Τρίτη, Δεκέμβριος 11, 2018

H Τoπική Κοινότητα Κοκκινόβρυσης του Δήμου Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας      

 (Τοπογραφικά, ιστορικά και άλλα)

Κοκκινόβρυση (Κοσίνα) Θέρμου. Φωτογραφία από το blog «Κατελένος και Περίχωρα»
Κοκκινόβρυση (Κοσίνα) Θέρμου.
Φωτογραφία από το blog «Κατελένος και Περίχωρα»

Γράφει ο Σπυρίδων Α. Θεοδωρόπουλος

Μία από τις «Τοπικές Κοινότητες» του Δήμου Θέρμου της Περιφερειακής Ενότητας (Νομού) Αιτωλοακαρνανίας, είναι και αυτή τής Κοκκινόβρυσης.

Η Τοπική Κοινότητα Κοκκινόβρυσης (στο εξής Τ.Κ.Κ.) βρίσκεται στη βόρεια άκρη τού Δήμου Θέρμου, χοντρικά μέσα στη νοητή ‘διχάλα’ που σχηματίζει ο Γιδομαντρίτης (παραπόταμος του Ευήνου) με το παρακλάδι του το Κοσινόρεμα, γνωστό τοπικά και ως Αμπρακιώτικο (ρέμα). Συνορεύει με την Ευρυτανία και με τις Τοπικές Κοινότητες (του Δήμου Θέρμου) Κόνισκας, Αμβρακιάς και Αργυρού Πηγαδίου.

Η Τ.Κ.Κ. αποτελείται από τρεις δυσπρόσιτους οικισμούς, κουρνιασμένους ή μάλλον τρυπωμένους σε ισάριθμες φιλόξενες αγκαλιές τού ανατολικού Παναιτωλικού: Την Κοκκινόβρυση (πρώην Κο[υ]σίνα), σε υψόμετρο 1020μ., τον Άγιο Θεόδωρο (πρώην Μαχαλά), σε υψόμετρο 740μ., και τα Αμπέλια, σε υψόμετρο 640μ. περίπου.

Ελαφρώς ΝΔ της Κοκκινόβρυσης (Κοσίνας) και σε απόσταση ενός περίπου και δύο χιλιομέτρων αντιστοίχως από αυτήν, δίπλα στην κοίτη τού Κοσινορέματος, υπάρχουν δυο έρημοι πια και (μισο)ερειπωμένοι  μικροσυνοικισμοί τής Κοσίνας, τα Σπάρτα (4-5 σπίτια) και ο Ανά[ργ]υρος (2 σπίτια). Μέχρι τη 10ετία του ’50, ενδεχομένως και λίγο αργότερα, στις ερημιές εκείνες που σήμερα σχεδόν μας τρομάζουν, (στα Σπάρτα και στον Ανά[ργ]υρο εννοώ), ζούσε κόσμος… Φτωχά και ταλαιπωρημένα, είναι αλήθεια, αλλά ζούσε και δημιουργούσε εκεί, κόσμος…

Άγιος Θεόδωρος (Μαχαλάς) Θέρμου. Φωτογραφία τού Νίκου Κωστακόπουλου.
Άγιος Θεόδωρος (Μαχαλάς) Θέρμου.
Φωτογραφία τού Νίκου Κωστακόπουλου.

Απέναντι από τον Άγιο Θεόδωρο, πέρα από τον Γιδομαντρίτη [i], υπάρχει ο  νανοσυνοικισμός (2 σπίτια) της Κόνισκας, Χαμαλετσαίικα ή Κοτσ[ι]αλαίικα, ο οποίος ουσιαστικά και πρακτικά είναι κομμάτι τού Αγίου Θεοδώρου.

Τα Αμπέλια αποτελούνται από τον κυρίως οικισμό (Αμπέλια), και τους μικροσυνοικισμούς Σ[υ]κιές και, πέρα από τον Γιδομαντρίτη, (προς την πλευρά τής Κόνισκας), Κούρβ[ου]λα. Στα Αμπέλια, επίσης, ανήκαν και 4 εντελώς απομονωμένα (και σε αρκετά μεγάλη απόσταση από τον κυρίως οικισμό) σπίτια, στις θέσεις (προς τα ανάντη τού Γιδομαντρίτη) Στουρνάρα, Κούμπουρλα, Ασφακολάγκαδα και, πέρα από τον Γιδομαντρίτη, (προς την πλευρά τής Κόνισκας), Αριές (Λ[η]μέρια). Κάποια από αυτά τα έρημα πια σπίτια, είναι ήδη (μισο)ερειπωμένα.

Αμπέλια Θέρμου. Φωτογραφία τού Νίκου Κωστακόπουλου.
Αμπέλια Θέρμου.
Φωτογραφία τού Νίκου Κωστακόπουλου.

Tον ορίζοντα που περιβάλλει την Τ.Κ.Κ., τον διαγράφουν οι ακόλουθες κορυφές, αν και κάποιες από αυτές βρίσκονται εκτός τών εδαφικών ορίων τής Κοινότητας αυτής. Αρχίζοντας από την πλευρά τής Κόνισκας και προχωρώντας αντίθετα με τη φορά τών δεικτών τού ρολογιού, έχουμε: Άγιος Τρύφωνας, Αννινος (1702μ.), Καρυώτ[ι]κο ή Ορσί, Πλατάν[ι] ή Πλατανάκι (1777μ.), Κουκουρέχ[ι] ή Δίκορφο (1746μ.), Μέγα Ίσ[ι]ωμα (1661μ), Τσούκα, Επάνω Κορυφή. Στο ελαφρώς ΝΔ κατεύθυνσης παρακλάδι τού ανατολικού Παναιτωλικού που ξεκινάει από το Κουκουρέχι ή Δίκορφο και καταλήγει κοντά στα Αμπέλια χωρίζοντας την Τ.Κ.Κ. στα δυο, ξεχωρίζουν οι κορυφές Καραπιπέρη και Ψηλή Ράχη (1374μ.), η οποία σε κάποιους χάρτες φέρεται ως Λιάκουρα. Εκτός από τις κορυφές αυτές, υπάρχουν πολλές ακόμα κορυφές και ράχες, τα ονόματα των οποίων είναι γνωστά ως επί το πλείστον μόνο τοπικά.

Σύμφωνα με μια πολύ πετυχημένη έκφραση, η ‘γούβα’ τού Αγίου Θεοδώρου (Μαχαλά), «με λίγα έξοδα (ν)ταβανώνεται»! «Ένα κόσ’νο Θεό έχουμε», ακούς να λένε. Ένα κόσκινο ουρανό δηλαδή… Τόσο στενός είναι ο ορίζοντας που τη στεφανώνει. Κυριολεκτικά ‘μια ντουφεκιά τόπος’ όλη κι όλη η απόμερη ομάλια που κλήθηκε κάποτε (σε πολύ δύσκολους προφανώς καιρούς) να προσφέρει απάγκιο και καταφύγιο σε ανθρώπους πιθανότατα καταδυναστευόμενους,  καταδιωκόμενους, κατατρεγμένους, με δυο λόγια ανθρώπους που βρίσκονταν σε πολύ μεγάλη ανάγκη. Ακριβώς απέναντι από το χωριό, προστάτης μα ταυτόχρονα και ‘δυνάστης’ του, υψώνει σχεδόν κάθετα το ανάστημά του ο μεγαλόπρεπος μα και φοβερός Άννινος [ii]. Η υψομετρική διαφορά από τα ριζά του στο ρέμα (πηγές Γιδομαντρίτη) ως την κορυφή του, ξεπερνάει τα 1100 μέτρα! Να γιατί ήλιος και ουρανός στον Άγιο Θεόδωρο, (καθώς βέβαια και στις καταχωνιασμένες μέσα στη ρεματιά Σ[υ]κιές και σε μέρος τών Κούρβουλων των Αμπελίων), είναι αγαθά «ουσιώδη εν ανεπαρκεία»… Στην Κοκκινόβρυση (Κοσίνα) και στον κυρίως οικισμό τών Αμπελίων, ο ορίζοντας είναι αρκετά πιο ανοιχτός, και συνακολούθως η αίσθηση της ‘στενότητας’ και του ‘περιορισμού’ είναι λιγότερο έντονη εκεί. Στον κυρίως οικισμό τών Αμπελίων, μάλιστα, το αρκετά μεγάλο άνοιγμα που αφήνει η κοιλάδα τού κάτω ρου τού Γιδομαντρίτη, επιτρέπει στο μάτι να φτάσει άνετα ως τις παρυφές τού Πατραϊκού κόλπου.

