Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου, 2021

Η Γέφυρα Βέργας Βάλτου στην Επανάσταση του 1821

Η Γέφυρα Βέργας Βάλτου στην Επανάσταση του 1821

Κείμενο και φωτογραφίες Απόστολος Κων. Καρακώστας

«Επ’ αυτής της τυραννίδος, τις κακοποιός Σατράπης ή Μωάμεθ οπαδός, Εις την Σήν εισήλθε Χώραν και εξήλθεν υγειώς;»

(Ηλίας Αναγν. Καραγιάννης Καρβασαράς 1890)

Η κακοτράχαλη περιοχή του Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας με τα βουνά, τις πυκνοδασωμένες ράχες και τις λαγκαδιές, τα ποτάμια και τις μικρές κοιλάδες, διαμόρφωσε από καταβολής της ιστορίας μέχρι σήμερα τον ατίθασο επαναστατικό και υπερήφανο χαρακτήρα των Βαλτινών κατοίκων.

Εδώ στον Βάλτο έδρασαν γενεές και γενεές αρματολών και κλεφτών τα χρόνια της σκλαβιάς και προετοίμασαν την  γενιά του 1821 για την μεγάλη θυσία, την Εθνοσωτήρια Επανάσταση. Τότε χιλιάδες αγωνιστές ξεπήδησαν μέσα από τις λαγκαδιές και με τα φτωχικά τους άρματα, οπλισμένοι όμως με θάρρος και πόθο για λευτεριά, έστησαν τα στήθη τους μπροστά στα οργανωμένα στρατεύματα των πασάδων. Πολλές και αιματηρές οι μάχες που δόθηκαν στην δυτική Ρούμελη με τον μεγάλο ξεσηκωμό του γένους. Χιλιάδες οι Βαλτινοί αγωνιστές που έδωσαν την ζωή τους φυλάγοντας Θερμοπύλες. Πολλοί είναι οι γνωστοί ήρωες που τα ονόματά τους χαράχτηκαν στην ιστορία. Αλλά ακόμα πιο πολλοί είναι οι λησμονημένοι πολεμιστές που δεν γύρισαν από τις μάχες ζωντανοί, και άλλοι που στο πέρασμα των χρόνων ξεχάστηκε η προσφορά τους στον μεγάλο αγώνα.

Κάθε χωριό του Βάλτου έδωσε τα βλαστάρια του για να θεριέψει το δένδρο της πολυπόθητης λευτεριάς στην πατρίδα μας.

Πέρασαν 200 χρόνια από τότε, πολλά γεγονότα σημάδεψαν τον τόπο, πολλές μάχες-πόλεμοι και θυσίες ξανάγιναν για την λευτεριά της χώρας. Ο  λαός μας τα κατάφερε γιατί είχε στο μυαλό του την  γνώση της ιστορίας και φωτεινό φάρο το 1821.

Ας θυμηθούμε διακόσια χρόνια μετά τους αγωνιστές προγόνους μας από τα χωριά του Βάλτου Μαλεσιάδα και Μπονίκεβο (σημερινή Πετρώνα),  που τα χρόνια του Μεγάλου ξεσηκωμού, 1821-1829, φύλαξαν επαξίως τις Θερμοπύλες της Γέφυρας Βέργας.

