Την αντίστροφη πορεία Πίστης ακολούθησε ο Alper Tolga Eker, από αυτήν που συνήθως υποβάλλονταν με τη βία εκατομμύρια Χριστιανοί της Ανατολίας
Το να συναντήσει κανείς στην Αθήνα έναν Τούρκο επιστήμονα, γεννημένο και μεγαλωμένο στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, που όχι μόνο μετανάστευσε μόνιμα στην Ελλάδα αλλά άφησε πίσω του το Ισλάμ και βαπτίστηκε χριστιανός ορθόδοξος, δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Είναι ακόμη πιο σπάνιο όταν αυτή η απόφαση δεν έχει καμία σχέση με «χαρτιά», άδειες παραμονής ή πρακτικά οφέλη, αλλά είναι προϊόν μακράς εσωτερικής αναζήτησης, επίμονης αμφισβήτησης και προσωπικού κόστους.
Το Newsbomb γνώρισε τον Alper Tolga Eker, έναν 36χρονο βιοχημικό από την Κωνσταντινούπολη με μεταπτυχιακές σπουδές στη Σμύρνη και σχεδόν μια δεκαετία ζωής στην Ελλάδα, όχι σε κάποιο αυστηρά εκκλησιαστικό περιβάλλον αλλά σε ένα τραπέζι φαγητού, με τη σύζυγό του δίπλα του, την Anna Eker, μια ψυχολόγο από την Ουκρανία. Ο ίδιος εργάζεται πια στη χώρα μας σε υπεύθυνη θέση μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας.
Στη μακρά μας συζήτηση, μας εξήγησε πώς ένας άνθρωπος που μεγάλωσε ως σουνίτης μουσουλμάνος πέρασε από τη ρήξη με το θρησκευτικό περιβάλλον των παιδικών του χρόνων, στη μελέτη πολλών θρησκειών, και τελικά βρήκε την αλήθεια στην Ορθοδοξία. Σημειώνεται ότι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Alper αναμένει την τελική έγκριση για την απόδοση της ελληνικής υπηκοότητας.
Διαβάστε τη συνέντευξη:
Newsbomb: Πού γεννήθηκες και πώς ήταν τα πρώτα σου χρόνια στην Τουρκία; Γιατί αποφάσισες να φύγεις;
Alper Tolga Eker: Γεννήθηκα το 1990 στην Κωνσταντινούπολη, στην ασιατική πλευρά. Μεγάλωσα σε μια τυπική τουρκική οικογένεια, σουνίτες μουσουλμάνοι, ούτε φανατικοί ούτε αδιάφοροι για τη θρησκεία. Αργότερα βρέθηκα στη Σμύρνη για σπουδές, όπου σπούδασα βιοχημεία και έκανα μεταπτυχιακό στη διατροφική επιστήμη και μηχανική, στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου (σ.σ. της Τουρκίας). Δούλευα ως βοηθός διδασκαλίας, έκανα έρευνα, είχα μια πορεία που έδειχνε ότι θα συνέχιζα κανονικά τη ζωή μου στην Τουρκία, ακαδημαϊκά και επαγγελματικά.
Η απόφαση να φύγω δεν ήρθε από περιέργεια ή από κάποιο όνειρο για το εξωτερικό. Ήρθε από φόβο και από εξάντληση. Εκείνα τα χρόνια, το 2016 και το 2017, η τρομοκρατία στην Τουρκία είχε γίνει μέρος της καθημερινότητας. Επιθέσεις στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα, στη Σμύρνη. Ζούσες με την αίσθηση ότι δεν ξέρεις πότε και πού θα γίνει το επόμενο χτύπημα.
Δύο εβδομάδες πριν φύγω, έγινε μια τρομοκρατική επίθεση στη Σμύρνη, δίπλα στο σπίτι μου, σε απόσταση περίπου 200 μέτρων. Εκεί σκοτώθηκε ένας γνωστός μου, αστυνομικός, προσπαθώντας να υπερασπιστεί το δικαστικό μέγαρο. Όταν έγινε αυτό, είπα μέσα μου: «Αρκεί. Αυτό μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Πρέπει να φύγω». Εκείνη ήταν η στιγμή που πήρα οριστικά την απόφαση.
Επέλεξα την Ελλάδα και για έναν πολύ πρακτικό λόγο και για έναν βαθύτερο. Ο πρακτικός λόγος ήταν ότι είχα έναν φίλο, επίσης Alper, που είχε παντρευτεί γυναίκα από τη Μυτιλήνη και είχε ήδη εγκατασταθεί στην Αθήνα. Τον ρώτησα αν υπάρχει δουλειά, αν μπορεί κανείς να σταθεί στα πόδια του εδώ, και μου είπε να του στείλω το βιογραφικό μου. Δούλευα ήδη στην Turkish Airlines, είχα εμπειρία σε call center, και τρεις μήνες αργότερα ήμουν στην Αθήνα.
