνωστό ότι αυτό το Σάββατο του Λαζάρου στο Μεσολόγγι θα είναι μια μέρα διαμαρτυρίας από μια ομάδα πρωτοβουλίας που θέλει να φωνάξει για την υποβάθμιση της Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου. Και όταν λέμε «υποβάθμιση» εννοούμε το…πεντάπτυχο Εφετείο, Στρατός, ΤΕΙ, Νοσοκομείο, Αρχαιολογικό Μουσείο. Δεν ωφελεί να γίνει η αναδρομή τι έγινε για πολλά χρόνια στη πόλη, όταν η αναλογία φοιτητών και στρατιωτικών με τους γηγενείς ήταν από τις πιο…δυσανάλογες στη χώρα. Αν δηλαδή υπήρξαν επενδύσεις και σε ποιον τομέα, αν λύθηκαν τα θέματα σχεδίου πόλης και το οικιστικό και να μπήκε μπροστά η βαριά βιομηχανία που λέγεται «Λιμνοθάλασσα». Γιατί στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να θυμηθούμε και το αντίστοιχο του Αγρινίου που για πάνω από μια δεκαετία έπεφταν στην πόλη περίπου 50 εκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς, άκοπα, από τις αγροτικές επιδοτήσεις (αγροτών που είχαν και χρόνο…) και ελάχιστα αυτό μετατράπηκε σε επενδυτικές πρωτοβουλίες και σε ανάπτυξη, πλην καφετεριών, αντιπαροχών και χτισίματος κατοικιών που τώρα αναζητούν αγοραστές.
Αφορμή για το παρόν άρθρο, είναι το σκέλος του Αρχαιολογικού Μουσείου, στο βαθμό που και οι δυο πόλεις φαίνεται να νομίζουν πως όποιος το φτιάξει, υποσκελίζει τον άλλο και… καπελώνει την μουσειακή ζωή του(ανύπαρκτου έτσι κι αλλιώς) νομού. Στο μεν Μεσολόγγι υποστηρίζεται ότι υπάρχουν οι υπηρεσίες και οι υποδομές μαζί με χώρους έτοιμους να διατεθούν, στο, δε, Αγρίνιο αντιτείνεται το επιχείρημα της αγοράς από το Ελληνικό Δημόσιο των Καπναποθηκών Παπαπέτρου ακριβώς με τον ίδιο σκοπό. Και επισημαίνεται ότι μια τόσο μεγάλη επένδυση και ένας τόσο μεγάλος και λειτουργικός χώρος δεν μπορεί πια να βρεθεί και να υποστηριχτεί…

