Γράφει ο Αριστείδης Αλ. Πελεκάνος*

I]. Η μακραίωνη ελληνική διαδρομή από την αιματοχυσία στη δικαιοσύνη.
Υπάρχουν εποχές όπου η δικαιοσύνη δεν είναι σύστημα κανόνων, αλλά αντανακλαστικό.
Η ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία της προσπάθειας να ελεγχθεί η βία.
Από τις πρώτες κοινότητες μέχρι τα σύγχρονα κράτη δικαίου, η μετάβαση από την ιδιωτική αντεκδίκηση (“βεντέτα”) στη θεσμική απονομή της δικαιοσύνης υπήρξε μακρά, επώδυνη και συχνά αντιφατική.
Στον ελληνικό χώρο αυτή η μετάβαση άφησε ένα εντυπωσιακό πολιτισμικό ίχνος, που εκτείνεται από τα ομηρικά έπη μέχρι τα σύγχρονα έθιμα των τοπικών κοινωνιών.
Κάποτε, πριν οι πόλεις αποκτήσουν γραπτούς νόμους, πριν η πολιτεία γίνει εγγυητής της ασφάλειας, η λύση σε κάθε προσβολή ήταν η άμεση ανταπόδοση.
Σε έναν κόσμο όπου το άτομο και η οικογένειά του ήταν οι μοναδικές σταθερές, η αντεκδίκηση αποτελούσε όχι μόνο επιτρεπτή πρακτική, αλλά και ηθική επιταγή.
Η αρχαία Ελλάδα–ιδίως η προπολιτειακή– δεν ξέφυγε από αυτή τη λογική. Το αίμα θεωρούνταν ο μόνος τρόπος για να κλείσει μια πληγή.
Ο φόνος δεν ήταν τότε ένα ποινικό περιστατικό. Ήταν μια βαθιά ρήξη στην κοινωνική τάξη, ένα πλήγμα που άφηνε ανοικτή την πληγή της ντροπής.
Η οικογένεια του νεκρού έφερε το βάρος της αποκατάστασης.
Το δικαίωμα της εκδίκησης ήταν ταυτόχρονα και ιερό καθήκον – μια μορφή «δικαιοσύνης» – που έπρεπε να εκπληρωθεί, προκειμένου να περιφρουρηθεί η τιμή και να διατηρηθεί το κοινωνικό κύρος τής οικογένειας.
Το θύμα φόνου δεν έπρεπε να μείνει ανεκδίκητο (“άτιτον”).
Η θανάτωση του δράστη νομιζόταν ως θυσία προσφερόμενη για εξιλασμό στη σκιά του θύματος. Και κάθε άνδρας ευχόταν να απομείνει στο σπίτι του αδελφός , για να εκδικείται την προσβολή.
Αυτή η λογική αντανακλάται στις τραγωδίες. Η ιστορία των Ατρειδών δείχνει πώς η βία γεννά βία, πώς η ανθρώπινη ψυχή εγκλωβίζεται στον φαύλο κύκλο της οργής.
Στις τραγωδίες του Αισχύλου, η Ορέστεια παρουσιάζει τη μοίρα των Ατρειδών ως ένα αδιάκοπο σπιράλ φόνων που διαδέχονται ο ένας τον άλλον, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ανώτερη αρχή ικανή να σπάσει τον κύκλο.
Η σύγκρουση μεταξύ προσωπικής τιμής και συλλογικής τάξης εκφράζει έναν κόσμο, όπου η δικαιοσύνη δεν έχει ακόμη θεσμοθετηθεί. Η βία οργανώνεται γύρω από το καθήκον της εκδίκησης. Η ενόχληση δεν εξαλείφεται παρά μόνο όταν ο δράστης παύσει να αναπνέει.
Ωστόσο, υπήρχε συγχρόνως η πρακτική και γινόταν δεκτό ότι ο δράστης μπορούσε να αποφύγει την ιδιωτική αντεκδίκηση, καταβάλλοντας στον παθόντα ή στην οικογενειακή ομάδα του θύματος ορισμένη αποζημίωση ως ποινή (“άποινα” ή “υποφόνια”).