Όλα τα νερά τής Τ.Κ.Κ. τα μαζεύει ο παραπόταμος του Ευήνου Γιδομαντρίτης, ο οποίος έχει στην περιοχή της τις δυο σημαντικότερες πηγές του. Μία από αυτές, το Κοσινόρεμα, εκτός από τα νερά τής Κοκκινόβρυσης (Κοσίνας), μαζεύει και τα νερά του Αργυρού Πηγαδιού (πρώην Γκερτοβού) και της Αμβρακιάς (Αμπρακιάς).

Ο (κυρίως) Γιδομαντρίτης και το Κοσινόρεμα, συναντιούνται στη θέση στ’ Λιανού το μύλο, λίγο μετά τον συνοικισμό τών Αμπελίων, Σ[υ]κιές. Στη θέση αυτή λειτουργούσε παλιότερα ο πιο γνωστός μύλος τής Τ.Κ.Κ., ο μύλος τού Λιανού, (γνωστός και ως μύλος τ’ Μπαϊράμ[η]). Ο ιστορικός αυτός (διώροφος)  μύλος που εξακολουθεί να στέκει αγέρωχος περιμένοντας, πολλά χρόνια τώρα, την αξιοποίησή του ως «μουσείου υδροκίνησης», εξυπηρετούσε κάποτε όλους τους οικισμούς τής Τ.Κ.Κ. μαζί. Εκτός από τον μύλο, το συγκρότημα Λιανού διέθετε νεροτριβή και μαντάνια, για το πλύσιμο αλλά και για το ‘μαλάκωμα’ των χοντρών υφαντών (και όχι μόνο).

Στο Κουσ[ι]νόρεμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σχεδόν άγνωστο ευρύτερα φαράγγι τής Κρούνας. Το χαρακτηριστικό τοπωνύμιο Κρούνα, προέρχεται πιθανότατα από το πτηνό κ[ου]ρούνα, το οποίο, βεβαίως, παραπέμπει στο μαύρο και (συνεκδοχικά) στο σκοτάδι, στη δυστυχία, στον όλεθρο. Π.χ. στη λαϊκή φράση «Τι σ’ ηύρε, μωρή κ[ου]ρούνα;», η λέξη ‘κ[ου]ρούνα’ αντικαθιστά τη λέξη ‘μαύρη’ / βαριόμοιρη. Η Κρούνα είναι ένα πολύ στενό και βαθύ φαράγγι μικρού μήκους, στα νότια τής Κοσίνας. Το άγριο αυτό και απόκοσμο φαράγγι είναι μάλλον αδιάβατο χωρίς ειδικό εξοπλισμό, διότι μεσολαβούν αλλεπάλληλες   ‘κρεμάσεις’ (καταρράκτες) που δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθούν. Στο φοβερό αυτό φαράγγι, η δεισιδαίμων λαϊκή ψυχή τοποθετούσε το…γενικό ‘αρχηγείο’ τών ‘δαιμονικών’ όλης τής περιοχής! Με ό,τι ‘κινδύνους’ αυτό συνεπαγόταν!.. Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι…

Ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους είναι -σε όλο της το μήκος- και η κοιλάδα τού κυρίως Γιδομαντρίτη, και κατ’ εξοχήν το τμήμα της από τη συμβολή του με το Κουσινόρεμα μέχρι τις απώτατες πηγές του, στις υπώρειες του Πλατανιού και του Κουκουρεχιού.

Πηγές με άφθονο και εξαιρετικό νερό υπάρχουν δεκάδες, ιδίως στην περιοχή τού Αγίου Θεοδώρου και της Κοκκινόβρυσης (Κοσίνας). Ας μνημονεύσω μερικές από τις πιο γνωστές: Καρβούνω, Νεράκι, Πρόσωπο, Κάλανος, Καλάνια, Πλατανάκης, Τρόχαλος, Άμπλας, Δυο Βρύσες, Κρυάβρυση, Ιτιά, Κοκκινόβρυση, Παλιόστανη, Ψωρόλιθο, Πελαγάκι…

Κούρβουλα Αμπελίων Θέρμου Φωτογραφία τού Νίκου Κωστακόπουλου.
Κούρβουλα Αμπελίων Θέρμου
Φωτογραφία τού Νίκου Κωστακόπουλου.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ζωογόνα υδραύλακα, σκαμμένα κάποτε μέσα σε απάτητους γκρεμούς, μικρά, άγνωστα (πλην αξιοθαύμαστα) μνημεία τού ανθρώπινου μόχθου για την επιβίωση… Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αυλάκι το οποίο πότιζε κάποτε τα Ισιώματα, (ένα μερικώς καλλιεργούμενο κατά το παρελθόν πλάτωμα του Άννινου στα ανατολικά τού Αγίου Θεοδώρου), μετατρέποντας ουσιαστικά μια ξεραΐλα σε όαση, που παρήγε πολλούς ‘κάδους’[iii] καλαμπόκι και φασόλια εξαιρετικής ποιότητος, (για να περιοριστώ μόνο σ’ αυτά τα πολύ βασικά προϊόντα). Το ζωογόνο, το πολυτιμότερο ακόμα κι από χρυσάφι νερό, προερχόμενο από την κοντινή Σ[ι]καμ[ι]νούλα , (ένα παράρεμα του Γιδομαντρίτη το οποίο δεν στερεύει ποτέ), έφθανε στα Ισιώματα ακολουθώντας ένα αυλάκι που περνούσε μέσα από φοβερούς  γκρεμούς. Σε δύο ή τρία εξαιρετικά δύσκολα σημεία που ήταν αδύνατον να σκαφτεί αυλάκι μέσα στον βράχο, το νερό περνούσε επάνω σε καλάνια [iv] ή επάνω σε κατάλληλα διαμορφωμένα τσίγκια, τα οποία τα τοποθετούσαν εκεί άνθρωποι παράτολμοι, κρεμασμένοι με σχοινιά, με κίνδυνο κάθε φορά τής ζωής τους της ίδιας… Άλλα χρόνια, άλλες συνθήκες, άλλοι άνθρωποι, άλλοι τρόποι, άλλη ζωή…

Ύστερα ήρθε το «βδέλυγμα της ερημώσεως» της ελληνικής υπαίθρου, και η όαση των Ισιωμάτων ξανάγινε (και παραμένει πολλές δεκαετίες τώρα) ξεραΐλα. Ήρθε το στοίβαγμά μας στις απάνθρωπες τσιμεντουπόλεις και στα γραφεία, ήρθαν η ‘παροχή υπηρεσιών’, το αεριτζηδιλίκι, οι ‘ευκολίες’, ο ‘πολιτισμός’, η ήσσων προσπάθεια, η ΕΟΚ και η ΕΕ με τα ‘προγράμματα’ και τα ‘πακέτα’ τους, με δυο λέξεις η ευημερία με τα γυάλινα πόδια, η δανεική ευημερία…

Πώς να μην εισάγουμε σήμερα το 60% (και βάλε) π.χ. των φασολιών που χρειαζόμαστε, (από τον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Αργεντινή, την Αλβανία…), όταν όχι μόνο τα Ισιώματα αλλά και ολόκληρος ο Άγιος Θεόδωρος, (που εδώ και 40-50 χρόνια παρήγε τόνους ολόκληρους φασόλια!), έχουν ουσιαστικά ρημάξει, όπως έχει ρημάξει και ολόκληρη σχεδόν η ελληνική ύπαιθρος; Και δεν εννοώ, βεβαίως, μόνο τα (ούτως ή άλλως πολύ δύσκολα επιβιώσιμα) ορεινά χωριά τύπου Αγίου Θεοδώρου, αλλά και πλείστα όσα πεδινά και εύφορα…

Μέχρι τα μέσα τής 10ετίας τού ’80, όλοι οι οικισμοί και οι συνοικισμοί τής Τ.Κ.Κ. επικοινωνούσαν μεταξύ τους αλλά και με τους γειτονικούς οικισμούς και με το Θέρμο, (το διοικητικό, εμποροοικονομικό και πολιτιστικό κέντρο όλης τής ορεινής Τριχωνίδας), με μουλαρόστρατες και με μονοπάτια. Σήμερα επικοινωνούν με αμαξόδρομους, το σύνολο των οποίων βρίσκεται, δυστυχώς, σε άθλια  κατάσταση, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον δρόμο που υποτίθεται ότι συνδέει τα Αμπέλια με την Κοκκινόβρυση (Κοσίνα) και εν συνεχεία με την Ευρυτανία…               Οι ιστορικοί εκείνοι μονοπατόδρομοι, (που αντί να συντηρηθούν στοιχειωδώς και να σημανθούν, σβήνουν σιγά-σιγά και χάνονται), δεν συνδέονταν μόνο με τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση· συνδέονταν και με την ομορφιά και με τη χαρά τής φυσικής ζωής.

