Του Γιώργου Μαρκατάτου
Σε νέα επισκόπηση που κυκλοφόρησε στις 20 Μαΐου 2026 η Κομισιόν, διαπιστώνεται ότι ανακάμπτει μεν η Ελλάδα αλλά παραμένει οικονομία εξαρτημένη από ευρωπαϊκούς πόρους. Στο πολυσέλιδο κείμενο καταγράφεται μια οικονομία που κινείται καλύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά εξακολουθεί να φέρει τρεις μεγάλες κληρονομιές της προηγούμενης κρίσης:
- πολύ υψηλό δημόσιο χρέος,
- ασθενή εξωτερική θέση και
- μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων[1].
Οι Έλληνες διαπιστώνουν στο κοινοτικό κείμενο μια σοβαρή ευημερία των αριθμών, όμως ταυτόχρονα πασχίζουν σε μεγάλο ποσοστό να βγάλουν τον μήνα με τα πενιχρά εισοδήματά τους.
Η Κομισιόν μπορεί να μετρά ότι το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε 2,1% το 2025, όσο και το 2024, έναντι 1,5% στην ΕΕ, ενώ προβλέπει 2,2% το 2026 και 1,7% το 2027, δηλαδή επιβράδυνση μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Δεν μπορεί όμως να αποδεχθεί ότι οι λάθος αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες μας έχουν οδηγήσει σε επίπεδα επιβάρυνσης και φτωχοποίησης σοβαρών τμημάτων του πληθυσμού, όπως γίνεται και με το σύνολο των κρατών μελών της ΕΕ. Διότι όταν αναφέρεται στην ενεργειακή ένδεια, δεν κατονομάζει τους πραγματικούς λόγους που αφορούν την ευρωπαϊκή θέση στη ρωσοουκρανική σύρραξη. Η Κομισιόν αρνείται να δει την πραγματικότητα που αφορά τις λάθος αποφάσεις και τη μη επικράτηση της διπλωματικής λύσης στον τομέα, αντί να παραδίνεται αμαχητί στις ορέξεις της πολεμικής βιομηχανίας. Η ΕΕ στη βάση κοινωνικών αξιών μετατρέπεται οριστικά και αμετάκλητα σε περιφέρεια γεωπολιτικού ενδιαφέροντος με δυο χαρακτηριστικά: α) την ανάπτυξη παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, αλλά σε καίριους τομείς με ελλείψεις πρώτων υλών και β) εγκατάλειψη των κοινωνικών αξιών, κυρίως εξαιτίας ελλείψεως των απαραίτητων κονδυλίων.
Η Κομισιόν θεωρεί ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας στηρίχθηκε στην ιδιωτική κατανάλωση, στις επενδύσεις και στις καθαρές εξαγωγές, αλλά προειδοποιεί ότι η επενδυτική επιτάχυνση έχει υψηλό εισαγωγικό περιεχόμενο. Αυτό στην ουσία επισημαίνει την αδυναμία παραγωγής αγαθών στη χώρα, πράγμα που αυξάνει τις εισαγωγές και θα δούμε στη συνέχεια το αποτύπωμα αυτής της διεργασίας πώς επηρεάζει δυναμικά τον πλούτο της χώρας.
Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να τονιστεί ότι το ισχυρότερο σημείο της ελληνικής οικονομίας είναι η δημοσιονομική πορεία. Το δημόσιο χρέος παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ, αλλά μειώθηκε από 154,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 146,1% το 2025, χάρη στην ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, στο πρωτογενές πλεόνασμα και στην πρόωρη αποπληρωμή δανείων του Greek Loan Facility. Η Κομισιόν προβλέπει περαιτέρω πτώση στο 138% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2027, ενώ τα διαθέσιμα του Δημοσίου παραμένουν υψηλά: 39,6 δισ. ευρώ ή 15,9% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025. Αυτό δίνει ασφάλεια στις αγορές, αλλά δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό ότι οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι βιωσιμότητας παραμένουν υψηλοί. Η Κομισιόν δεν συμπεραίνει ότι η επίτευξη που σημειώθηκε είναι υπέρ των δανειστών, πράγμα που σημαίνει ότι ο λαός πληρώνει το βάρος της «προόδου», ανεξαρτήτως των λοιπών κινδύνων, τους οποίους και δεν αγνοεί η ίδια, ως ένα από τα τρία βασικά θεσμικά όργανα της ΕΕ.
