Σάββατο, Οκτώβριος 19, 2019

«Λίγοι χορεύουν πια…»

Κώστας Αριστόπουλος από καρδιάς

Ο μεγάλος κλαριτζής μιλάει για την πορεία του

Είναι ένας από τους ξακουστούς σύγχρονους κλαριτζήδες. Ο Κώστας Αριστόπουλος είναι «πρεσβευτής» του Αγρινίου αλλά και της χώρας καθώς συχνά ταξιδεύει στο εξωτερικό για συναυλίες. Πολλοί έχουμε ξενυχτήσει σε κάποιο πανηγύρι με τον Κώστα συνεχώς όρθιο και χαμογελαστό να παίζει με μεγάλη δεξιοτεχνία το κλαρίνο του. Το «ΓΕΓΟΝΟΣ» τον συνάντησε συνειδητά σε αυτή τη συγκυρία της κρίσης. Έχει ενδιαφέρον να τον ακούσουμε να εξηγεί πως η κρίση χτύπησε και τα πανηγύρια αλλά να μάθουμε και από τα μαθήματα της ζωής του.

Ο Κώστας ,όπως πάντα γλυκομίλητος, μίλησε στο «ΓΕΓΟΝΟΣ» για την πορεία του, την τέχνη του αλλά και για τις οικονομικές δυσχέρειες των μουσικών. «Σήμερα παρά του ότι ο χορός είναι δωρεάν ο κόσμος και δεν έρχεται στο πανηγύρι και δεν χορεύει. Πολλοί λίγοι χορεύουν πια. Έτσι το μεροκάματο είναι ασήμαντο» λέει το παράπονό του. Δεν είναι το μόνο: « Με το που θα βγει το CD, θα ανέβει στο Internet και κανείς δεν θα το αγοράζει» υπογραμμίζει για να καταστήσει σαφές πως η νέα τεχνολογία επηρέασε τη ζωή των μουσικών . Από την κουβέντα μαζί του αξίζει να κρατήσουμε πολλά. Κυρίως όμως το μήνυμά του: «Εμείς οι Έλληνες παρά τις σημερινές δυσκολίες, θα παλέψουμε και θα τα καταφέρουμε».

Πού γεννήθηκες και μεγάλωσες;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ στο Αγρίνιο και εδώ ζω με την οικογένειά μου. Πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια, φτώχεια με το τσουβάλι . Πατέρας μου ο Θύμιος Αριστόπουλος, από τους μεγάλους κλαριντζήδες της εποχής του. Στην οικογένεια ήμασταν επτά αγόρια και δύο κορίτσια. Τα αγόρια όλα λίγο-πολύ γίναμε μουσικοί.
Εσύ πως ξεκίνησες με το κλαρίνο;
Πρώτος δάσκαλός μου ήταν ο πατέρας μου, αυτός μου έμαθε τα βασικά και εγώ έπαιζα πολλές ώρες την ημέρα για να προχωράω. Έντεκα χρονών με πήρε ο πατέρας μου στο πανηγύρι του Αγγελόκαστρου και άρχισα να καταλαβαίνω τη δουλειά του παραδοσιακού οργανοπαίχτη. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τον Γιάννη τον Βασιλόπουλου, που έπαιξε σε άλλο μαγαζί και παρόλο ήξερα πολλά, μου άρεσε πάρα πολύ.
Τι ακολούθησε στη ζωή σου;
Συνέχισα να μελετάω και να βελτιώνομαι και γρήγορα άρχισα τις τσάρκες στην πόλη μας.
Τι ήταν οι τσάρκες:

Έπαιρνα το κλαρίνο και γύρναγα στις ταβέρνες και τα καφενεία και έπαιζα παραγγελιές και έβγαζα κάποια λίγα χρήματα. Στην αρχή φοβόμουν, σύντομα απέκτησα θάρρος και σε κανα-δυο χρόνια έπαιρνα μαζί μου και καποιο συνομήλικο με κιθάρα ή τουμπερλέκι και η δουλειά πήγαινε καλύτερα. Στη συνέχεια πάντα με παρέα μουσικό, πηγαίναμε στους γάμους και τα βαφτίσια έξω από τις εκκλησίες και στα γιορτάσια, από σπίτι σε σπίτι.
Πότε άρχισες επαγγελματική δουλειά;

Εκεί γύρω στα δεκαπέντε – δεκαέξι χρόνια μου. Αυτό έγινε γιατί ο πατέρας μου επειδή με έβλεπε να προχωράω στο όργανο ,επειδή έπαιζα όλη την ημέρα, άρχισε να με βοηθάει πολύ και να μου μαθαίνει πολλά τραγούδια. Ξεκίνησα με μικρά πανηγύρια σαν δεύτερο κλαρίνο και τα πήγαινα πολύ καλά.
Άλλαξε η ζωή σου τότε;

Φυσικά , δούλευα με τον πατέρα μου, είχα κάποια χρήματα, είχα πολλές παρέες και φυσικά όπως όλοι οι μουσικοί, σύχναζα στο καφενείο του Θεοδωρακόπουλου. Εκεί κλείναμε και τις δουλειές με τους μαγαζάτορες των πανηγυριών που εκεί ερχόντουσαν να βρουν κομπανίες.
Στη συνέχεια τι ακολούθησε;

Από τύχη συνεργάστηκα με την γνωστή τραγουδίστρια Αννούλα Τσακάλου και τον Νίκο Γιαννακάκη που δούλευαν στην Πάτρα. Πήραν τηλέφωνο στον Θεοδωρακόπουλο και ζήτησαν έναν νέο καλό κλαριντζή και αυτός έστειλε εμένα. Στην αρχή όταν με είδαν νεαρούλη στραβομουτσούνιασαν, αλλά μου ζήτησαν να παίξω. Τους άρεσα με κράτησαν και από τότε ακόμη και σήμερα συνεργάζομαι με την κ. Τσακάλου.