Να ’ναι πρωινό καλοκαιριάτικο και να κατηφορίζεις προς την Κοκκινόβρυση (Κοσίνα) προερχόμενος από τον Μαχαλά (Άγιο Θεόδωρο), ακολουθώντας μια μαγευτική διαδρομή μέσα στο πυκνό ελατόδασος, και η ψυχή σου ν’ αναγαλλιάζει. Να μοσχοβολάει ρετσίνι και ν’ ακούς το υποβλητικό, το υπερκόσμιο εκείνο αχολόημα,  (άλλοτε θρόισμα, άλλοτε σφύριγμα, άλλοτε βουητό), που κάνει το ελατόδασος ανάλογα με τη δύναμη του αέρα· το τόσο χαρακτηριστικό τιτίβισμα των μικροσκοπικών στεφανουδιών [v]· το χαρούμενο (μπορεί και τρομαγμένο) ξεφωνητό τής τσικλιτάρας [vi]… Να ξεδιψάς στην ξακουστή Κοκκ[ι]νόβρυσ[η], τη βρύση με το εξαιρετικό νερό που -κατά πάσα πιθανότητα- δάνεισε το όνομά της στην ως τότε (1928) Κοσίνα. Στα αθώα παιδικά μάτια, η Κοσίνα φάνταζε, (και ίσως και να ’ταν πράγματι!) ένας μικρός παράδεισος. Με την υπέροχη συναυλία που συνέθεταν οι φωνές, τα αμέτρητα προβατοκούδουνα, τα βελάσματα, τα γαβγίσματα… Με τα καλαμπόκια, τα φασόλια, τις πατάτες που θέριευαν στις καλοκοπρισμένες πεζούλες. Με το ωραίο πανηγύρι ‘των Αγίων Αποστόλων’ (29   Ιουνίου) στην ομώνυμη ραχούλα…

Ο πολύς Πουκεβίλ [vii], ο οποίος, (υπό την ιδιότητά του ως προξένου τής Γαλλίας στην αυλή τού Αλή Πασά από το 1805 ως το 1815), περιηγήθηκε συστηματικά και επί μακρόν τις «ελληνικές χώρες», αναφέρει την Κοσίνα ως κώμη τού Απόκο[υ]ρου   με 100 οικογένειες.

Ως Απόκουρο έγινε ιστορικά γνωστή η προεχόντως ορεινή και άγονη περιοχή τού νομού Αιτωλοακαρνανίας η οποία βρίσκεται μεταξύ τής ΒΑ πλευράς τής λίμνης Τριχωνίδας, του ποταμού Ευήνου, και του (ανατολικού) Παναιτωλικού μέχρι τα όρια με την Ευρυτανία. Σε γενικές γραμμές, το ιστορικό Απόκουρο, συμπίπτει εδαφικά με τον σημερινό Δήμο Θέρμου.

Αναλυτικότερα, η νοητή γραμμή που οριοθετεί το Απόκουρο, ξεκινώντας από τη θέση Γέφυρα Μπανιά (επί της οδού Ναυπάκτου-Θέρμου), ακολουθεί τον κεντρικό ρου τού Ευήνου (ανάντη) μέχρι την περιοχή Διπλατάνου∙ στρέφεται ελαφρώς ΒΔ μέχρι να συναντήσει την οριογραμμή Αιτωλοακαρνανίας-Ευρυτανίας∙ ακολουθεί την οριογραμμή αυτή (με κατεύθυνση δυτική) μέχρι την κορυφή Αραποκέφαλα του Παναιτωλικού∙ στρέφεται ΝΔ και συναντάει τον Κατελάνο (την ψηλότερη κορυφή τού Παναιτωλικού)∙ τρέπεται εν συνεχεία νότια μέχρι να συναντήσει τη λίμνη Τριχωνίδα στη θέση Δογρή (Ντο[υ]γρί) ∙ προχωρεί ΝΑ ακολουθώντας την όχθη τής λίμνης αυτής μέχρι το νοτιότερο άκρο της και, τέλος, ακολουθεί κατεύθυνση ΝΑ για να καταλήξει στην (ασφαλώς τυχαία) αφετηρία που θέσαμε, δηλαδή στη Γέφυρα Μπανιά , γνωστήν και ως γέφυρα της Πούλιανης (σημερ. Μαραθούλας).

Επί Τουρκοκρατίας, και μέχρι το 1833, η «επαρχία Αποκούρου» συμπεριλάμβανε και εδάφη που βρίσκονται στην αριστερή όχθη τού Ευήνου (Ναυπακτία) .   Στα χρόνια τής Επανάστασης του 1821, το Απόκουρο είναι βέβαιο ότι υπαγόταν στο σαντζάκι [viii] τής Ναυπάκτου (ως «ναχιγιές»[ix] τού καζά [x] τού Καρπενησίου). Παλιότερα το Απόκουρο ήταν αυτοτελής καζάς, υπαγόμενος απ’ ευθείας στο σαντζάκι τής Ναυπάκτου, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1499.

Ως πρωτεύουσα του Αποκούρου, (τουλάχιστο κατά την περίοδο που το Απόκουρο ήταν «ναχιγιές» τού καζά τού Καρπενησίου), αναφέρεται η Κοσίνα, η σημερινή δηλαδή Κοκκινόβρυση Θέρμου.

Κατά τα γραφόμενα του σπουδαίου φιλέλληνα Πουκεβίλ, (ο οποίος ωστόσο δεν είναι ούτε πρότυπο ακρίβειας στις περιγραφές του, ούτε και πρότυπο συγγραφικής εγκυρότητας γενικότερα), η Κοσίνα ήταν μέχρι το 1807 «πρωτεύουσα μιας φυλής Βλάχων», των «Βωμιέων», που «ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από την Ιταλία»(!). Ο συνολικός αριθμός τους έφθανε τις 1200 οικογένειες, που ζούσαν διάσπαρτες στην ευρύτερη περιοχή με επίκεντρο την Κοσίνα. Κατά τον ίδιο συγγραφέα, σε ολόκληρη τη ΝΑ Ευρυτανία κυριαρχούσαν τα χρόνια εκείνα οι Βλάχοι. Το έτος εκείνο (1807), πάντοτε κατά τον Πουκεβίλ, ο «άπληστος τύραννος των Ιωαννίνων» ‘χάλασε’ την Κοσίνα και οι κάτοικοί της κατέφυγαν ‘βασανισμένοι’ και ‘εξευτελισμέμοι’, όπως λέει, στα υψίπεδα του όρους Άνινος. Σε χάρτες τών χρόνων εκείνων (1829), ορεινός όγκος Άνινος (Aninos) εμφανίζεται μεταξύ Καρπενησίου (Kirpinish) και Μουσουνίτσας (Musinitzi). Ο Άνινος, επομένως, για τον οποίο κάνει λόγο ο Πουκεβίλ, δεν έχει σχέση με τον σημερινό Άννινο, το βουνό που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τον Άγιο Θεόδωρο.

Εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα: Τι προελεύσεως ήταν οι 100 οικογένειες που λέει ο Πουκεβίλ ότι ζούσαν στην Κοσίνα  την εποχή τού «Ταξιδιού» του, αφού οι ‘ιταλικής’ καταγωγής ‘Βλάχοι’ κάτοικοί της είχαν ‘εκδιωχθεί’, όπως είπαμε, από εκεί το 1807; Ήταν και αυτοί ‘Βλάχοι’, σαν τους εκδιωχθέντες; Ήταν, ενδεχομένως, Αρβανιτόβλαχοι (Καραγκούνηδες); Ήταν κάτι άλλο; Παράδοση, πάντως, περί ‘Βλάχων’, (‘ιταλικής’ μάλιστα καταγωγής!), και περί καταστροφής τού χωριού από τον Αλή Πασά, δεν φαίνεται να υπάρχει στην Κοσίνα. Μπορεί κανείς, βέβαια, να υποθέσει ότι τέτοια παράδοση δεν υπάρχει διότι, (αν ο Πουκεβίλ τα λέει καλά), οι πρόγονοι των νεοτέρων Κοσινίων, (της γενιάς τών παππούδων μας), ήταν πιθανότατα ‘επήλυδες’ (φερτοί δηλαδή) στο χωριό, και επομένως δεν ήταν δυνατόν να ξέρουν για την ‘καταστροφή’ που είχαν υποστεί οι εκεί προκάτοχοί τους ‘Βλάχοι’. Ούτε κι αυτό, όμως, φαίνεται να ευσταθεί διότι, αν κάτι τέτοιο είχε συμβεί, όλο και κάτι θα είχε μάθει η γενιά των παππούδων μας για την ‘τραγική τύχη’ τού ‘έρημου’ χωριού στο οποίο είχαν έρθει να ζήσουν. Πέραν τούτου, γίνεται να εγκατασταθούν, (και μάλιστα σ’ ένα ‘κατεστραμμένο’ χωριό), 100 ολόκληρες οικογένειες μέσα στο μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ τού 1807 (που έγινε το ‘χάλασμα’ της Κοσίνας ‘από τον Αλή Πασά’), και του 1815 (που σηματοδοτεί το τέλος τού «Ταξιδιού» τού Πουκεβίλ);

Κι αν έγινε κάποιου είδους ‘αναγκαστικός’ εποικισμός, δεν θα είχε διασώσει κάτι η προφορική, έστω, μνήμη;

Κατά τον γνωστό και ως «βόρειο νόμο» τής Ελληνικής γλώσσας, το άτονο /ο/ (ο ή ω) προφέρεται [πολύ συχνά] ως /ου/. Π.χ. «άνθρουπους» αντί «άνθρωπος». Στη [ρουμελιώτικη] ντοπιολαλιά μας, ωστόσο, προφέρεται ως /ου/ όχι μόνο το άτονο /ο/, μα κάποτε και το τονισμένο /ο/. Λέμε π.χ. «του πουτάμ[ι]»  αντί «το ποτάμ[ι]».

Χωρίς αμφιβολία, η λέξη «Κοσίνα» ( ή, κατά τα ανωτέρω, «Κουσίνα»), θα μπορούσε  θαυμάσια να είναι λατινογενής. Με βάση τα λεξικά, η λέξη «Cossana» θα μπορούσε να δηλώνει τη γυναίκα που κατοικεί στην (ή κατάγεται από την) ιταλική πόλη Cossae (αι Κόσσαι) [;].

Σε χάρτη τής «Τουρκίας» περιλαμβάνοντα το «Βόρειο Τμήμα τής Ελλάδας» (sic), ο οποίος εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1829 από τους Baldwin & Cradock, (υπάρχει και στο διαδίκτυο στη διεύθυνση         http://en.wikipedia.org/wiki/Karli-Eli), εμφανίζεται οικισμός «Cossana» (Κοσάνα και όχι Κοσίνα!) κοντά στην αριστερή (νοτιοανατολική) όχθη τού κυρίου ρου τού Ευήνου, βόρεια / βορειοανατολικά τής Ναυπάκτου (Lepanto). Βέβαια, οι χάρτες τής εποχής εκείνης είναι τερατωδώς ανακριβείς για τα σημερινά δεδομένα… Σημειώνω εδώ ότι η σημερινή Κοσίνα βρίσκεται πολύ βορειότερα από αυτό το σημείο, (σε άμεση εδαφική επαφή με την Ευρυτανία) και, βεβαίως, στην αντίθετη πλευρά, (βορειοδυτικά), του κυρίου ρου τού Ευήνου (Φίδαρη).

Ο Ουίλλιαμ Μίλλερ, στο κλασικό έργο του «Ιστορία  τής Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα»[xi], γράφει ότι η «ρωμαϊκή» καταγωγή τών Βλάχων «μόλις που επιδέχεται αμφιβολίαν»! Το αυτό υποστηρίζουν και διάφοροι άλλοι συγγραφείς. Η άποψη αυτή φαίνεται να εξηγεί την (κατά τον Πουκεβίλ) ‘πίστη’ τών ‘Βλάχων’ τής Κοσίνας ότι «κατάγονταν από την Ιταλία»! Άλλες απόψεις, (Κ. Κούμας, Α. Κεραμόπουλος, Α. Βακαλόπουλος, Ν. Μέρτζος, Γ. Έξαρχος, Γ. Μπαμπινιώτης κ.ά.) [xii],     φέρουν τους Βλάχους ως γλωσσικά «εκλατινισθέντες» (βασικώς επί Ρωμαιοκρατίας) Έλληνες, που μίλησαν τα λατινογενή Αρωμουνικά, (γνωστά και ως ‘Βλάχικα’), μια γλώσσα που στις μέρες μας τείνει, δυστυχώς, να εξαφανιστεί.

Ο Π. Αραβαντινός [xiii] θεωρεί ότι οι Βλάχοι είναι δακορωμουνικής καταγωγής (Βλαχία / Ρουμανία) με ακραιφνή, όμως, ελληνική συνείδηση. Ο συγγραφέας αυτός μας επιτρέπει να πιθανολογήσουμε ότι οι ‘Βλάχοι’ τής Κοσίνας μπορεί να είναι Αρβανιτόβλαχοι (Καραγκούνηδες), δακορωμουνικής καταγωγής και αυτοί, που έμειναν από την εποχή τού Αλή Πασά «εις τας ορεινάς νομάς» τής Ακαρνανίας και της Ευρυτανίας… Υπέρ τής απόψεως ότι οι Βλάχοι είναι δακορωμουνικής καταγωγής, έχουν ταχθεί οι ιστορικοί Κ. Παπαρρηγόπουλος, Κ. Άμαντος, Γ. Κορδάτος, Ν. Σβορώνος κ.ά. Μιλάμε για πολύ μπερδεμένη ιστορία…

‘Βλάχικο’ απομεινάρι φαίνεται κατά τη γνώμη μου να είναι και το όνομα μιας από τις κορυφές τού ανατολικού Παναιτωλικού, η οποία βρίσκεται ΒΑ του Αγίου Θεοδώρου, και είναι ορατή από το χωριό αυτό. Πρόκειται για την κορυφή ανάμεσα στον σημερινό Άννινο και το Πλατανάκι (Πλατάνι), την οποία το «Τριγωνομετρικό Δίκτυο» αναφέρει ως Ορσί, ενώ οι προχωρημένης ηλικίας κάτοικοι του πλησίον της ευρυτανικού οικισμού Ρυάκι (Καριά), εξακολουθούν να την λένε Ουρς και Ούρσι!! Το τοπωνύμιο αυτό πρέπει να είναι ‘Βλάχικης’ προέλευσης.       «Ούρσα» στα Βλάχικα, urs στα Ρουμάνικα και ursus στα Λατινικά (που είναι και η ρίζα της), σημαίνει αρκούδα…

Μια ‘βόλτα’ στο Διαδίκτυο, αποκαλύπτει ότι οικισμός με το όνομα Κοσίνα υπάρχει στην Αλβανία (κοντά στην Πρεμετή), στο Κοσσυφοπέδιο, στη Ρουμανία, στην Τσεχία, στην Πολωνία, στη Λευκορωσία, και ποιος ξέρει πού αλλού!..  Στα Σερβοκροατικά, πάντως, η λέξη Κοσίνα σημαίνει ‘κλίση’, ‘πλαγιά’, ‘πλάγιασμα’, ‘κατηφοριά’, ‘κάθοδος’ ή κάτι παραπλήσιο. Όπως και να έχει το πράγμα, το ανάγλυφο της Κοσίνας αποδίδεται θαυμάσια με όλες αυτές τις λέξεις!.. Άλλη άποψη, (αυτή του καθηγητή τής Βυζαντινής Φιλολογίας τού Α.Π.Θ. Βασίλη Κατσαρού), πιθανολογεί ότι η λέξη Κοσίνα προέρχεται από το ‘σλαβικό’ /kosh/ που σημαίνει ‘καλάθι’, ‘κοφίνι’.

Σίγουρη, ωστόσο ετυμολογία τού τοπωνυμίου Κοσίνα, δεν έχω καταφέρει μέχρι στιγμής να εντοπίσω.