Επίσης, σύμφωνα με αντίστοιχο εθιμικό κανόνα με καθολική εφαρμογή στην πράξη, το θύμα ή η συγγενική ομάδα που αποδεχόταν τη χρηματική ικανοποίηση-ποινή όφειλε να αποφύγει κάθε αντεκδικητική ενέργεια και, έτσι, η πρώτη υποκατέστησε τη δεύτερη.
Στους ομηρικούς χρόνους οι όροι ποινή και τιμή σήμαιναν τη χρηματική αποζημίωση, την οποία κατέβαλλε ο δράστης, για να εξιλεώσει τους συγγενείς τού θύματος και ο όρος τιμωρός σήμαινε τον φύλακα της τιμής. Δηλαδή αυτον που καταδίωκε τον δράστη, για να εκδικηθεί τον θάνατο του νεκρού συγγενή του.
II]. Η δίκη στην ασπίδα του Αχιλλέα : η πρώτη απεικόνιση κοινωνικής δικαιόκρισης.
Οι ομηρικές κοινότητες έθεσαν για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία υπό την εξουσία τους το ζήτημα αν και σε ποιον βαθμό η ιδιωτική αντεκδίκηση γινόταν με σεβασμό στους πατροπαράδοτους εθιμικούς κανόνες που ρύθμιζαν τον τρόπο τής άσκησής της.
Πολύ πριν απο την αθηναϊκή πολιτειακή ωριμότητα, ο Όμηρος είχε συλλάβει την εσωτερική πάλη μεταξύ βίας και λόγου.
Η πρώτη λογοτεχνική απεικόνιση διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης για υπόθεση φόνου βρίσκεται στην Ιλιάδα (ραψωδία Σ’, στίχοι 497-508).
Ο Όμηρος περιγράφει την περίφημη σκηνή δίκης, που ήταν σκαλισμένη σε κάποιο σημείο της ασπίδας του Αχιλλέα (τεχνούργημα του Ηφαίστου), όπου οι (σοφοί) Γέροντες κρίνουν μια υπόθεση φόνου, με το πλήθος να παρακολουθεί και να συμμετέχει.
Δύο άνδρες ερίζουν για την αποζημίωση. Ο ένας ισχυρίζεται ότι τα έχει προσφέρει όλα και ο άλλος ότι δεν έχει λάβει τίποτε.
Το πλήθος συγκεντρώνεται και οι Γέροντες προσπαθούν να απονείμουν δίκαιο.
Πρόκειται για την πρώτη λογοτεχνική μαρτυρία, όπου ο φόνος αντιμετωπίζεται μέσα σε κοινωνική διαδικασία, όχι με ανταπόδοση αλλά με κρίση.
Ο ποιητής δεν ηθικολογεί και δεν αναλύει. Απλώς, δείχνει την εικόνα μιας κοινωνίας που αναζητεί λύσεις μέσα από δημόσιο λόγο.
Η σκηνή υποδηλώνει κάτι βαθύτερο, ότι η δικαιοσύνη, ως συλλογικό εγχείρημα, προηγείται της δικαιοσύνης ως θεσμού.
Είναι, ίσως, ο σπόρος της μεταγενέστερης δικαιοσύνης, η πίστη ότι το πρόβλημα της βίας μπορεί να αντιμετωπιστεί συλλογικά και θεσμικά.
III]. Η λειτουργία του αρχαίου Αρείου Πάγου : η γέννηση της θεσμικής δικαιοσύνης.
Στο μεταίχμιο μεταξύ μύθου και ιστορίας, η Αθήνα προχωρά σε ένα τολμηρό και αποφασιστικό βήμα.
Τη νομοθεσία του Δράκοντος και τη λειτουργία του Αρείου Πάγου ως ποινικού δικαστηρίου (τέλη 7ου αι. π.Χ.).
Με τη φονική νομοθεσία του Δράκοντος η αθηναϊκή πολιτεία αναλαμβάνει πλέον να τιμωρεί η ίδια, οριστικά και αποκλειστικά, όσους διέπρατταν φόνους.