Δεν παραλείπει να αναφερθεί η Επιτροπή και στα δυνατά σημεία, στα οποία εντάσσεται και η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και της διοίκησης. Το ότι το κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ μειώθηκε από το 2019 έως το 2023 κατά 12,7 ποσοστιαίες μονάδες, στο 11,4%, ενώ προκαταρκτικές εκτιμήσεις για το 2024 το φέρνουν στο 9%, περίπου κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ.
Η πλήρης εφαρμογή των ηλεκτρονικών βιβλίων, η επέκταση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, οι ηλεκτρονικές μισθώσεις και η ψηφιακή κάρτα εργασίας παρουσιάζονται ως εργαλεία περιορισμού της παραοικονομίας.
Ωστόσο, η Κομισιόν επισημαίνει και ένα πολιτικά ευαίσθητο σημείο: μετά τη δημοσιονομική διόρθωση 415 εκατ. ευρώ για ελλείψεις στη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων, ο ΟΠΕΚΕΠΕ ενσωματώθηκε στην ΑΑΔΕ και εφαρμόζονται αυστηρότεροι έλεγχοι. Εδώ έχουν πιάσει δουλειά και οι δικαστές και τα όργανα καταστολής, με την ελπίδα να μπει τάξη στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το μεγάλο αδύνατο σημείο παραμένει το εξωτερικό ισοζύγιο. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε από 7,2% του ΑΕΠ σε 5,7% το 2025, κυρίως λόγω βελτίωσης του ενεργειακού ισοζυγίου. Όμως το μη ενεργειακό εμπορικό έλλειμμα έμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο, ενώ η εγχώρια ζήτηση, ο τουρισμός και οι επενδύσεις τροφοδότησαν εισαγωγές. Η Κομισιόν προβλέπει ότι το έλλειμμα θα κινηθεί στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026 και στο 5,8% το 2027, επίπεδα που θεωρεί υψηλότερα από όσα συνάδουν με τα θεμελιώδη μεγέθη της χώρας. Το φανερό συμπέρασμα από τη διαπίστωση του κοινοτικού εγγράφου, το οποίο όμως δεν αναφέρεται ρητά, ως όφειλαν οι συντάκτες του, είναι η έλλειψη παραγωγικού δυναμικού για την αντιμετώπιση των τεράστιων αναγκών κάλυψης με προϊόντα που καταναλώνει ο τουριστικός τομέας. Μπορεί η χώρα να επιδιώκει και να επιτυγχάνει σοβαρές εισροές τουριστικών κυμάτων, αυτά όμως θα απέβαιναν προσοδοφόρα για τον τόπο αν συνοδεύονταν και από τοπική κατανάλωση τροφίμων και λοιπών αγαθών.
Το εξωτερικό πρόβλημα φαίνεται καθαρά στη διεθνή επενδυτική θέση, όπου η θέση της Ελλάδας βελτιώθηκε οριακά από -137,6% του ΑΕΠ το 2024 σε -136,8% το 2025, αλλά παραμένει η χαμηλότερη στην ΕΕ. Η Κομισιόν σημειώνει ότι σχεδόν το μισό εξωτερικό χρέος βρίσκεται σε επίσημους ευρωπαϊκούς πιστωτές με μεγάλες διάρκειες, άρα ο άμεσος κίνδυνος μετριάζεται. Όμως η ουσία είναι ότι η χώρα εξακολουθεί να χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από έξω, ενώ η χαμηλή αποταμίευση των νοικοκυριών πιέζει το εξωτερικό ισοζύγιο. Και το ερώτημα δεν κρύβει την απάντηση που είναι η πραγματικότητα: Δεν χωρεί καμιά βελτίωση του τομέα της αποταμίευσης από ένα λαό που δεν έχει περιθώρια να βελτιώσει την αποταμίευσή του. Εδώ ο αγώνας επιβίωσης έχει σθεναρά μετερίζια, για αποταμίευση, ούτε λόγος!
[1] https://economy-finance.ec.europa.eu/document/download/a2182d8c-3327-45cc-bcbb-b9b1cd5806c5_en?filename=ip334_en.pdf