Ο βαθύτερος λόγος ήταν ότι η Ελλάδα, παρά τις δυσκολίες της εποχής, μου ήταν οικεία. Ήρθα στα χρόνια του capital control και θυμάμαι ότι για να μαζέψω το ενοίκιό μου έπρεπε να πάω τέσσερις φορές σε ΑΤΜ. Κι όμως, δεν ένιωσα ξένος. Υπάρχει μια τουρκική έκφραση που λέει «μοιραστήκαμε το ίδιο πιάτο για 400 χρόνια». Αυτό ακριβώς ένιωσα. Ο ίδιος ουρανός, η ίδια θάλασσα, το ίδιο φως, παρόμοιοι άνθρωποι, κοινές συνήθειες.
Από πού ερχόταν αυτή η αίσθηση οικειότητας με την Ελλάδα;
Δεν ήρθε ξαφνικά όταν πάτησα το πόδι μου εδώ. Είχε χτιστεί από πολύ νωρίς. Όταν ζούσα στη Σμύρνη, είχαμε ένα εξοχικό απέναντι από τη Σάμο. Τα βράδια βλέπαμε τα φώτα από το νησί, τα αυτοκίνητα στην παραλία, και στο ραδιόφωνο πιάνει συχνά σταθμούς από τη Σάμο. Σχεδόν όλα όσα ακούγαμε ήταν ελληνικά. Μεγάλωσα με αυτά τα ακούσματα.
Ακόμη πιο σημαντικές ήταν οι ιστορίες της γιαγιάς μου. Ήταν από την Καισάρεια και είχε μεγαλώσει σε περιοχή όπου ζούσαν μαζί Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι. Μας μιλούσε για εκείνον τον κόσμο σαν για κάτι φυσικό, όχι σαν ένα εχθρικό περιβάλλον. Μου έλεγε ιστορίες για την ανταλλαγή πληθυσμών, ακόμη και για μωρά που δόθηκαν σε άλλες οικογένειες για να σωθούν. Μου έλεγε ότι η θεία της είχε πάρει δύο δίδυμα μωρά από οικογένεια που έφευγε και είχε υποσχεθεί να τα προσέχει ώσπου να γυρίσουν να τα πάρουν. Δεν γύρισαν ποτέ. Τα παιδιά έμειναν εκεί, μεγάλωσαν, άλλαξαν όνομα. Αυτές οι ιστορίες σε σημαδεύουν.
Γι’ αυτό λέω ότι εγώ δεν μεγάλωσα με την ιδέα ότι οι Έλληνες είναι εχθροί. Στην οικογενειακή μας μνήμη υπήρχε τραύμα, αλλά υπήρχε και συνύπαρξη. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, ένα από τα πράγματα που με ξάφνιασαν ήταν ότι εδώ συνάντησα πολύ πιο έντονα αυτή την καχυποψία και αυτή την ιστορική εχθρότητα απέναντι στον «Τούρκο». Για μένα αυτό ήταν ένα πολιτισμικό σοκ.

Μέχρι και ποντιακούς χορούς έμαθες, σωστά;
Ναι, και αυτό είναι άλλο ένα παράδειγμα του πόσο πιο σύνθετα είναι τα πράγματα από τα στερεότυπα. Στην Τουρκία είχα μάθει να χορεύω ποντιακά. Ήμουν σε πανεπιστημιακή χορευτική ομάδα και χορεύαμε ποντιακούς χορούς με αυθεντικές φορεσιές που είχαν φέρει από την Κωνσταντινούπολη. Μας έλεγαν καθαρά ότι πρόκειται για ποντιακή, ελληνική, ορθόδοξη παράδοση. Δεν υπήρχε καμία αίσθηση ότι «αγγίζουμε κάτι εχθρικό». Υπήρχε σεβασμός. Κάτι συνέβη ιστορικά, ναι, αλλά δεν υπήρχε μίσος. Αυτό το κουβαλούσα μέσα μου πριν ακόμη μετακομίσω εδώ.
Πότε άρχισες να αμφισβητείς σοβαρά το Ισλάμ;
Πάρα πολύ νωρίς, περίπου στα έξι μου χρόνια. Στην Τουρκία, πολλά παιδιά τα στέλνουν το καλοκαίρι στο τζαμί για να μάθουν να διαβάζουν το Κοράνι στα αραβικά και να γνωρίσουν τις βασικές πρακτικές. Εγώ είχα ένα Κοράνι που είχε και τουρκική μετάφραση. Διάβαζα, όσο μπορούσε φυσικά να καταλάβει ένα παιδί, και άρχιζα να ρωτάω πράγματα που δεν μου έβγαζαν νόημα.
Ο χότζας δεν το πήρε καλά. Στην ισλαμική διδασκαλία, όπως την έζησα εγώ τότε, μπορείς να αναλύσεις το Κοράνι αλλά δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις, επειδή θεωρείται ο λόγος του Θεού. Εγώ όμως από παιδί ήμουν άνθρωπος που ρωτά. Θέλω να καταλάβω γιατί κάτι είναι σωστό ή λάθος. Εκεί είχα την πρώτη μεγάλη σύγκρουση. Εξαιτίας των ερωτήσεών μου ουσιαστικά με έδιωξαν από εκείνον τον κύκλο.
Από τότε άρχισα να απομακρύνομαι εσωτερικά. Δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά ήταν η αρχή. Όσο μεγάλωνα και διάβαζα περισσότερο, τόσο περισσότερο έβλεπα πράγματα που δεν μπορούσα να δεχτώ ως αιώνια αλήθεια.