Και έτσι η ανθρωποκτονία προσέλαβε την έννοια του εγκλήματος με τη σύγχρονη έννοια, δηλαδή πράξης που είναι απαγορευμένη και επισύρει ορισμένη ποινή, την οποία επιβάλλουν τα αρμόδια γι’ αυτό κρατικά όργανα και η οποία ήταν ο θάνατος για τις περιπτώσεις εκ προνοίας (προμελέτης) φόνου και η εξορία για τις περιπτώσεις μη εκ προνοίας φόνου.
Με γραπτές διατάξεις ρυθμίστηκαν τα ζητήματα του εκ προνοίας φόνου, χωρίς να μεταβληθούν οι εθιμικοί παραδοσιακοί κανόνες που επέτασσαν τη θανάτωση τού δράστη και ανέθεταν την απόδοση δικαιοσύνης στην οικογενειακή ομάδα του θύματος.
Επίσης ορίστηκε ότι, προτού η οικογενειακή ομάδα προβεί στη χρήση βίας, έπρεπε η ενοχή του κατηγορουμένου να βεβαιωθεί από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, και συγκεκριμένα από τον Άρειο Πάγο.
Για πρώτη φορά, ένα δικαστήριο αναλαμβάνει την εκδίκαση φόνων εκ προνοίας, αφαιρώντας από τις οικογένειες την ευθύνη της τιμωρίας.
Η Αθήνα ήταν η πρώτη που επιχείρησε συντεταγμένα να περιορίσει την ιδιωτική αντεκδίκηση.
Με τη λειτουργία της Βουλής του Αρείου Πάγου, ενός κορυφαίου πολιτικού και δικαστικού σώματος που αναλάμβανε την εκδίκαση φόνων εκ προνοίας, έγινε το αποφασιστικό βήμα. Ο φόνος έπαυσε να αποτελεί ιδιωτική υπόθεση και έγινε δημόσιο έγκλημα.
Η κοινότητα πλέον, και όχι η οικογένεια τού θύματος, διεκδικούσε τον ρόλο του τιμωρού.
Ο Άρειος Πάγος εισήγαγε την ιδέα ότι ο δράστης πρέπει να κρίνεται όχι υπό το κράτους του πάθους αλλά υπό το φως του λόγου. Η Πολιτεία, και όχι το γένος, αναλαμβάνει τον ρόλο του ρυθμιστή.
Το πέρασμα αυτό από την ιδιωτική στη δημόσια απονομή δικαιοσύνης δεν είναι απλώς διοικητική ή νομική μεταρρύθμιση.
Αποτελεί κοσμοθεωρητική αλλαγή, βαθιά ηθική και πολιτική.
Η πόλη δηλώνει ότι ο φόνος δεν είναι πλέον προσωπική υπόθεση, αλλά προσβολή ολόκληρης της κοινότητας. Η πράξη αυτή θέτει το θεμέλιο ενός νέου πολιτισμού.
Στον Άρειο Πάγο, ο άνθρωπος κρίνεται όχι από το πάθος, αλλα από τον νόμο. Όχι από τους συγγενείς τού θύματος, αλλά από ένα σώμα ανθρώπων με θεσμικό καθήκον την αμεροληψία.
Στο πρόσωπο των δικαστών γεννιέται η ιδέα της αντικειμενικής κρίσης. Μια έννοια που σήμερα θεωρείται δεδομένη, αλλά τότε αποτελούσε θεσμική επανάσταση.
Με αυτόν τον τρόπο η Αθήνα έθεσε τις βάσεις της νομικής σκέψης που θα διαμόρφωνε αργότερα το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Ο Άρειος Πάγος, τηρώντας πιστά και απροσωπόληπτα τον νόμο και εκδίδοντας ακριβοδίκαιες αποφάσεις, κατόρθωσε να θεωρείται από όλους, κατήγορους και κατηγορουμένους, ως το δικαστήριο που δεν πλανήθηκε και δεν έσφαλε ποτέ στην κρίση του.