Η τοποθεσία είχε πάντα σημαντική στρατιωτική αξία. Ήταν το μοναδικό πέρασμα προς τα κάτω, ανάμεσα στον Αχελώο και το Μακρυνόρος. Όποιος εισβολέας ήθελε να προελάσει αποφεύγοντας το ανάμεσα στον Αμβρακικό και Μακρυνόρος πέρασμα, έπρεπε να το χρησιμοποιήσει. Καλυμμένη όλη η περιοχή με πυκνά δάση, γινόταν παγίδα στο στένωμα της Βέργας. Στρατιωτικά αγήματα και μεταφορικά μέσα, καμήλες,  άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, ήταν αναγκασμένα να βαδίζουν σε στενό μονοπάτι το ένα πίσω απ’ το άλλο, ανάμεσα στον Μπζιάκο ποταμό (Ίναχο) και την απότομη νότια πλαγιά της ράχης «Αετός». Αυτό για περίπου εκατό μέτρα εκεί που είναι το πέτρινο Γεφύρι της Βέργας. Οι επαναστατημένοι Έλληνες από το ξεκίνημα του αγώνα φύλαγαν το μέρος και οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να το διασχίσουν ειδικά  τους χειμωνιάτικους μήνες. Αλλά και τον υπόλοιπο χρόνο οι ταμπουρωμένοι στις ράχες δεξιά και αριστερά από το ποτάμι ντόπιοι πολεμιστές προκαλούσαν πανωλεθρία σε όσους αποτολμούσαν να διασχίσουν την στενοκοπιά της Βέργας. Μερικοί από αυτούς που πολέμησαν και πήραν  μάλιστα και παράσημα για την προσφορά τους στον μεγάλο αγώνα από τον Βασιλιά  Όθωνα ήταν οι παρακάτω:

Από την Μαλεσιάδα οι Λιαπαίοι, οι Μαλεσιαδαίοι Κώστας-Γιώργος-Σταμούλης-Νικόλαος-Αθανάσιος και Ζώης. Γιάννης Τσίρος, Κώστας Γκιάτης, Κώστας Σκόντζος, Θανάσης Τσεκούρας, Λισγάρης θ.  Χούσης Ζαχαρής. Και πολλοί άλλοι.

Από τον Μπονίκεβο (Πετρώνα) οι Γεωργουσαίοι Κώστας, Απόστολος, Γιώργος, Μιλτιάδης, Γιάννης. Οι Τουρλιδαίοι Γεώργιος,  Γιάννης, Κώστας, Νίκος.  Ιωάννης Σιαπέρας, Δημ. Θανασούλης, Χρήστος Κατζιάδας, Κώστας Μπρέσιακας, Κώστας Λαβράνος, Ιωάννης Μαστρούφας,  Β. Λαυράνος, Κ. Τσάκνης,  Νικόλαος Μπαλάφας. Τσατσαρωναίοι Βασίλης, Κώστας, Νικολός, Θανάσης, και άλλοι πολλοί.

Άπειρες οι μάχες που δώθηκαν από το «Λυπόρεμα» μέχρι την «Ξερκή»  ( Άνω Κάμπο Μαλεσιάδας), διαδρομή περίπου δυο χιλιομέτρων. Μαλεσιαδίτες αγωνιστές και Μπονικεβιάνοι (Πετρωνιώτες) δεν άφηναν εύκολα τους Τουρκαλβανούς να διαβούν για το Μεσολόγγι. Το στενό έγινε ο τάφος για πολλούς που έπεφταν στο δόκανο της Βέργας. Ακριβώς πάνω από το γεφύρι υπήρχε ένα μικρό πλάτωμα στην πλαγιά. Εκεί ήταν τα ερείπια της μικρής εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής. Και το νεκροταφείο των κλεφτών μέχρι το 1965.

Όταν ήμουν μικρός, στην δεκαετία του 50,  ανέβαινα εκεί, δέκα μέτρα πιο ψηλά από τον στενό δρόμο-πάνω από το εικόνισμα-και μάζευα κούμαρα. Ήταν κατακόκκινα και πεντανόστιμα! Η μάνα μου μόλις με έβλεπε μου φώναζε…Μου έλεγε ότι πατάω τους παλιούς τάφους των κλεφτών. Τον κάθε τάφο τον σημάδευε μια πέτρα όρθια σαν μεγάλο κολοκύθι. Και γω προσπαθούσα να μην πατάω πάνω τους…Στην δεκαετία του 60 που έγιναν οι δρόμοι, μπουλντόζες έριξαν στο ποτάμι χώματα  κόκκαλα και πέτρες και άλλαξαν το τοπίο. Τα μπάζα δεν τα μετάφεραν αλλού, απλώς τα έσπρωξαν στον γκρεμό…Το ποτάμι που ήταν βαθύ από δύο έως και οκτώ μέτρα σε κάποια σημεία, μπαζώθηκε. Οι κατεβασιές των επόμενων χειμώνων παρέσυραν τα χώματα αλλά άφησαν την κοίτη του ποταμού γεμάτη με πέτρες. Όποιος κατέβει κάτω από το γεφύρι θα δει πολλές από αυτές με τρύπες από τα φουρνέλα που τις έσπασαν.

