Δευτέρα, 1 Μαρτίου, 2021

Συγκατοίκηση των νέων με τους γονείς

Συγκατοίκηση των νέων με τους γονείς

Γράφει ο Κώστας Παπαδόπουλος

Τα τελευταία δύσκολα χρόνια δεν έχουμε μόνο οικονομική κρίση η οποία μας έφτασε ήδη σε πλήρη εξαθλίωση, αλλά κι ένα σωρό άλλες δυσάρεστες παράπλευρες επιπτώσεις που προέρχονται απ’ αυτήν. Μια απ’ τις μεγαλύτερες που βιώνεται καθημερινά στα περισσότερα νοικοκυριά είναι και η αναγκαστική – λόγω ανεργίας κι έλλειψης χρημάτων – συγκατοίκηση των σημερινών νέων με τους γονείς. Νέων που, φεύγοντας για σπουδές ή για δουλειές απ’ τη «φωλιά» της οικογένειας με σκοπό να μην ξαναγυρίσουν σ’ αυτήν, αναγκάζονται τώρα να το κάνουν. Και κάτι τέτοιο είναι πολύ δυσάρεστο για τα «μεγάλα παιδιά» πλέον, που βλέπουν τις φτερούγες τους να κόβονται και τα όνειρά τους να γκρεμοτσακίζονται.

Εκείνες που διαταράσσονται περισσότερο από μια τέτοια συγκατοίκηση είναι οι ίδιες οι σχέσεις με τους γονείς (πολλές φορές ανεπανόρθωτα), οι οποίοι ναι μεν χαίρονται – υποσυνείδητα – γιατί ξαναγέμισε το σπιτικό τους, δε γνωρίζουν όμως το πώς πρέπει να φέρονται πλέον προς τους «νέους ενοίκους», αφού δεν πρόλαβαν καν ν’ αποδεχθούν και να συνηθίσουν το χωρισμό, ο οποίος ήταν μια φυσιολογική εμπειρία, δεν πρόλαβαν δηλαδή ν’ απαλλαχθούν απ’ το «σύνδρομο της κενής φωλιάς», το οποίο βίωσαν με την απομάκρυνση των παιδιών τους απ’ το σπίτι και τη δική τους προστασία. Δε μπορούν να συνειδητοποιήσουν ότι ο ψυχισμός αυτών των παιδιών, στην ηλικία που βρίσκονται όταν επιστρέφουν, δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτόν που είχαν – πολλά χρόνια πριν – όταν ήταν υπό την προστασία τους φυσιολογικά. Κι εξαρτώνταν απ’ αυτούς επίσης φυσιολογικά.

Αυτοί οι νέοι άνθρωποι που η οικονομική κρίση τούς ξανάφερε στο γονεϊκό περιβάλλον – το καταπιεστικό πάντα για τα παιδιά περιβάλλον – μόλις είχαν ανεξαρτητοποιηθεί κι απεξαρτηθεί απ’ αυτό, αναγκάζονται τώρα ν’ αποδεχτούν τούτο  ως αναγκαίο κακό. Και μόνο η διαπίστωση ότι έχουν ακόμη ανάγκη βοήθειας απ’ τους γονείς, φτάνει για να τους δημιουργήσει αισθήματα αναξιότητας, κατωτερότητας ή κι ενοχής ακόμα. Κι αναγκάζονται, εκ των πραγμάτων,  ν’ ανέχονται και τυχόν επικρίσεις, συμβουλές ή κι απαιτήσεις ακόμα απ’ τους γονείς. Αυτά, δηλαδή, που τους καταπίεζαν καθημερινά παλιότερα, προτού ανοίξουν τα φτερά τους κι απομακρυνθούν, ζητώντας την ανεξαρτησία τους.

