Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου, 2021

Λογοτεχνικές Μνήμες: Δέκα χρόνια χωρίς τη Διδώ Σωτηρίου (1909-2004)

Λογοτεχνικές Μνήμες: Δέκα χρόνια χωρίς τη Διδώ Σωτηρίου (1909-2004)

κατάλογοςΛογοτεχνικές Μνήμες

Δέκα χρόνια χωρίς τη Διδώ Σωτηρίου (1909-2004)

Panagiotis drelliasΓράφει ο  Παναγιώτης Δρέλλιας*

«Στις μνήμες των ζωντανών έσκυψα. Ακούμπησα, με αγάπη και πόνο τ’ αφτί στις καρδιές τους, εκεί που κρατούν τις θύμησες, όπως το εικονοστάσι, τα βάγια και τα στέφανα…», είναι τα σοφά λόγια της αλησμόνητης Διδούς Σωτηρίου, της συγγραφέως η οποία κατόρθωσε τις προσωπικές της περιπέτειες να τις μετουσιώσει – χάρη στη δημιουργική της πνοή – σε τέχνη της γραφής, σε αυθεντική και ουσιαστική λογοτεχνία.

Πριν δέκα χρόνια (Σεπτέμβριος του 2004) η αγαπημένη Διδώ των Νεοελληνικών Γραμμάτων αποχαιρέτισε τη ζωή, με τον χρόνο φιλεύσπλαχνο μαζί της (ήταν 95 ετών).

Τα βιβλία και τα άρθρα της στον τύπο και τα περιοδικά μίλησαν στις καρδιές όλων των Ελλήνων, γιατί αποτύπωσαν με ξεχωριστό τρόπο την ψυχική της ανάγκη και την ηθική της υποχρέωση να αποτίσει φόρο τιμής στις πληγές του Νεότερου Ελληνισμού (αφανισμός του Μικρασιατικού στοιχείου, Μεταξική δικτατορία, Εθνική Αντίσταση, διώξεις στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, περιπέτεια της Αριστεράς). Με τα εμβληματικά της μυθιστορήματα «Οι νεκροί περιμένουν» (1958) και –κυρίως- «Τα Ματωμένα χώματα» (1962), κείμενα  που εγκλείουν ένα θερμό αφηγηματικό ύφος και μια ρέουσα περιγραφή, κέρδισε την αγάπη του ελληνικού λαού, αλλά και την εκτίμηση του γειτονικού Τουρκικού στοιχείου.

Η φήμη της, τόσο ως συγγραφέως όσο και ως ενεργού – ελεύθερα σκεπτόμενου πολίτη, ξεπέρασε τα όρια της χώρας μας με την ευρεία μετάφραση των έργων της. Η Διδώ Σωτηρίου δεν κατέθεσε μόνο μια μαρτυρία για τον αφανισμό του Μικρασιατικού Ελληνισμού, αλλά συνέβαλε στην αλληλοκατανόηση και την προσέγγιση «των δύο λαών που βρέχονται από την ίδια θάλασσα».

Στα «Ματωμένα Χώματα» η εθνική καταστροφή του 1922 αποσυνδέθηκε από το μίσος, η διήγηση απέκτησε τη ζεστασιά του ανθρώπινου πόνου και ο ξεριζωμός των Ελλήνων έγινε το δράμα όλων των αδύναμων λαών που σφαγιάζονται στο βωμό ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Η ύστατη κραυγή σ’ αυτό το βιβλίο «Καχρ ολσούν σεμπέμ ολαννάρ» (ανάθεμα στους αίτιους) θα πυροδοτεί πάντοτε τα ανθρωπιστικά και αντιπολεμικά μας αισθήματα.

Οι έντονες αναμνήσεις μιας ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας («Παρίσι της Ανατολής», το αποκαλούσε), η μόνιμη πικρία για την προσφυγιά και τον ξεριζωμό του 1922, η προσχώρηση από νωρίς σε γυναικεία απελευθερωτικά κινήματα, η ένταξή της στην παράταξη της Αριστεράς και στο Αντιστασιακό Μέτωπο (το 1945 διαγράφηκε από το ΚΚΕ), οι συνεχείς διώξεις αγωνιστών μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο (με καθοριστικό γεγονός την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, συντρόφου της αδελφής της Έλλης Παππά), προσδιόρισαν το θεματικό – βιωματικό υλικό της πεζογραφίας της.

Τέσσερα μυθιστορήματα: «Οι νεκροί περιμένουν» (1959), «Ματωμένα Χώματα» (1962), «Εντολή» (1959) και «Κατεδαφιζόμεθα» (1982), δύο παιδικά αφηγήματα: «Μέσα στις φλόγες» (1972) και «Επισκέπτες» (1979), μια ιστορική μονογραφία: «Ηλέκτρα» (1961) και μια κοινωνικοπολιτική μελέτη: «Η Μικρασιατική Καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο» (1975) συγκροτούν το λογοτεχνικό της οικοδόμημα για το οποίο τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1989), με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1990) και το Βραβείο Ιπεκτσί (1983) της Επιτροπής Ελληνοτουρκικής Φιλίας.

Για τα «Ματωμένα Χώματα» που την έφεραν στην κορυφή της Ελληνικής, αλλά και της Ευρωπαϊκής,  Λογοτεχνίας, ο κριτικός Β. Βαρίκας σημείωνε: «…Υπάρχουν για τη συγγραφέα όχι Έλληνες και Τούρκοι, αλλά άνθρωποι που υποφέρουν και αντιδρούν στα γεγονότα με τον ίδιο πανομοιότυπο τρόπο, γίνονται θύματα των ίδιων ψυχώσεων και ζουν με το ιδανικό της απλής, ήρεμης και ειρηνικής ζωής». Αξιοσημείωτη θεωρούμε επίσης και την αναφορά του γνωστού ιστορικού Τάσου Βουρνά για το μυθιστόρημα «Εντολή»: «…είναι ένα βιβλίο πολιτικής ευθύνης, γιατί αποκαλύπτει με σπάνια παρρησία τη λαθεμένη πολιτική της Αριστεράς, που οδήγησε σε καταστροφή το Κίνημα και μετέβαλε τον απέραντο χώρο του – όπου κινούνταν ένας ολόκληρος λαός – σε φυλακές και στρατόπεδα, στα οποία έδιναν την ύστατη μάχη μια χούφτα ήρωες».

Η Διδώ Σωτηρίου με την ιδιότυπη λογοτεχνική της γραφή τίμησε τις αγωνίες και τους αγώνες του ανώνυμου, του καθημερινού ανθρώπου, «ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΝ ΣΩΣΤΗ ΚΡΙΣΗ ΟΙ ΝΕΟΙ», όπως η ίδια χαρακτηριστικά έλεγε.

                      * Μαθηματικός, πτυχ. ΦΠΨ, MSc Φιλοσοφίας  (panagd@otenet.gr)

 

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.