Σχετικά με το κύρος του Αρείου Πάγου στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και όπως αναφέρει ο Ξενοφών, ο Περικλής συμφωνούσε με τον Σωκράτη ότι, εκτός απο τους αρεοπαγίτες, δεν γνωρίζει άλλους “…κάλλιον ή νομιμώτερον ή σεμνότερον ή δικαιότερον τάς τε δίκας δικάζοντας και τ’ άλλα πράττοντας” (Ξενοφών, Απομνημονεύματα. ΙΙΙ V 20).
IV]. Η αντεκδίκηση στη νεότερη Ελλάδα : Μάνη και Κρήτη.
Αν και οι θεσμοί άλλαξαν, το ανθρώπινο συναίσθημα δύσκολα μεταμορφώνεται.
Σε αρκετές περιοχές της νεότερης Ελλάδας, η πρακτική της αντεκδίκησης όχι μόνο επιβίωσε αλλά πήρε διακριτή κοινωνική μορφή.
Στην Μάνη και στην Κρήτη η λογική της βεντέτας επέζησε ως πολιτισμικό κατάλοιπο. Η βεντέτα
δεν υπήρξε απλώς έγκλημα.
Ήταν κοινωνική διαδικασία, σχεδόν ιεροτελεστία.
Η “τιμή” της οικογένειας ήταν υπέρτατη αξία και, όταν θιγόταν, έπρεπε να αποκατασταθεί.
Στα ορεινά χωριά της Κρήτης, οι οικογενειακές διαφορές μπορούσαν να εξελιχθούν σε κύκλους αίματος, ενώ στη Μάνη η έννοια της τιμής και της αντεκδίκησης είχε σχεδόν θεσμικό χαρακτήρα.
Η «τιμή» της οικογένειας ήταν υπέρτατη αξία και, όταν θιγόταν, έπρεπε να αποκατασταθεί.
Στην Κρήτη, οι βεντέτες, αν και δεν αποτελούν πλέον δομικό στοιχείο της κοινωνίας, έχουν αφήσει βαθιά ίχνη. Οι ιστορίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά αποκαλύπτουν κοινωνίες, όπου το αίσθημα της δικαιοσύνης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανταπόδοση.
Η απουσία κεντρικής εξουσίας σε ορεινές περιοχές, η δυσπιστία απέναντι στο κράτος και η σημασία της οικογένειας, ως βασικής μονάδας κοινωνικής οργάνωσης, εξηγούν την αντοχή αυτού του φαινομένου.
V]. Η «αἴδεσις» : η αρχαία κληρονομιά της “Συγγνώμης” – συγχώρεσης.
Και όμως, η αρχαία Ελλάδα είχε προβλέψει κάτι που δείχνει μια παράδοξη λεπτότητα : τη διάκριση ανάμεσα στον φόνο εκ προνοίας (προμελετημένο) και τον ακούσιο φόνο. Η έννοια του ακούσιου φόνου συμπεριλάμβανε και τις ανθρωποκτονίες που τελούνταν με τη θέληση του δράστη, αλλά δεν ήταν προμελετημένες (από αιφνίδια ψυχική παρόρμηση κλπ).
Σε όποιον κρινόταν ένοχος για ακούσιο φόνο από το αρμόδιο δικαστήριο των Εφετών, το Παλλάδιον (συνεδρίαζε στον περίβολο του ναού της Παλλάδος Αθηνάς), επιβαλλόταν η ποινή της πρόσκαιρης εξορίας χωρίς δήμευση της περιουσίας του, αλλά και χωρίς αυτός να μπορεί να επιστρέψει στην Αττική, παρά μόνο με την ομόφωνη παροχή συγγνώμης (“αιδέσεως”) από τους συγγενείς του θύματος. Σε περίπτωση παροχής συγγνώμης, ο δράστης μπορούσε να επιστρέψει στην Αττική, αφού ακολουθούσε κάποιους κανόνες που προέβλεπε σχετικός νόμος.