Είχες ποτέ κάποιον κλαριντζή πρότυπο;
Ναι είχα τον Γιάννη Βασιλόπουλο. Εξαιρετικός μουσικός και άρχισα να τον παρακολουθώ και να προσπαθώ να τον αντιγράψω.

Γιατί ξεχώριζε ο Βασιλόπουλος;
Πρώτα- πρώτα ο τρόπος που έπαιζε τα παραδοσιακά τραγούδια. Είχε τρομερό φύσημα, όπως λέμε οι κλαριντζήδες. Ακόμη είχε τεράστιο ρεπερτόριο τραγουδιών και ήξερε να χορεύει τον κόσμο. Δηλαδή διάλεγε αυτό το τραγούδι που έπρεπε και τους ξεσήκωνε για χορό.
Είναι αλήθεια ότι το Αγρίνιο έβγαλε και βγάζει καλούς παραδοσιακούς μουσικούς;
Ναι ήταν και είναι αλήθεια αυτό. ¨Έχουμε ολόκληρες φάρες όπου όλοι οι άνδρες είναι παραδοσιακοί μουσικοί σε όλα τα όργανα. Υπάρχουν οι φάρες των Κοκκωναίων, των Θεοδωροπουλαίων, των Καλαμπαλίκιδων, των Αριστοπουλαίων και άλλες που δεν τις ξέρω. Ήταν παράδοση τότε όλοι οι άνδρες να μαθαίνουν όργανα. Δεν θέλω να αναφέρω ονόματα γιατί κάποιους θα αδικήσω…
Υπάρχουν νέοι μουσικοί να συνεχίσουν την παράδοση;
Υπάρχουν πολλοί και καλοί. Μπορώ να αναφέρω δύο. Τον Χρήστο Κατσαμάκη από την φάρα των Κοκκωναίων και τον Μάκη Αριστόπουλο τον γιό μου, που αν συνεχίσουν να μελετάνε και να εργάζονται πολύ, θα πάνε πολύ ψηλά.
Τα παιδιά σου εσύ τα έμαθες όργανα;
Έχω τρεις γιούς, ο Θύμιος παίζει τουμπερλέκι, ο Τάκης κιθάρα και ο Μάκης κλαρίνο. Είναι νωρίς, αλλά ελπίζω ο Μάκης να με αντικαταστήσει επάξια. Οι άλλοι πάνε σε σχολεία αλλά με βοηθάνε όταν μπορούν.
Το επάγγελμα του παραδοσιακού μουσικού έχει μέλλον;
Εγώ πιστεύω πως αν ένα παιδί έχει ταλέντο και όρεξη για να μάθει, θα βρει και τον επαγγελματικό δρόμο του. Στην Ελλάδα δεν γίνεται γλέντι χωρίς παραδοσιακά τραγούδια. Βέβαια υπάρχουν πολλά προβλήματα. Δεν υπάρχουν Σύλλογοι Παραδοσιακών Μουσικών και φροντίδα από το κράτος, έτσι οι μουσικοί δεν έχουν σύνταξη και ασφάλιση. Εγώ βάζω ένσημα στο ΙΚΑ μόνος μου αλλά αυτό δεν μπορούν να το κάνουν όλοι.
Έχεις κάνει καμιά ηχογράφηση;

Έχω κάνει, αλλά αυτό σήμερα δεν έχει καμιά σημασία. Με το που θα βγει το CD θα ανέβει στο Internet και κανείς δεν θα το αγοράζει.

Ποιος είναι ο τίτλος του;
Είναι «Κώστας Αριστόπουλος Τα σόλα μου», αλλά δεν έχει καμιά σημασία. Η τεχνολογία άλλους καταστρέφει και άλλοι βγάζουν λεφτά. Σήμερα τα οικονομικά είναι πολύ δύσκολα.
Παλιότερα τα οικονομικά των μουσικών ήταν καλύτερα;
Σίγουρα, παλιότερα ήταν η χρυσή εποχή. Στα πανηγύρια είχαμε χιλιάδες κόσμο που δεν σταματούσε να χορεύει ολόκληρη την νύχτα, ρίχνοντας χρήματα στους μουσικούς οικιοθελώς, κάτι σαν πουρμπουάρ, η λεγόμενη χαρτούρα . Είχαμε πολύ καλά μεροκάματα, Σήμερα παρά του ότι ο χορός είναι δωρεάν ο κόσμος και δεν έρχεται στο πανηγύρι και δεν χορεύει. Πολλοί λίγοι χορεύουν πια. Έτσι το μεροκάματο είναι ασήμαντο.
Φίλε Κώστα πολλά είπαμε, είναι ώρα να κλείσεις την κουβέντα μας…
Θα την κλείσω, αλλά μέρες που είναι, θέλω να ευχηθώ σε όλους καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα. Θέλω ακόμα να τους πω, ότι εμείς οι Έλληνες παρά τις σημερινές δυσκολίες, θα παλέψουμε και θα τα καταφέρουμε. Ακόμη ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους που με στηρίζουν τόσα χρόνια στη δουλειά μου.

Του Μάκη Γουβέλη-Εφημερίδα  ΓΕΓΟΝΟΣ

 

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.