Αναπόφευκτα, μια τέτοια συγκατοίκηση, θα φέρει προστριβές εκατέρωθεν. Γιατί και οι γονείς δε θα μπορούν να μένουν χωρίς καμία απαίτηση, αλλά και οι νέοι θα έχουν – και σωστά – ανάγκη ανεξαρτησίας στις κινήσεις τους. Σε διαφορετική περίπτωση, το αίσθημα «καπελώματος» κι εξάρτησης θα το νιώθουν κι έντονα και διαρκές. Άρα ο ρόλος των γονέων εδώ είναι καταλυτικός  και θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στα λεγόμενά τους και στην εν γένει συμπεριφορά τους. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσουν τους καινούριους «ενοίκους» ως παιδιά, ούτε καν ως μεγάλα παιδιά. Θα πρέπει να πείσουν τους εαυτούς τους ότι κάτι τέτοιο (συγκατοίκηση), στην ουσία είναι ανώμαλο. Το φυσιολογικό θα ήταν η μη επιστροφή. Κι ότι τώρα η εξάρτηση απ’  τους γονείς, όχι μόνο επανέρχεται για τα παιδιά, αλλά ισχυροποιείται κιόλας. Και η προσπάθεια επίτευξης των κοινωνικών κι άλλων στόχων τους δυσχεραίνεται αφάνταστα. Άμεση, λοιπόν, η ανάγκη να βρεθεί η «χρυσή τομή». Για να μην έχουμε συρρίκνωση της ανεξαρτησίας κι αλλοίωση της προσωπικότητας. Και η συγκατοίκηση αποβεί τελικά αθεράπευτα επιβλαβής.

Εκείνο, λοιπόν, που θα πρέπει να επιδιωχθεί οπωσδήποτε, είναι η αλληλοκατανόηση. Και οι δύο πλευρές – πρώτ’ απ’ όλα – πρέπει να προσγειωθούν στη νέα δυσμενέστατη πραγματικότητα και να προσαρμοστούν σ’ αυτήν. Όλοι οι άνθρωποι – εάν είναι ψυχικά υγιείς – προσαρμόζονται σε καινούριες  καταστάσεις, όσο δύσκολες κι αν είναι αυτές. Άλλοι γρηγορότερα, άλλοι με κάποια καθυστέρηση. Εάν υπάρχει αυτή η αλληλοκατανόηση, τότε όλα τ’ αρνητικά μπορούν – τουλάχιστον – να ελαχιστοποιηθούν. Οι γονείς θα πρέπει να είναι  πολύ προσεκτικοί στις φράσεις που εκτοξεύουν. Μια φράση όπως «δεν πληρώνεις ενοίκιο» που μπορεί να ειπωθεί σε κάποια στιγμή έντασης, για παράδειγμα, θα πέσει σαν κεραυνός στο νέο και θα τον καταρρακώσει ψυχικά. Να ζητούν με τρόπο συνεισφορά στα κοινά και διογκωμένα έξοδα, όταν οι νέοι δουλεύουν κι έχουν έσοδα, όχι όμως ν’ απαιτούν. Ένα τέτοιο κλίμα θα μπολιάσει τα παιδιά με αίσθημα αλληλεγγύης και υπευθυνότητας και θα κάνουν μόνα τους το καθήκον. Επικριτικές φράσεις επίσης του τύπου: «πού ήσουν», «τι ώρα είναι αυτή που γύρισες» κ.τ.λ. είναι τελείως απαράδεκτες, γιατί κάνουν τους νέους να παλινδρομούν προς τα πίσω, σ’ εποχές πλήρης εξάρτησης και το κακό που τους γίνεται στη φάση αυτή της ανάπτυξης θα είναι διπλό και τρίδιπλο. Μια τέτοια  συγκατοίκηση, χωρίς τα παραπάνω κι άλλα πολλά αρνητικά, μπορεί να λειτουργήσει σαν αμορτισέρ, απορροφώντας τους κραδασμούς που θα δημιουργούνται αναπόφευκτα απ’ την ιδιομορφία της.

Μακάρι οι συνθήκες σήμερα να μην ήταν τέτοιες. Οι νέοι, όπως παλιότερα, θα έπαιρναν  το δικό τους δρόμο  και θ’ αγωνίζονταν για το δικό τους μέλλον κι αυτό της οικογένειας που θα δημιουργούσαν αργότερα. Κι οι γονείς θ’ αποτελούσαν μια σεβάσμια και γλυκιά ανάμνηση, θα λαχταρούσαν τότε και οι μεν και οι δε να σμίξουν – έστω και για λίγο – σε γιορτές, σε χαρές, ακόμα και σε λύπες. Όλα θα ήταν φυσιολογικά….

Κι αν υποθέσουμε ότι οι υπεύθυνοι για όλα όσα περνάμε σήμερα  θα λογοδοτήσουν κάποια στιγμή και θα τιμωρηθούν, το κακό που έγινε στους νέους, ο «ψυχικός βιασμός» τους δηλαδή, ουδέποτε θα επουλωθεί. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο έγκλημα που διέπραξαν….

 

 

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.