Ο πραγματικά σπουδαίος λαογράφος και ιστοριοδίφης Δημήτρης Λουκόπουλος, (1874-1943), από την Αρτοτίνα Δωρίδος, ο οποίος υπηρέτησε στο Θέρμο ως δάσκαλος επί πολλά χρόνια, γύρισε όλα τα χωριά τού Απόκουρου μέσα στο διάστημα 1940-1942 (Κατοχή)   και άφησε ένα θαυμάσιο οδοιπορικό που εκδόθηκε πολύ αργότερα, (το 1990), υπό τον τίτλο «Θέρμος και Απόκουρο». Το οδοιπορικό αυτό είναι πλαισιωμένο με ωραίες φωτογραφίες που τράβηξε αργότερα, (πιθανότατα στα τέλη τής δεκαετίας τού ’50 ή το πολύ τα πρώτα χρόνια τής δεκαετίας τού ’60), ο γιος του Νικόλαος, αν και με κάποια λάθη στις λεζάντες.

Μιλώντας, ωστόσο, ο Λουκόπουλος για την Κοσίνα [xiv], φαίνεται να τα μπερδεύει σε κάποια σημεία. Εκτός, βέβαια, κι αν υπαίτιος για το μπέρδεμα αυτό είναι ο άνθρωπος που επιμελήθηκε την έκδοση του χειρογράφου (1990), ή κάποιος άλλος από τους υπευθύνους τής έκδοσης.

Μας «πληροφορεί» π.χ. το βιβλίο ότι τον καιρό τής επίσκεψής του οι κάτοικοι της Κοσίνας ήταν 41, τους οποίους μάλιστα ο Λουκόπουλος χαρακτηρίζει «ομορφανθρώπους»! Στον πρόλογο, βέβαια, του βιβλίου αυτού διευκρινίζεται ότι οι πληθυσμοί τών οικισμών δεν υπήρχαν στο χειρόγραφο του Λουκόπουλου και συμπληρώθηκαν στο πλαίσιο της έκδοσης με βάση την απογραφή τού 1951. Σύμφωνα με την απογραφή αυτήν, (του 1951), η Κοσίνα είχε πράγματι 41 κατοίκους. Η απογραφή τού 1940, λέει ότι τη χρονιά εκείνη η Κοσίνα είχε 144 κατοίκους. Η μάνα μου η Μαρία, (που το 1940 ήταν 23 ετών κοπέλα), θυμάται πολύ καλά ότι το χωριό της είχε τότε 30 περίπου οικογένειες. Με βάση τα δεδομένα τής εποχής εκείνης, ο αριθμός αυτός ταιριάζει θαυμάσια με το επίσημο αποτέλεσμα της απογραφής τού 1940. Επομένως, αυτά που γράφει ο Λουκόπουλος για την Κοσίνα τής εποχής τής περιοδείας του, (1940-1942), ότι δηλαδή  «τώρα τής απομένουν μονάχα πεντέξ οικογένειες, και ερείπια πολλά από σπίτια», δεν ευσταθούν.

Γράφει συγκεκριμένα ο κατά τα άλλα σπουδαίος αυτός λαογράφος: «Ήταν χωριό [η Κοσίνα]· τώρα τής απομένουν μονάχα πεντέξ οικογένειες, και ερείπια πολλά από σπίτια. Χαλάστηκε κι αυτή, όπως η Προστοβά [Καλλιθέα], όπως ο Μπερίκος [Δρυμώνας]. Τρακόσια αντρόγυνα κατοικούσαν, λέει η παράδοση, χωρίς να μπαίνουν στο λογαριασμό οι χήρες και τα ορφανά. Και το χάλασαν το χωριό οι κλέφτες. Όσοι πρόφτασαν να φύγουν, πήγαν και κατοίκησαν στο Ζυγό, κατά του Μεσολογγιού τη μεριά, όπου νοματίζεται κι εκεί Κοσίνα, η  Παλιοκοσίνα που τη λένε». Το ‘χάλασμα’ αυτό τής Κοσίνας, ο συγκεκριμένος συγγραφέας το τοποθετεί στα τέλη τού 18ου αιώνα.

Το μπέρδεμα συνεχίζεται με τις εκκλησίες τής Κοσίνας. Ως κύρια εκκλησία τού οικισμού ο Λουκόπουλος αναφέρει τον ‘Αϊ-Γιάννη’.  Γράφει γι αυτήν: «Η εκκλησία ήταν κάπως μεγάλη και τη μίκρυναν σήμερα, υλικά όμως καινούργια δεν χρησιμοποίησαν. Ό,τι είχε η παλιά πήραν. Πήραν και δυο γραμμένες πλάκες που ήταν τοιχισμένες πάνω απ’ τη Δυτική οξώπορτα, για να μη χαθούν, και τις τοίχισαν και πάλι κοντά στο γείσο τού Βορεινού τοίχου απέξω».

Κατά τον Λουκόπουλο, η μία πλάκα φέρει χρονολογία 1750 (ή 1752) και κάποιες λέξεις που δεν βγάζουν κανένα απολύτως νόημα. «Να λοιπόν ένα βέβαιο στοιχείο τής ιστορίας τού χωριού που έχομε. Έχτισε καθολική εκκλησία του στα 1750 και για να τη χτίση τότε, θα πει πως ήταν στην ακμή του», γράφει ο Λουκόπουλος.

«Η δεύτερη πλάκα», συνεχίζει, «καλογραμμένη, όπως είναι, διαβάζεται μια χαρά: ‘Έτος 1849. Ο συντρομητής Σταύρος Βαζούρας. Μαστρογιάννης Αυγούστου 31’».

Κύρια εκκλησία τής Κοσίνας ήταν από παλιά (και εξακολουθεί να ‘είναι’) η Αγία Παρασκευή. Σύμφωνα με τη ζωντανή ακόμα τοπική προφορική παράδοση, στον χώρο τής Αγίας Παρασκευής υπήρχε παλιά μοναστήρι. Στον περίβολό της βρέθηκε μικρός αριθμός μεγάλων αποθηκευτικών πιθαριών. Κατά τον Ι. Νεραντζή [xv], τα πιθάρια αυτά, (αχρονολόγητα επισήμως), «δείχνουν να ανάγονται στους Αρχαίους χρόνους». Ένα από αυτά τα πιθάρια επιβιώνει, και βρίσκεται μέσα στην συγκεκριμένη εκκλησία. Σύμφωνα με ανεπίσημες πληροφορίες, τα υπόλοιπα σπάστηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή κάποιων φούρνων… Αυτοί, δυστυχώς, είμαστε… Από τότε που η μάνα μου, (γεννημένη το 1917), μπορεί να θυμάται, (και η μνήμη της είναι ακόμα άριστη!), η Αγία Παρασκευή υπήρχε. Επομένως υπήρχε οπωσδήποτε και την εποχή τών επισκέψεων του Λουκόπουλου στο χωριό, (επί Κατοχής αλλά και παλιότερα). Ο Αϊ-Γιάννης δεν είναι παρά ένα ξωκκλήσι πέρα από το Κοσινόρεμα, πιθανότατα παλιότερο από τη (σημερινή) Αγία Παρασκευή. Την ύπαρξη του ξωκκλησιού αυτού στο συγκεκριμένο σημείο, την σημειώνει και ο Λουκόπουλος («εξωκκλήσι τού παλιού χωριού» το λέει), χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει το όνομά του.

Θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι αυτά που γράφει ο συγκεκριμένος συγγραφέας για τον Αϊ-Γιάννη, ισχύουν για την Αγία Παρασκευή.

Το κακό είναι ότι ο τοίχος τής σημερινής Αγίας Παρασκευής, (του κατά Λουκόπουλο «Άη Γιάννη»), όπου κατά  τον συγγραφέα αυτόν έχουν ξανατοιχιστεί οι δυο πλάκες με τις χρονολογίες και τα άλλα στοιχεία, έχει σοβατιστεί, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί η ακρίβεια των λεγομένων του. Δεν είναι, βέβαια, και πολύ δύσκολο να αφαιρεθεί ο σοβάς στο συγκεκριμένο σημείο που αναφέρει ο Λουκόπουλος, έτσι ώστε, αν πράγματι υπάρχουν εκεί πλάκες, να αποκαλυφθούν και να αναδειχθούν.

Οικισμό με το όνομα «Παλιοκοσίνα» «στο Ζυγό, κατά του Μεσολογγιού τη μεριά», (όπου κατά τα ανωτέρω εγκαταστάθηκαν οι Κοσίνιοι που πρόφτασαν να φύγουν όταν ‘χαλάστηκε’ η Κοσίνα), δεν μπόρεσα μέχρι στιγμής να εντοπίσω. Είναι χαρακτηριστικό ότι το όνομα αυτού του (κατά τον Λουκόπουλο) νέου οικισμού στον Ζυγό δεν ήταν «Νέα Κοσίνα» αλλά «Παλιοκοσίνα», προφανώς εις ανάμνησιν της ‘καταστραφείσης’ (παλαιάς) Κοσίνας.

