Ο Ζηνόβιος και ο Δημήτριος Βάλβης ήταν αδέρφια γεννήθηκαν περί το 1800 στο Μεσολόγγι, ο πατέρας τους ανατινάχθηκε στον ανεμόμυλο δίπλα στον Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ…(εκεί που ο Τύμπας σήμερα έχει τοποθετήσει τον ανδριάντα του Ρωγών Ιωσήφ στο ίδιο ακριβώς σημείο 200 ακριβώς χρόνια μετά)
Το 2022 ο γλύπτης Ευάγγελος Τύμπας αποφάσισε να παγώσει το χρόνο στο γύψο και να φιλοτεχνήσει τις προτομές των δύο πρωθυπουργών για την μόνιμη συλλογή του, ώστε να αφήσει το αποτύπωμα των μορφών τους σε κάθε επισκέπτη που φτάνει στον προαύλειο χώρο του εργαστηρίου του, γιατί η τέχνη πρέπει να αναδεικνύει την ιστορία μας, τον πολιτισμό μας και ο Τύμπας το κάνει με τρόπο μοναδικό, και παράλληλα να τις εντάξει εφέτος σε μια ατομική του έκθεση που σχεδιάζεται εκτός Ελλάδας με πάνω από 80 έργα του για την έξοδο του Μεσολογγίου με αφορμή την συμπλήρωση των 200 χρόνων.

Ο ΖΗΝΟΒΙΟΣ ΒΑΛΒΗΣ πιο έντιμος και από την ίδια την εντιμότητα, σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης με σκοπό να ιερωθεί, γι’ αυτό αλλάζει το βαπτιστικό του όνομα από Ζαφείρης σε Ζηνόβιος. Από τη Χάλκη πηγαίνει στην Πίζα της Ιταλίας και σπουδάζει νομικά με την οικονομική βοήθεια του θείου του Σπύρου Βάλβη, που ζούσε στο Λιβόρνο.
Στις 10 Οκτωβρίου του 1862 γίνετε Υπουργός Δικαιοσύνης. Χρημάτισε Αντιβασιλέας και διετέλεσε Πρωθυπουργός δύο φορές. Επί πρωθυπουργίας του ανέθεσε στο Χαρίλαο Τρικούπη να διαπραγματευτεί με την Αγγλική κυβέρνηση την προσάρτηση της Επτανήσου, που είχε θετική κατάληξη για την Ελλάδα.
Με τη γυναίκα του Αρσινόη, μοναχοκόρη του του Αρχηγού των Μεσολογγιτών Αθανασίου Ραζή-Κότσικα, απέκτησε εννέα παιδιά, τρία αγόρια και έξι κορίτσια.

