Μία εξαφάνισηΜια εξαφάνιση που έχει βυθίσει στο σκοτάδι δύο οικογένειες. Ο 47χρονος μουσικοσυνθέτης και δάσκαλος μπουζουκιού, αγνοείται από το πρωί της 25ης Μαρτίου, όταν έφυγε από το σπίτι του στην Αγία Παρασκευή.
Η εκπομπή “Φως στο Τούνελ” μπήκε στο σπίτι του αγνοούμενου μουσικοσυνθέτη Λευτέρη Αξιώτη και κατέγραψε καρέ καρέ την απόγνωση, την αγωνία και τα αναπάντητα “γιατί” που στοιχειώνουν τους δικούς του ανθρώπους.
Η εκπομπή συνομίλησε με τη μητέρα και τη θεία του 47χρονου, οι οποίες ζουν δραματικές στιγμές, αναζητώντας ένα ίχνος ζωής.
Η μητέρα του, συντετριμμένη, περιγράφει τον ιδιαίτερο δεσμό που τους ένωνε:
“Με τον Λευτέρη ζούσαμε μαζί όλα αυτά τα χρόνια. Ήμασταν πολύ δεμένοι. Το παιδί μου μεγάλωσε ουσιαστικά με δύο πατεράδες: τον βιολογικό του και τον νονό του τον Μανισαλή, που ήταν και θείος του. Τον αγαπούσε σαν δικό του παιδί και του πρόσφερε τα πάντα.
Του έλεγε συχνά πως θα γίνει μεγάλος και τον συμβούλευε να προσέχει τους ανθρώπους γύρω του, γιατί η ζωή κρύβει δυσκολίες. Σας παρακαλώ, όποιος γνωρίζει κάτι ας επικοινωνήσει να μάθω τι απέγινε το παιδί μου. Θέλω να γυρίσει κοντά μου, όπως κι αν είναι.
Τι να την κάνω εγώ τη ζωή μου; Όλη μου η ζωή ήταν το παιδί μου. Δύο οικογένειες, ένα παιδί”, καταλήγει, μην μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
Ήταν Τετάρτη στις 11:20 το πρωί της 25ης Μαρτίου όταν έφυγε από το σπίτι, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ. Το τηλέφωνό του το είχε αφήσει πίσω. Φοβάμαι πολύ. Θέλω απλώς να βρεθεί το παιδί μου, όπως κι αν είναι. Νιώθω πως δεν θα το ξαναδώ”, λέει με “σπασμένη” φωνή η μητέρα του αγνοούμενου συνθέτη και μουσικού, Λευτέρη Αξιώτη, Σοφία Λαδοπούλου – Αξιώτη.
Όπως αναφέρει στην κάμερα της εκπομπής, όταν έφυγε εκείνη την ημέρα από το σπίτι, της είπε πως θα πήγαινε για έναν καφέ και δεν θα αργούσε.
“Πίστεψα ότι θα ήταν με κάποιον φίλο του για καφέ, όπως συνήθιζε, στις καφετέριες της Αγίας Παρασκευής. Όμως δεν είχα καμία ενημέρωση. Δεν γύρισε το βράδυ και έτσι την επόμενη ημέρα το απόγευμα, πήγα στην Αστυνομία. Μου είπαν ότι θα το εξετάσουν, αλλά δεν υπήρξε κάποια εξέλιξη. Φορούσε ένα χακί μπουφάν, μπλε τζιν παντελόνι και από μέσα μία άσπρη ζακέτα.
Ήταν σε καλή διάθεση, δεν έδειχνε να τον απασχολεί κάτι. Μαζί του είχε μόνο το πορτοφόλι και τα τσιγάρα του. Αυτό το παιδί είναι όλη μου η ζωή. Κάθε βράδυ που γύριζε, ερχόταν και μου έλεγε ‘μανούλα’. Κι εγώ του ζητούσα να με αφήσει να κοιμηθώ. Εκείνος όμως άναβε τα μηχανήματα για τη μουσική και έπιανε είτε το μπουζούκι είτε το πιάνο του και έπαιζε”.
“Όλοι με ρωτούν τι έχει συμβεί με το παιδί μου. Ακόμη και μαθητές του από το Ψυχικό, όπου μέναμε και δίδασκε μπουζούκι, επικοινωνούν μαζί μου.
Ήταν ένας άνθρωπος που τον πρόσεχαν όλοι για όσα έλεγε, γιατί ήταν ανιψιός του μεγάλου Γιώργου Μανισαλή, που ήταν και ο δάσκαλός του. Ο Γιώργος τού έκανε όλα τα χατίρια. Είχε μία κόρη από τον πρώτο γάμο του στον Βόλο, όμως εδώ, για την αδερφή μου και για εκείνον, υπήρχε μόνο ο Λευτέρης. Τον λάτρευαν”.