Πότε και πώς ‘καταστράφηκε’ η (κάποτε σπουδαία) Κοσίνα, από πουθενά δεν προκύπτει με βεβαιότητα. Το πιθανότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι να καταστράφηκε από Κλέφτες (ή και ληστές) που ήθελαν να επιβάλουν δια της βίας τον ‘νόμο’ τους σ’ εκείνους τους άγριους καιρούς. Σε «χρονογράφημα» του γνωστού ως ‘Κώδικα’ Ιατρίδη, αναγράφεται: «1798. Τη 18 Ιουλίου ημέρα Κυριακή, ο εκ Κουρήτιδος [Αποκούρου] και ταύτης Καπετάνιος ων Φώτιος, καταδιωκόμενος τότε υπό του σατράπου τών Ιωαννίνων Αληπασά, έχων μεθ’ εαυτού και τον εκ της Θεσπρωτίας Αλβανόν Σάκκαν Τσάμην λεγόμενον, τον τε Καλεμέ Οσμανζεϊζάν, Αλβανόν και τούτον, και εις διακοσίους περίπου αριθμούμενοι, εληίζοντο [xvi]   τα κατά την Αιτωλίαν χωρία. Αυτοί ούτοι επιπεσόντες και κατά του Μεγ. Χωρίου, διήρπασαν όλην την κινητήν τών κατοίκων περιουσίαν· πυρπολήσαντες δε και υπέρ το ήμισυ των οικιών, και πολλούς αιχμαλώτους απαγαγόντες, διελθόντες διά του Κρικέλου και Δομνίστης, μηδεμίαν εκεί βλάβην προξενήσαντες, κατήλθον εις τα κατά την Κουρήτιδα [Απόκουρο] χωρία, όπου μετά χρόνου ου πολλού παρέλευσιν λαβόντες και τα λύτρα απέλυσαν τους αιχμαλώτους» [xvii].

Λιγότερο πιθανό φαίνεται, να καταστράφηκε το χωριό από κάποια  εξουσία, (Αλή Πασάς ;), επειδή αποτελούσε φωλεά ‘παρανόμων’ (τύπου Σουλίου ;), που αμφισβητούσαν ή ενοχλούσαν αυτή την εξουσία. Η καταστροφή αυτή πρέπει να έγινε κάπου μεταξύ τών τελών τού 18ου και των πρώτων αρχών τού 19ου αιώνα.

Υπάρχει, εν τούτοις, και η εκδοχή τής φυσικής καταστροφής. Παλιοί Κοσίνιοι διασώζουν την προφορική παράδοση ότι η Κοσίνα, ‘βούλιαξε’ τρεις φορές προς την πλευρά τού βαράθρου τής Κρούνας…

Στο «Αρχείο Αγωνιστών» τού 1821, ο ακάματος ιστοριοδίφης Κώστας Μαρίνος, δάσκαλος από τον Δρυμώνα Θέρμου, εντόπισε, 14 Κοσίνιους και 3 Μαχαλιώτες [xviii].

Τα ονόματα των Κοσινίων είναι: ΓΑΪΤΑΝΗΣ Νάσος, ΖΩΡΗΣ Δημήτριος (γεννημένος στην Κοσίνα το 1800), ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ, ΚΩΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Γεώργιος, ΚΩΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Δημήτριος, ΛΑΜΠΡΗΣ Γεώργιος (γεννημένος στην Κοσίνα το 1800), ΛΕΒΕΝΤΗΣ Τριαντάφυλλος (γεννημένος στην Κοσίνα το 1795), ΜΥΛΩΝΑΣ Νικόλαος, ΠΑΠΑΠΑΝΟΥ Αναγνώστης, ΡΗΓΑΣ Γεώργιος, ΡΗΓΑΣ Ιωάννης, ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΗΣ Δημήτριος, ΤΖΑΦΩΚΑΣ (;) Αθανάσιος και ΤΖΑΦΩΚΑΣ (;) Γεώργιος.

Τα ονόματα των Μαχαλιωτών είναι: ΒΑΖΟΥΡΑΣ Αθανάσιος (γεννημένος στον Μαχαλά το 1804), ΒΑΖΟΥΡΑΣ Σταύρος και ΒΑΖΟΥΡΑΣ Χρήστος.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι αγωνιστές αυτοί πολέμησαν υπό τις διαταγές τού Κωνσταντίνου (ή Κώνστα) Σιαδήμα, από το Αργυρό Πηγάδι, (πρώην Γκερτοβό), μέχρι, βεβαίως, το ηρωικό τέλος του στην Έξοδο του Μεσολογγίου (1826). Ο σουλιώτικης καταγωγής Σιαδήμας, «ο αδιαμφισβήτητος φυσικός αρχηγός τών Αποκουριτών», ήταν, μαζί με τον Αθανάσιο Ταρκαζίκη, Αρματωλός Αποκούρου στην υπηρεσία τού Αλήπασα [xix]. Ο πίνακας αυτός των αγωνιστών, είναι βέβαιο ότι απέχει πολύ από του να είναι πλήρης. Η ζωντανή μέχρι σήμερα προφορική παράδοση των Θεοδωροπουλαίων (πρώην Ντουναίων) τού Αγίου Θεοδώρου, οι οποίοι κατάγονται από την Κοσίνα, μνημονεύει 3 Ντουναίους (3 αδέρφια) που έπεσαν στο Μεσολόγγι (πιθανότατα στην Έξοδο) υπό τις διαταγές τού Σιαδήμα…

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση που επιβιώνει ως τις μέρες μας μεταξύ τών Λαμπραίων, της κυρίαρχης ‘φάρας’ στην Κοσίνα, ο γενάρχης τους (οπλαρχηγός;) κατάγεται από την περιοχή τού ιστορικού Σουλίου, την οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εσπευσμένα προκειμένου να γλυτώσει από τα νύχια τού Αλή Πασά. Το ίδιο ακριβώς παραδίδεται και για τους γενάρχες τών Ντουναίων (των μετέπειτα Θεοδωροπουλαίων) και των Λεβενταίων τού Μαχαλά, (σογιών με κοσινιώτικη προέλευση), αλλά και πολλών άλλων οικογενειών τού πάλαι ποτέ Δήμου Αμβρακίας.

Παραδίδεται, έχει υποστηριχθεί πειστικά και, επομένως, φαίνεται σχεδόν απολύτως βέβαιο ότι η Κοσίνα, (η μετέπειτα Κοκκινόβρυση), είναι η ρίζα (η ‘μητρόπολη’) και του Μαχαλά, (του μετέπειτα Αγίου Θεοδώρου), αλλά και των Αμπελίων [xx].

Τα Αμπέλια φαίνεται να εγκαινίασαν την παρουσία τους στην ιστορία, κυριολεκτικά  ως αμπελοχώραφα των Κοσινιωτών. Η εκατόχρονη σήμερα μάνα μου, η οποία κατάγεται από την Κοσίνα, διηγείται ότι στα νιάτα της κουβαλούσε η ίδια, στην πλάτη της, σταφύλια από τα Αμπέλια στα Σπάρτα τής Κοσίνας, παίρνοντας ως μεροκάματο μαλλιά…             Όπως γράφει και ο Λουκόπουλος, λόγω τής σχετικά μεγάλης απόστασης από την Κοσίνα, (μιάμιση με δύο ώρες ποδαρόδρομος περίπου), κάποιοι το βρήκαν φρονιμότερο να σταματήσουν το διαρκές και κοπιαστικό αλλά και επικίνδυνο πήγαινε – έλα, και να εγκατασταθούν επί τόπου. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν τραυματιστεί ή και χάσει τη ζωή τους, διανύοντας τον παλιό μονοπατόδρομο, (που περνούσε χαμηλότερα από τον ίδιας μορφής δρόμο που κατασκευάστηκε αργότερα), ο οποίος ένωνε την Κοσίνα με τα Αμπέλια. Τα πρώτα καλύβια που στήθηκαν εκεί (αλλά και στα απέναντι Κούρβουλα) για να τους βολέψουν στοιχειωδώς, αντικαταστάθηκαν σιγά – σιγά από σπίτια, και έτσι, με τον καιρό, προέκυψε το ξεχωριστό χωριό Αμπέλια. Στα Αμπέλια μέσα, γράφει ο Λουκόπουλος, «σε πεδικλώνουν τα αρχαία κεραμίδια και είναι σαν να σου λένε: εδώ …υπήρχε και σε αρχαία χρόνια χωριό»[xxi].