Ο θεσμός της “αιδέσεως”,
της συγχώρεσης που μπορούσε να δώσει η οικογένεια του θύματος, αναγνώριζε ότι η ανθρώπινη πράξη δεν είναι πάντα προϊόν κτηνώδους εγκληματικής πρόθεσης.
Η αίδεσις ήταν πράξη γενναιοφροσύνης, αλλά και πράξη ορθολογισμού.
Η πράξη αυτή λειτουργούσε ως δικλίδα αποκατάστασης της κοινωνικής ισορροπίας. Δεν ήταν απλώς νομικός θεσμός, αλλά ηθική αναγνώριση ότι δεν ήταν όλοι οι φόνοι ίδιοι.
Μια κοινωνία που αναγνωρίζει την ατυχή στιγμή δείχνει ότι μπορεί να υπερβεί την ωμή ανταπόδοση.
Αυτό το πνεύμα συγχώρεσης δεν χάθηκε με τους αιώνες. Σε κάποιες περιοχές της
Ελλάδας, η διάθεση συμφιλίωσης εκφράστηκε με συγκεκριμένα τελετουργικά.
VI]. Το τελετουργικό του “Ψυχικού” στη Μάνη.
Προς την αρχαία “αίδεσιν” προσομοιάζει και μία πατροπαράδοτη και πανάρχαια εθιμική πρακτική της Μάνης, που εξακολουθούσε να τηρείται μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα σε κάποιες περιπτώσεις φόνου, το λεγόμενο “Ψυχικόν”. Πρόκειται για τελετουργική παροχή συγχώρεσης από την οικογένεια του νεκρού προς τον δράστη και την οικογένειά του, με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων που διεθεταν υψηλό κύρος και ισχυρή ηθική επιρροή και στις δύο οικογένειες.
Το τελετουργικό συνοπτικά ήταν το εξής :
Σε προκαθορισμένο χρόνο όλα τα μέλη της οικογένειας του δράστη, άοπλα και με προπορευόμενο τον ίδιο ή το πλέον εξέχον μέλος της, πηγαίνουν στην οικία του θύματος, όπου τούς αναμένουν σε παράταξη όλα τα μέλη της οικογένειας με πρώτους τους γονείς του. Ο δράστης εισέρχεται πρώτος στην οικία, γονατίζει μπροστά στους γονείς τού θύματος και φιλάει πολλές φορές τα χέρια τους, για να δείξει ότι έχει μετανοήσει ειλικρινά για την πράξη του.
Οι γονείς του θύματος τον φιλούν και εκείνοι στα μάτια και στο μέτωπο και σε φιλικό τόνο προφέρουν τη φράση “ήταν τυχερό μας, έτσι θέλησε ο Θεός”.
Στη συνέχεια όλα τα μέλη των οικογενειών φιλιούνται μεταξύ τους και πηγαίνουν όλοι μαζί σε κοντινό κατάστημα, όπου πίνουν τρία ποτά ως επισφράγιση της συνδιαλλαγής τους. Το πρώτο ποτό προσφέρει εκείνος που μεσολάβησε για τη συμφιλίωση. Το δεύτερο προσφέρει η οικογένεια του θύματος και το τρίτο η οικογένεια του δράστη. Και κατόπιν ακολουθεί το κοινό μοιρολόγημα.
Μετά την ολοκλήρωση της σχετικής τελετουργικής διαδικασίας, επισφραγίζεται η συμφιλίωση και η συνδιαλλαγή των δύο οικογενειών και ο δράστης θεωρείται εφεξής ως νέο μέλος και προστάτης της οικογένειας του νεκρού, για τη συμβολική αναπλήρωση του τελευταίου (Κ. Γαρδίκας, Συμβολή εις το φονικόν δίκαιον των αρχαίων Ελλήνων, στο περιοδικό “Πλάτων”, έτος 1971 τομ. ΚΔ σελ. 19).
Πρόκειται για τελετουργική πράξη ψυχικού μεγαλείου, η οποία έβαζε τέλος στην αδυσώπητη αντεκδικητική πραγματικότητα και μετέβαλλε τους άσπονδους εχθρούς σε εγκάρδιους φίλους (ψυχαδερφούς).