Ίδιες τρύπες φαίνονται και στις πέτρες στο πρανές του δρόμου. Έκτοτε με την κοίτη του Ινάχου μπαζωμένη, με κάθε χειμωνιάτικη κατεβασιά, το ποτάμι πλημμυρίζει εύκολα  τα χωράφια της κοιλάδας… Εκεί από πάνω στην πλαγιά μέχρι και την κορυφή της ράχης ήταν πολλές πέτρες προχειροχτισμένες, τα ταμπούρια των κλεφτών που έστηναν ενέδρα για όσους απερίσκεφτα τολμούσαν να μπουν στο στενό πέρασμα. Πρόγονοί μου από την πλευρά της μάνας μου ζώντας από πριν το 1821 στην περιοχή, πρωταγωνίστησαν στις μάχες που δόθηκαν σε κάθε ευκαιρία.  Ο προ-προ πάππους μου Κώστας Τσατσαρώνης μετά από πολλές μάχες που έλαβε μέρος στην Βέργα και άλλα μέρη, βρέθηκε μέσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι το 1826.

Υπερασπίστηκε το Μεσολόγγι μέχρι την τελευταία στιγμή και βγήκε πολεμώντας στην Έξοδο. Ήταν από τους τυχερούς που επιβίωσαν αν και πληγώθηκε από γιαταγάνι Τούρκικο. Δυστυχώς δυο από τα αδέλφια του δεν τα κατάφεραν να γυρίσουν ζωντανά. Όταν με την απελευθέρωση γύρισε στα Κουκλιά και στην Βέργα έφερε μαζί του τα όπλα του και πάνω απ’ όλα το αγαπημένο του Καριοφίλι, που κατασκευάστηκε το 1770 στην Βενετία. Η κάνη του είχε μήκος 1,30 μέτρα και έριχνε βόλια σε μεγάλη απόσταση, από ράχη σε ράχη. Οπλουργός το μετέτρεψε από εμπροσθογεμές σε οπισθογεμές, το κόντυνε κατά 15 πόντους και πρόσθεσε κινητό ουραίο από Γαλλικό πολεμικό όπλο (Γκρα) του 1874. (Manufacture D’armes St. Etienne 1874).

Οι ιστορίες των αγώνων του στην Βέργα στον Βάλτο και στο Μεσολόγγι έφτασαν ως την δεκαετία του 50. Ήταν από τις αγαπημένες μου όταν ήμουν μικρός και ζητούσα από την μάνα μου, και ηλικιωμένους  συγγενείς μας-ειδικά από τον Μιλτιάδη Γεωργούση-να μου τις διηγούνται…Δυστυχώς οι  παλιοί που έζησαν σε δύσκολες εποχές έφυγαν για πάντα. Και πολλές ηρωικές ιστορίες που έζησαν ή που άκουσαν από προγόνους τους δεν έχουν καταγραφεί, αν και τα τελευταία πενήντα χρόνια είχαμε την τεχνολογία για να το κάνομε. Από ότι απομένει ακόμα στην μνήμη των παλιών, ας περισώσομε ότι μπορούμε ο καθένας για τις επόμενες γενιές.

Απόστολος Κων. Καρακώστας

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.