Το Κέντρο Μελετών
Είναι όμως πανάκεια η δημιουργία ενός αρχαιολογικού χώρου για τις τοπικές οικονομίες; Θα σημάνει στ’ αλήθεια την αλλαγή των όρων επισκεψιμότητας για όποια πόλη «πάρει» αυτό το λάφυρο; Θα έρθουν οι τουρίστες εύκολα να κάνουν βιώσιμο και παραγωγικό ένα τέτοιο χώρο; Μάλλον πρόκειται για την γνωστή κοντόφθαλμη λογική του «δώσε και σε μένα μπάρμπα» που μας έμαθε το σύστημα να επικαλούμαστε εδώ και δεκαετίες. Και ειδικά η διαμεσολάβηση σωτήρων πολιτικών που όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν. Το σύστημα θυμίζουμε που έχει ήδη καταρρεύσει.
Έχει ενδιαφέρον να δούμε ένα καλό παράδειγμα: Τη μέχρι στιγμής μοίρα του «Κέντρου Μελετών-Σύγχρονη Γλυπτική και Περιβάλλον στο Αγρίνιο» που είχε ομόφωνα αποφασιστεί στο Δημοτικό Συμβούλιο της 12ης Μαΐου 2009, να δημιουργηθεί στην πόλη σε οικόπεδο που θα δωρίσει ο δήμος στη θέση Ρουπακιά. Τότε γινόταν λόγος για τη σηματοδότηση της καταγραφής της πόλης του Αγρινίου στον ευρύτερο πολιτιστικό χάρτη της χώρας μας, κάνοντας την σημείο αναφοράς
και πόλο έλξης. «Σύμφωνα με την πρόταση του γλύπτη Θόδωρου, σκοπός τουκέντρου, στο οποίο θα συγκεντρωθεί σχεδόν το σύνολο των έργων του καλλιτέχνη, είναι η μελέτη και η έρευνα της Γλυπτικής Τέχνης ως πολιτισμική δραστηριότητα στα πλαίσια του Σύγχρονου Πολιτισμού σε σχέση με το περιβάλλον, φυσικό και τεχνητό, όπου η σύγχρονη τέχνη εννοείται ως
καταλύτης για την ποιότητα του περιβάλλοντος, για την ποιότητα ζωής.
Επίσης παράλληλος σκοπός είναι η ανάδειξη το έργου των καλλιτεχνών της ευρύτερης περιοχής που ερευνούν και εργάζονται για τους ίδιους στόχους» έλεγε το ενημερωτικό δελτίο ενώ ο δήμαρχος της πόλης τόνιζε πως το «Κέντρο Μελετών θα είναι ένας δυναμικός χώρος έκφρασης και δημιουργίας με ερευνητικό περιεχόμενο, γεγονός που θα αναβαθμίσει συνολικά το πνευματικό πολιτιστικό αλλά και κοινωνικό γίγνεσθαι της πόλης και της ευρύτερης περιοχής.»
Ανακαλύψαμε λοιπόν ότι σε αυτή την προσπάθεια δεν ήταν μόνο ο γλύπτης Θόδωρος και ο δήμος Αγρινίου. Ήταν και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που ο Θόδωρος θέλησε να βάλει στον παρονομαστή για να δώσει κύρος και ώθηση στο εγχείρημα. Δεν ήθελε, άλλωστε, να καταλήξει η όλη προσπάθεια, όπως λένε όσοι τον γνωρίζουν, σαν την έκθεση Καπράλου στην Πινακοθήκη, η οποία είναι πια, κατά τη γνώμη και του ιδίου και πολλών ανθρώπων της τέχνης, απλά ένα νεκροταφείο τέχνης χωρίς επισκέψεις. Ο ίδιος ο Θόδωρος, επίσης, δεν θέλησε σε καμιά περίπτωση να στελεχωθεί το Κέντρο Μελετών που οραματίστηκε με μια στρατιά διορισμένων υπαλλήλων, δημοτικών ή δημοσίων, αλλά αντίθετα θέλησε να δει την προσφορά του να στελεχώνεται από επιστήμονες και καλλιτέχνες που θα έδιναν στη προσπάθεια όχι μουσειακή διάσταση αλλά ερευνητική, με το ανάλογο κύρος. Δυστυχώς η σχέση του με το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και οι διαβεβαιώσεις που υπήρχαν για συμμετοχή του στο εγχείρημα, διαψεύστηκαν καθώς ήταν άλλες οι προτεραιότητες της επί χρόνια Διευθύντριάς του, κ. Άννας Καφέτση που τελικά υπαναχώρησε στη στήριξη της όλης προσπάθειας, πιθανώς γιατί και η ίδια δεν είχε χρόνο, καθώς ασχολήθηκε και με τα κοινά από το κομματικό μετερίζι που υποστηρίζει. Σημειωτέον ότι το θέμα πίκρανε πολύ τον γλύπτη και τον έκανε να αναθεωρήσει πολλά, αν και πρόσφατα διαφάνηκε μια αχτίδα αισιοδοξίας καθώς ο γλύπτης από το καλοκαίρι θα συνεργάζεται πια με το Μουσείο Μπενάκη και υπάρχουν καλές προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση της όλης προσπάθειας με το κύρος και τη στήριξη του τελευταίου.
Τι άλλο μας διδάσκει όμως αυτή η ιστορία με το Κέντρο Μελετών για τη γλυπτική και το περιβάλλον στο Αγρίνιο, από το ότι δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε την κρατική επιφοίτηση ή και ελεημοσύνη, ειδικά όταν κάποιοι θέλουν τον κομματικό τους στρατό στην υπηρεσία της τέχνης; Μήπως τελικά δεν είναι πανάκεια ένα μουσείο και μήπως περιμένουμε πολύ τις εκταμιεύσεις από ανύπαρκτα ταμεία, χωρίς να εξαντλούμε τις δικές μας δυνάμεις;

Ένα ξένο παράδειγμα
Αν για το Μεσολόγγι η Πινακοθήκη Μοσχανδρέου ή η πολλές δράσεις της «Διεξόδου» δίνουν ένα στίγμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας που θα ήταν η απάντηση, στο Αγρίνιο όλοι αναρωτιούνται τι κάνει το κράτος και ο δήμος για το θέμα. Κι όμως μόλις πριν λίγες μέρες έγινε αφιέρωμα σε μια «θνήσκουσα βιομηχανική πόλη που μεταμορφώθηκε σε πολιτιστικό προορισμό» Μιλάμε για το Μπιλμπάο « ένα μέρος ορεινό, βροχερό, εσωστρεφές, όπου οι κάτοικοι απέκτησαν σιγά- σιγά άλλες συνήθειες, η καθημερινότητά τους επηρεάστηκε από τη λειτουργία ενός ιδρύματος με πολιτιστικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα που ζουν σε μια κιβωτό τέχνης». Όπως γράφει η Μαρία Κατσουνάκη στην Καθημερινή «το Μπιλμπάο, στη Χώρα των Βάσκων, πριν από το 1997 ήταν σε μαρασμό. Με το μαγικό άγγιγμα μια τριμερούς συνεργασίας (ενός μεγάλου πολιτιστικού ιδρύματος, της πολιτικής βούλησης και ενός αρχιτέκτονα) συντελέστηκε το θαύμα: Το Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο, στα 14 χρόνια λειτουργίας του, επαναπροσδιόρισε τους άξονές του Μπιλμπάο, επανατροφοδότησε τη ζωή των κατοίκων του. Το 2010, χρονιά παγκόσμιας ύφεσης, το Γκούγκενχαϊμ προσείλκυσε περίπου 1 εκατ. επισκέπτες, 6% περισσότερους από το 2009. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, ο τζίρος γύρω από το πολιτιστικό αυτό κέντρο ανέρχεται σε 193.228.895 ευρώ και συμβάλλει στην τοπική οικονομία, μόνο σε φόρους, 26.315.843 ευρώ. Κατά το 67% είναι πλέον αυτοχρηματοδοτούμενο. Σε περίοδο δε που η ανεργία καλπάζει, συντηρεί 3.853 θέσεις εργασίας.
Γιατί, δηλαδή, εδώ δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο; Ας το σκεφτεί και το Αγρίνιο και το Μεσολόγγι κι ας τσακωθούν ποιος θα μιμηθεί καλύτερα την πρώην άγνωστη Βασκική πόλη…

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.