Κατά τον Ι. Νεραντζή, σύμφωνα με υπάρχουσες ενδείξεις, στην ευρύτερη περιοχή τού πρώην δήμου Αμβρακίας, (επομένως και στην Τοπική Κοινότητα Κοκκινόβρυσης), κατοικούσε κατά την αρχαιότητα ‘τοπική φυλή’ τών Οφιέων, με οικιστικό της επίκεντρο την κοντινή Αμβρακιά. Η τοπική αυτή φυλή τών Οφιέων, (γνωστών και ως Οφιονέων), ανήκε στο αρχαιοελληνικό φύλο τών Αιτωλών και λάτρευε τον «υψιβρεμέτη κεραύνιο Δία». Ειδικότερα για τον Άγιο Θεόδωρο και τα Αμπέλια, ο Νεραντζής γράφει ότι έχει επισημανθεί διασπορά «αρχαίας» κεραμικής, ενώ για την Κοκκινόβρυση (Κοσίνα) κάνει λόγο περί διασποράς «Κλασσικών και Ελληνιστικών» κεραμικών στον λόφο που στέφεται από την εκκλησία τής Αγίας Παρασκευής [xxii].

Κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβη με τα Αμπέλια, πρέπει να συνέβη και με τον Μαχαλά, τον μετέπειτα Άγιο Θεόδωρο. Ο οικισμός αυτός, φαίνεται να εγκαινίασε την παρουσία του στην ιστορία ως μαχαλάς τής Κοσίνας. Εντεύθεν, βεβαίως, και το όνομά του, Μαχαλάς [xxiii].

Ο Δ. Λουκόπουλος γράφει ότι επάνω σε εικόνα τής Αγίας Παρασκευής μέσα στην εκκλησία (της Κοίμησης της Θεοτόκου) του Μαχαλά, διάβασε την αφιέρωση: «Δούλος Κυρίου Ζαφείρη Μπούρα, 1691»[xxiv]. Στηριζόμενος, (επισφαλώς κατά τη γνώμη μου), στην πληροφορία αυτήν ο Δ. Λουκόπουλος, συμπεραίνει ότι το 1691 ο Μαχαλάς υπήρχε!    Άκρη για το αν η εικόνα αυτή υπήρχε πράγματι μέσα στην εκκλησία τού Μαχαλά, καθώς και για το πού μπορεί να βρίσκεται (η εικόνα αυτή) σήμερα, δεν μπόρεσα μέχρι στιγμής να βγάλω. Ακόμα, όμως, κι αν δεχθούμε ότι η εικόνα αυτή υπήρχε πράγματι εκεί την εποχή τής επίσκεψης του Λουκόπουλου, δεν είναι καθόλου απίθανο να είχε μεταφερθεί στον Μαχαλά πολύ αργότερα, (δηλαδή πολύ μετά το 1691), από αλλού, (ενδεχομένως από την Αγία Παρασκευή τής Κοσίνας ή την Αγία Παρασκευή τής Μάντρας Θέρμου ), με πρωτοβουλία κάποιου ιερέα ή κάποιου πιστού. Πέραν τούτου, επώνυμο ‘Μπούρας’ στον Μαχαλά, ούτε υπάρχει, ούτε προκύπτει από πουθενά ότι υπήρξε στο παρελθόν.

Παραδίδεται και αποτελεί κοινή πίστη ότι αρχικά ο Μαχαλάς, (ο μετέπειτα Άγιος Θεόδωρος), δεν βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα, αλλά λίγο ψηλότερα (ΒΔ του σημερινού οικισμού), στην εκτεταμένη περιοχή που είναι τώρα γνωστή ως Απάν’ Χωριό. Πότε και -το κυριότερο- γιατί ‘εγκαταλείφθηκε’ / ‘ερημώθηκε’ ή, τέλος πάντων, έπαψε να λειτουργεί και να υπάρχει το Απάν’ Χωριό, και πώς ακριβώς προέκυψε το καινούργιο (σημερινό) χωριό, κανένας δεν φαίνεται να ξέρει και μόνο εικασίες μπορούν να διατυπωθούν. Κατά τη γνώμη μου, πάντως, το πιθανότερο είναι, το (αρχικά ‘σκόρπιο’ σε μεγάλη έκταση) ‘χωριό’ να ‘κατέβηκε’ με τα χρόνια και να ‘συγκεντρώθηκε’ χαμηλότερα, γιατί εκεί το μέρος είναι πιο ασφαλές (ως πιο απόμερο), πιο ‘απόγονο’, (καλύτερα, δηλαδή, προστατευμένο από τον αέρα, το χιόνι, το κρύο) και πιο εύφορο (ως κατά το πλείστον ποτιστικό), αφού εκεί, στη νέα θέση, τα νερά ήταν πολύ περισσότερα και πολύ ‘ευκολότερα’ (λόγω τής Δέσης [xxv]).

Ίχνη παλαιάς ή και ‘αρχαίας’ κατοίκησης, (κυρίως χαρακτηριστικά κεραμίδια και ‘σκουριές’), έχουν εντοπισθεί σε πολλά σημεία τού Απάν[ω] Χωριού: Παλιάμπελο, Πουρί, Γούπατα και αλλού. Κομμάτια από τέτοια κεραμίδια χρησιμοποιούσαν παλιότερα οι χωριανοί ως πρακτική  και εξαιρετικά αποτελεσματική ‘θερμοφόρα’.

Στην ‘είσοδο’ του Αγίου Θεοδώρου από την πλευρά τού Θέρμου, ακριβώς εκεί όπου τελειώνουν οι φοβεροί γκρεμοί και αποκαλύπτεται ξαφνικά στα μάτια τού επισκέπτη ολόκληρο το χωριό, υπήρχε από παλιά (και εξακολουθεί να υπάρχει) ένα εικόνισμα. Εξ ου και η ονομασία τής θέσης· ‘στο [Ει]κόν[ι]σμα’. Η θέση αυτή είναι γνωστή και με ένα άλλο, δεύτερο όνομα· ‘Στο Φουρνάκ[ι]’. Σύμφωνα με τη διήγηση του πατέρα μου, (γεννημένου το 1912), λίγο πιο πάνω από το εικόνισμα αυτό, και ακριβέστερα στην άκρη στα πεζούλια τής ‘καψάλας’[xxvi] τού Γιώργου του Σκουλαρίκη, (προς την πλευρά τού εκεί γκρεμού), υπήρχε μια προφανώς παμπάλαιη θολωτή κατασκευή  σαν φούρνος, φτιαγμένη μαστορικά με μεγάλες πέτρες. Κάθε επόμενη στρώση (ζωνάρι) από πέτρες, ήταν προβολικά τοποθετημένη επάνω στην προηγούμενη. Κατά την παράδοση, (που δεν είναι μόνο τοπική αλλά υπάρχει σε σχεδόν πανελλήνια κλίμακα), τα κτίσματα αυτά (πιθανότατα τάφοι) ήταν ‘καταφύγια’ μέσα στα οποία τρύπωναν τα ‘αρχαία χρόνια’ οι άνθρωποι, τάχα για να γλυτώσουν από κάποιο θανατηφόρο «κ[ου]νούπ[ι]»!..[xxvii]   Όταν το παράξενο εκείνο κτίσμα ανοίχτηκε, (οπωσδήποτε χωρίς πολιτισμικής φύσεως ευαισθησίες…), βρέθηκε μέσα ένα πήλινο κανάτι και κάτι άλλο που έμοιαζε με λυχνάρι, επίσης πήλινο. Τι απέγιναν αυτά τα (κατά πάσα πιθανότητα) εξαιρετικής σημασίας ευρήματα, τα οποία ο πατέρας μου τα είχε δει όταν ήταν ακόμα παιδί, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Δεν θεωρώ καθόλου απίθανο, το προαναφερθέν τοπωνύμιο Φουρνάκ[ι] να οφείλεται στο εν λόγω -προφανώς ‘αρχαίο’ κατά τη γνώμη μου- φουρνόσχημο κτίσμα.