VII]. Ο “Σασμός” : η κρητική οδός προς τη συμφιλίωση.
Στην Κρήτη ο “Σασμός”, η διαδικασία συμβιβασμού μετά τον φόνο, επιβιώνει μέχρι σήμερα ως πολιτισμικό υπόλειμμα.
Είναι από τα πιο ιδιαίτερα και βαθιά ριζωμένα έθιμα της κρητικής παράδοσης. Πρόκειται για μια τελετουργική διαδικασία συμφιλίωσης ανάμεσα σε δύο οικογένειες που έχουν βρεθεί σε σύγκρουση, συχνά έπειτα από φόνο. Σε μια κοινωνία, όπου η τιμή αποτελούσε θεμελιώδη αξία, ο σασμός λειτουργούσε ως αντίβαρο στη βεντέτα, προσφέροντας μια διέξοδο προς την ειρήνευση και την αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας.
Η διαδικασία συνήθως ξεκινούσε με τη μεσολάβηση σεβαστών προσώπων, όπως ιερέων, γεροντότερων ή τοπικών παραγόντων, οι οποίοι προσπαθούσαν να ανοίξουν έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Στόχος τους ήταν καμφθούν ο θυμός και ο πόνος, ώστε να γίνει εφικτή η αποδοχή μιας συμφιλιωτικής λύσης. Συχνά η διαδικασία περιλάμβανε τελετουργικά, χειρονομίες συγγνώμης, ακόμη και συμβολικά δώρα ή χρηματική αποζημίωση.
Το κύριο βάρος έπεφτε στο να “σαστούν” οι οικογένειες, δηλαδή να μπορέσουν να αντικρίσουν η μία την άλλη χωρίς φόβο και έχθρα. Ο σασμός δεν αποτελούσε απλώς μια πράξη συγχώρεσης ανάμεσα σε άτομα. Ήταν ηθική δέσμευση απέναντι στην κοινότητα. Με αυτόν τον τρόπο το έθιμο προστάτευε τον κοινωνικό ιστό και απέτρεπε την αιματοχυσία που θα μπορούσε να διαιωνιστεί για γενιές.
VIII]. Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο σημαντική ελληνική κληρονομιά : η συνύπαρξη δύο αντιλήψεων, της τιμής που ζητεί ανταπόδοση και της σοφίας που ζητεί συγχώρεση.
Ο Άρειος Πάγος, η “Αἴδεσις”, το “Ψυχικόν”, ο “Σασμός”, όλοι αυτοί οι θεσμοί, αρχαίοι και νεότεροι, δεν είναι απλώς τελετουργίες. Είναι μνημεία του αγώνα τού ανθρώπου να υπερβεί τον εαυτό του.
Ο δρόμος από το αίμα στη δικαιοσύνη υπήρξε μακρύς και δεν έχει τελειώσει.
Αλλά όσο οι ανθρώπινες κοινωνίες συνεχίζουν να αναζητούν τρόπους συμφιλίωσης, όσο ο άνθρωπος βρίσκει το κουράγιο να συγχωρεί, υπάρχει ελπίδα ότι η αρχαία αυτή διαδρομή θα συνεχιστεί προς έναν κόσμο, όπου η τιμή δεν ορίζεται από την εκδίκηση, αλλά από τη δύναμη της συγχώρεσης.
Η ελληνική ιστορία δείχνει ξεκάθαρα ότι η μετάβαση απο την αντεκδίκηση στη δικαιοσύνη δεν ήταν αυτόματη.
Υπήρξε προίόν μακράς πολιτισμικής διεργασίας. Η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς η απουσία εκδίκησης-αντεκδίκησης, αλλά η παρουσία της συλλογικής ωριμότητας που μπορεί, όταν χρειαστεί, να επιλέξει όχι μόνο την τιμωρία αλλά και τη συγχώρεση.
*Αρεοπαγίτης ε.τ.









