Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου, 2020

Προβολή Ταινίας από την Κινηματογραφική Λέσχη Μεσολογγίου

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

www.cinemes.gr

 

ΚΥΡΙΑΚΗ  07-10-2012  ΩΡΕΣ: 7-9 & 9-11 μ.μ.

ΔΕΥΤΕΡΑ  08-10-2012  ΩΡΕΣ: 7-9 & 9-11 μ.μ.

 

Το Βαθύ Μπλε του Έρωτα

The Deep Blue Sea

 

Ρομαντική, Δραματική

Διάρκεια: 98′

Εταιρεία Διανομής: Seven Films – Spentzos Film

 

Σκηνοθεσία: Τέρενς Ντέιβις

Ηθοποιοί:  Ρέιτσελ Βάιζ, Τομ Χίντλεστον, Σάιμον Ράσελ Μπιλ

 

 

Στο Λονδίνο του 1950 μια νέα γυναίκα που είναι παντρεμένη με έναν δικαστή αφήνει τον άντρα της για έναν γοητευτικό πρώην πιλότο, ο οποίος όμως δεν συμμερίζεται το δικό της ερωτικό πάθος.

 

Με ταινίες όπως οι «Μακρινές φωνές, ασάλευτες ζωές» και «Η μεγάλη μέρα τελειώνει», o Τέρενς Ντέιβις, μεγάλο, μα και υποτιμημένο ταλέντο του βρετανικού κινηματογράφου των τελευταίων 30 χρόνων, εξακολουθεί να πορεύεται μοναχικά και εκτός συστήματος, όπως έκανε πάντοτε. Χαμηλών τόνων αλλά ουσιαστικός καλλιτέχνης, μπολιασμένος στην ανεξάρτητη σκηνή, απολύτως συνεπής στο σινεμά που έχει αποφασίσει ότι τον εκφράζει και ανίδεος από έννοιες όπως show business και box office, ο Ντέιβις είναι ένας ιεραπόστολος του κομψού ρετρό και ένας σχολαστικός μελετητής των πτυχών της πολυσύνθετης ανθρώπινης φύσης.

Ίσως για όλους αυτούς τους λόγους το θεατρικό έργο «Το βαθύ μπλε του έρωτα» του Τέρενς Ράτιγκαν (1911-1977) να ταίριαξε τόσο πολύ στο υψηλής αισθητικής ύφος του Ντέιβις, ο οποίος το μετέφερε πέρυσι στον κινηματογράφο, στην ταινία που προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη. Το έργο έχει όλα τα υλικά με τα οποία ο Ντέιβις θα μπορούσε να διαπρέψει – κάτι που γίνεται.

Κατ’ αρχάς από τον ιδιαίτερο τίτλο του και μόνο πηγάζει αμέσως η αντίθεση που χειρίζεται τόσο μαεστρικά ο Ράτιγκαν στο χαρτί και ο Ντέιβις με την εικόνα: ο τίτλος προκύπτει από τη φράση «Ανάμεσα στον Διάβολο και στη βαθιά μπλε θάλασσα» («Between the Devil and the deep blue sea»), που στα ελληνικά αντιστοιχεί στο «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».

Πραγματικά, στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκουμε την Έστερ, μια καταθλιπτική γυναίκα η οποία τρώγεται μέσα της, ανήμπορη να επιλέξει ανάμεσα στην ανασφάλεια της επίφοβης ζωντάνιας του ερωτικού πάθους και στη σύμβαση μιας «νεκρής» ζωής που δεν μπορεί να αντέξει. Το σκηνικό φόντο παίζει επίσης τεράστια σημασία, γιατί βρισκόμαστε στο μεταπολεμικό, παρακμιακό, πρώην ηγεμονικό Λονδίνο, και μάλιστα σε μια βαριά στιγμή της ιστορίας του• ένα στοιχείο που επίσης δίνει χώρο στον Ντέιβις να παίξει σε ένα χώρο που γνωρίζει πολύ καλά, καθ’ ότι το παρελθόν τον ενδιαφέρει.

Η Έστερ, την οποία έχει υποδυθεί στον κινηματογράφο και η Βίβιαν Λι (σε μια ταινία του 1955, σε σκηνοθεσία Ανατόλ Λίτβακ), είναι μια ηρωίδα που κάθε ηθοποιός ερωτευμένη με τη δουλειά της θα ήθελε κάποια στιγμή να υποδυθεί. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη επιλογή από αυτήν της Ρέιτσελ Βάιζ. Ο ρόλος τής ταιριάζει γάντι και στα χέρια του Ντέιβις τη βλέπουμε για πρώτη φορά τόσο εύθραυστη, τόσο τρωτή, σαν να είναι φτιαγμένη από τσιγαρόχαρτο. Συγχρόνως, η φιγούρα της Έστερ αντανακλά γενναιότητα, διότι είναι μια γυναίκα που επιτέλους κάνει κάτι, μια φιγούρα κομβικής σημασίας στην εξέλιξη της γυναίκας της βρετανικής κοινωνίας, ο σπόρος των αλλαγών και των μεταβάσεων που άρχισαν να ωριμάζουν στην Αγγλία την αμέσως επόμενη δεκαετία του 1960.

Ένα ακόμη στοιχείο που βοηθά τον Ντέιβις να διαπρέψει είναι εκείνο της μουσικής γιατί οι σκηνές όπου παρέες στις παμπ τραγουδούν επιτυχίες της δεκαετίας του 1940, από το «We’ll meet again» της Βέρα Λιν ως το «You belong to me» της Τζο Στάφορντ, είναι από τις συναρπαστικότερες της ταινίας, αναδίδοντας έναν γλυκό αέρα νοσταλγίας που σε κάνει να ανατριχιάζεις.

Το έργο έχει όλα τα διακριτικά του μελό και ίσως να μην έχει την πυκνότητα του μυθιστορήματος «Το τέλος μιας σχέσης» του Γκρέιαμ Γκριν με το οποίο μοιάζει. Ωστόσο αντιμετωπίζει με τέτοια τρυφερότητα και αγάπη τους ήρωές του που αποφεύγει έξυπνα την παγίδα του συναισθηματισμού. Διακρίνεις την πνευματώδη σκηνοθετική προσέγγιση του Ντέιβις ακόμη και στις σιωπές της ταινίας. Άπαξ και δεν κρίνεται απαραίτητο, τον πρώτο λόγο έχει η σιωπή, όπως πολύ λογικά συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις. Δίπλα στη Βάιζ βρίσκουμε τον Τομ Χίντλεστον, στον ρόλο του ακαλλιέργητου αλλά έντιμου εραστή (βετεράνου της πολεμικής αεροπορίας), και τον Σάιμον Ράσελ Μπιλ, ο οποίος υποδύεται πειστικότατα τον υπερόπτη αλλά εν τέλει αδύναμο (πίσω από την αυστηρότητα του δικαστή) σύζυγο.

Ιδιαίτερη μνεία, τέλος, θα πρέπει να γίνει στη «μουντή» φωτογραφία του Γερμανού Φλόριαν Χοφμάιστερ, που συντρέχει τα μέγιστα στη δημιουργία ατμόσφαιρας.

 

Ζουμπουλάκης Γιάννης (www.tovima.gr)

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.