Το Ζηνόβιο Βάλβη, τον διέκρινε σπάνια πολιτική σύνεση και εντιμότητα, παραμονές Χριστουγέννων, γύρω στο 1870 ο πρόεδρος άρχισε να καταπέφτει, μετά από τη μακροχρόνια και βασανιστική του αρρώστια, τα οικονομικά του ανέκαθεν περιορισμένα, δεν του επέτρεπαν να προμηθευτεί ούτε ξύλα για το τζάκι του. Οι γείτονες με διακριτικότητα του προσέφεραν ότι μπορούσαν, αλλά του έλειπαν σχεδόν όλα από το σπίτι. Μία ανησυχία κυρίεψε το Μεσολόγγι, πως θα έκανε Χριστούγεννα ο γέρο – Βάλβης.
Ο τότε Δήμαρχος καλεί σε μυστική συνεδρίαση και αποφασίζουν μια οικονομική βοήθεια για τον Πρόεδρο. Τώρα γεννήθηκε το μεγάλο ερώτημα, ποιός θα έδινε τα χρήματα στο Βάλβη; Κανείς δεν τολμούσε να παρουσιαστεί μπροστά του, μια τέτοια αποστολή τη νόμιζαν προσβλητική για ένα πρώην αντιβασιλέα και πρωθυπουργό πολύ περισσότερο οι Μεσολογγίτες, που ήξεραν πως αρνήθηκε να δεχθεί ως πρόεδρος της Εθνοσυνελεύσεως τη ψηφισθείσα από το Σώμα επιχορήγηση από χίλιες δραχμές το μήνα, κατά το διάστημα της προεδρίας του, με τη δήλωσή του τότε προς τους πληρεξούσιους, κάτω από τα θυελλώδη χειροκροτήματα όλων στις 23 Ιανουαρίου του 1863, ότι του επαρκούσαν τα έσοδα του και δεν συνέτρεχε κανένας λόγος να επιβαρυνθεί ο δημόσιος προϋπολογισμός.
Απο το 1863 μέχρι το 1870 δυστυχώς οι καιροί για εκείνον ήταν πιο δύσκολοι.
Τότε γέρος και εξαντλημένος, χωρίς κανένα περουσιακό εισόδημα, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα, ασκητικός όπως πάντα, με σχετική αξιοπρέπεια. Τώρα δεν είχε τίποτε και τον εβάραιναν πολλές και μεγάλες οικογενειακές υποχρεώσεις και το χειρότερο απ’ όλα η αρρώστια του. Έτσι σαν έφτασε η παραμονή της εορτής, ο Δήμαρχος και οι συνεργάτες του πήγαν ομαδικά στο φτωχικό του σπίτι τρέμοντας από το κρύο, αλλά και από την αγωνία τους για το πως θα τους δεχόταν ο πρώην αντιβασιλέας και πρωθυπουργός πήραν τη απόφαση να χτυπήσουν την εξώπορτα και σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκαν στο ταπεινό του γραφείο, μπροστά στο ίδιο.
Ο Βάλβης, αποκαμωμένος τους βλέπει αμήχανους και τους ζητάει να του πουν τι θέλουν τέτοια ώρα στο σπίτι του.
Ο Δήμαρχος κάνοντας γερό κουράγιο, του ανέφερε με χίλιες δυο εισαγωγές το σκοπό της αποστολής τους, οπότε με δέος βλέπουν τον πρόεδρο να σηκώνεται όρθιος, αυστηρός και επιβλητικός, να τους λέει τούτα τα βαριά και συγκινητικά λόγια:
«Κατά τον μακρόν δημόσιον βίον μου ετιμήθην από την Ελληνική Πατρίδα και από ξένα κράτη με πολλά αξιόλογα παράσημα, όπως βλέπετε εδώ στη βιτρίνα, αλλά το μεγαλύτερον παράσημον είναι αυτό που μου επιδώσατε εσείς απόψε. Διότι τούτο αποτελεί την αναγνώρισην εκ μέρους της ιδιαιτέρας μου πατρίδος και των συμπολιτών μου, ότι εβίωσα εν αρετή και ότι τα υπαρχοντά μου τα διέθεσα δια τον υψηλόν σκοπόν της της εξυπηρετήσεως των κοινών, και στα σκαμμένα από τα χρόνια και την αρρώστια μάγουλα μου, κυλάνε δυο χοντρά δάκρυα της πιο βαθιάς ευγνωμοσύνης προς τη φτωχή γενέτειρα και τους ευγενικούς εκπροσώπους της.
Τον Αύγουστο του 1872 απεβίωσε πάμφτωχος, ταφείς Δημοσία Δαπάνη, καταλοιπών πολυμελή οικογένεια, ανάγκη περιθάλψεως έχουσα, (όπως έγραψε ο Αθηναϊκός Τύπος της εποχής).

Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΑΛΒΗΣ αδερφός του Ζηνόβιου, απο τα παιδικά του χρόνια έζησε τις πολιορκίες του Μεσολογγίου. Βοήθησε σαν παιδί τους Ελέυθερους Πολιορκημένους, μεταφέροντας πυρομαχικά στις ντάπιες. Λίγες μέρες πριν την έξοδο πήγε με τη μητέρα και την αδελφή του στον Κάλαμο. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, όπου αναγορεύθη διδάκτωρ του Δικαίου. Κατά την απονομή του διδακτορικού του, ο κορυφαίος νομοδιδάσκαλος Καρμινιάρης του είπε:

《 Εσείς οι Μεσολογγίτες δεν είστε μόνο ήρωες, είστε και σοφοί》.
Με την απελευθέρωση της Ελλάδας, γύρισε στην Πατρίδα του και το 1872 γίνεται Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Υπήρξε ασκητικός, λιτοδίαιτος και ακέραιος δικαστής, στις 19 Απριλίου του 1875 προήδρευσε σε γνωστή δίκη…
Πρωθυπουργός έγινε στις 30 Απριλίου του 1886, όταν ο Βασιλεύς Γεώργιος Ά του ανέθεσε σχηματισμό Υπηρεσιακής Κυβέρνησης.
Πέθανε φτωχός στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου του 1892 σε ηλικία 78 χρόνων, και η κηδεία του έγινε με Δημόσια Δαπάνη
Ν.Φ. Ι.Π. Μεσολόγγι