Στην κορφή στον Άγιο Θεόδωρο, ελάχιστα ψηλότερα από τα τελευταία σπίτια, υπάρχει ένα πλάτωμα που λέγεται στ’ Κουζίκ[η]. Σε ελάχιστη απόσταση από το σημείο αυτό, (προς τα ΒΑ), υπάρχει η θέση Παλιάμπελο. Σύμφωνα με διήγηση του πατέρα μου Αναστασίου, (γεννημένου το 1912), στη θέση αυτή, και ακριβέστερα δίπλα στο (μη υπάρχον σήμερα) ‘καλύβι τού Μπόχιου’, οι γονείς του έσπερναν καλαμπόκι σε μια πεζούλα η οποία σήμερα ανήκει στον πρωτοξάδερφό μου Κωνσταντίνο Δ. Χαμαλέτσο. Κάποτε ήταν ο Θεός παρακάτω! Έβρεχε και χιόνιζε περισσότερο, ο κόσμος δούλευε πολύ πιο σκληρά, και πρόκοβε καλαμπόκι άνυδρο εκεί που σήμερα δεν φυτρώνει ούτε ρίγανη, που λένε… Στο όργωμα επάνω, εντελώς συμπτωματικά, βρέθηκε μέσα σε μια μπλάνα ένα «στριφτάρι» παλιά νομίσματα, κατά πάσα πιθανότητα ασημένια. Πόσα ήταν τα νομίσματα εκείνα, ποιας εποχής και ποιας ‘αξίας’, δεν ήξερε ο πατέρας μου να μου πει. Ούτε και τι απέγιναν γνώριζε. Ο ίδιος, άλλωστε, όταν έγιναν όλα αυτά, δεν ήταν παρά μικρό παιδί. Η μικρή αυτή ιστορία, έχει ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου συνέχεια: Ο μεγαλύτερος αδελφός τού πατέρα μου, ο Θεοδόσης, (γεννημένος το 1901), είχε λάβει μέρος στην -εν τέλει εφιαλτική- Μικρασιατική Εκστρατεία. Διαρκούσης της εκστρατείας εκείνης, ο Θεοδόσης είχε βρεθεί κάποια στιγμή στο χωριό με αναρρωτική άδεια, γιατί είχε αρρωστήσει βαριά. Όταν ξανάφευγε για τη μονάδα του στο μέτωπο, πήρε μαζί του ένα από αυτά τα νομίσματα που είχε ξεμείνει μέσα σε μια κασέλα. Το έδωσε, (διηγιόταν αργότερα ο ίδιος ο Θεοδόσης στους δικούς του), σ’ έναν Τούρκο (;) ‘σαράφη’ στην Προύσα τής Μικράς Ασίας, και πήρε εβδομήντα (70) δραχμές, ποσό σημαντικό για εκείνη την εποχή. Όταν το είδε ο σαράφης, γέλασε! Γιατί άραγε; Ήταν, μήπως, τούρκικο;  Ήταν βυζαντινό; Ήταν (αρχαίο) ελληνικό; Τι ήταν; Δεν θα το μάθουμε ποτέ…

Δεν ήταν, ασφαλώς, η μοναδική φορά που είχαν βρεθεί ‘αρχαία’ νομίσματα στην περιοχή τού Μαχαλά. Λέγεται ότι στη θέση Ψηλά Πουρνάρια, στην κορυφή σχεδόν του χωριού, ο Ευστάθιος Βαζούρας, γνωστός και ως ‘Σταθάκης’, βρήκε κάποτε ‘αρχαία’ νομίσματα. Σύμφωνα με τη διήγηση του πατέρα μου, ο τυχερός γέροντας δεν χρειάστηκε ούτε να σκάψει, ούτε να κάμει οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια για να τα βρει. Τα νομίσματα ήταν σχεδόν εντελώς στην επιφάνεια της γης, και τα είχε φέρει στο φως τής ημέρας μια δυνατή βροχή. Τι είδους νομίσματα ήταν αυτά, ποιας εποχής και ποιας ‘αξίας’, δεν θα το μάθουμε ποτέ…

Στη θέση αυτή (στα Ψηλά Πουρνάρια) θρυλείται ότι παλιά υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη τού Αγίου Θεοδώρου (ή των Αγίων Θεοδώρων). Μπορεί και μοναστήρι. Η εκεί επιβίωση, μέχρι τελευταία, κάποιων πανάρχαιων και τεράστιων πουρναριών, εξ ου, προφανώς, και το μικροτοπωνύμιο, συνηγορεί, νομίζω, (μέχρις ενός σημείου βεβαίως), υπέρ αυτής της εκδοχής. Αυτός φαίνεται να είναι και ο λόγος που το χωριό, (όταν αποφασίσθηκε από την Πολιτεία πως πρέπει να πάψει να λέγεται επισήμως Μαχαλάς), μετονομάσθηκε σε «Άγιος Θεόδωρος» (1954). Τα τελευταία χρόνια, έχει κατασκευαστεί στη θέση αυτή περικαλλές (αλλά και υψηλού κόστους) ναΰδριο, αφιερωμένο στον Άγιο Θεόδωρο.

Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση, (Τροιζήνα 1827), ακολουθώντας τη Βυζαντινή παράδοση, χώρισε την «Ελλάδα» σε «θέματα», και τα «θέματα» σε επαρχίες. Ένα από τα «θέματα» αυτά ήταν η Αιτωλία, και το Απόκουρο ήταν μία από τις επαρχίες του [xxviii].

Με το Β.Δ. (Βασιλικό Διάταγμα) της 3(15).4.1833 (Φ.Ε.Κ. 12), το νεοσύστατο (1830) ελληνικό κρατίδιο (πρωτο)διαιρέθηκε σε νομούς και επαρχίες. Με τη διαίρεση εκείνη, η περιοχή τής σημερινής Τ.Κ.Κ. είναι σχεδόν απολύτως βέβαιο ότι υπήχθη στην «επαρχία Αγρινίου», του νομού «Ακαρνανίας και Αιτωλίας». Κι αυτό διότι η συγκεκριμένη επαρχία (Αγρινίου) συνεστήθη «εκ της μέχρι τούδε [1833] επαρχίας Βλοχού και του επί της δεξιάς όχθης τού Ευήνου κειμένου μέρους τής επαρχίας Αποκούρου» (Κουρήτιδος)∙ του μέρους, δηλαδή, (της επαρχίας Αποκούρου) εντός τού οποίου βρίσκεται η Τ.Κ.Κ.

Με το Β.Δ. της 1(13).10.1835, (Φ.Ε.Κ. 19), η ως άνω επαρχία «Αγρινίου» (πρωτο)διαιρέθηκε σε δήμους, ένας εκ των οποίων ήταν ο της «Αμβρακίας». Ο δήμος αυτός απετελείτο από δέκα συνολικά οικισμούς, και είχε ως «πρωτεύουσά» του το χωριό Αμβρακία, (τη γνωστή και ως Αμβρακιά και Αμπρακιά), που βρίσκεται σε μικρή απόσταση δυτικά τών δικών μας Αμπελίων, πέρα από το Κοσινόρεμα. Ένας από τους δέκα αυτούς οικισμούς, ο οποίος εμφανιζόταν τότε, (με το ως άνω Β.Δ. του 1835), για πρώτη φορά στη νεοελληνική κρατική γραφειοκρατία, ήταν και η Κοσίνα, με 33 οικογένειες και 133 συνολικά κατοίκους.

Όλως περιέργως, στο ίδιο Β.Δ., αυτό δηλαδή της 1(13).10.1835, (Φ.Ε.Κ. 19, σελ. 81), οι οικισμοί από τους οποίους αποτελείται ο ως άνω δήμος Αμβρακίας εμφανίζονται (με μια-δυο εξαιρέσεις) να συγκροτούν ταυτοχρόνως τον δήμο «Κουρήτιδος» της επαρχίας «Ναυπάκτου»! «Πρωτεύουσα» του τελευταίου αυτού δήμου είναι ο «Κουρίτης» (sic) ή «Βερίκος», δηλαδή ο Μπερίκος, ο μετέπειτα Δρυμώνας. Στο εύλογο αναρώτημα αν είναι δυνατόν στο ίδιο Β.Δ. η ίδια ομάδα οικισμών να αποτελεί ταυτοχρόνως δύο διαφορετικούς δήμους, οι οποίοι μάλιστα (δήμοι) ανήκουν σε δύο διαφορετικές επαρχίες, η απάντηση είναι προφανώς αρνητική. Πιθανώς η Διοίκηση να εξέταζε τα ενδεχόμενα να υπαγάγει την περιοχή αυτήν ή στην επαρχία Αγρινίου (ως δήμο Αμβρακίας), ή στην επαρχία «Ναυπάκτου» (ως δήμο Κουρήτιδος), και να πέρασαν κατά λάθος στο συγκεκριμένο ΒΔ και οι δύο αυτές εκδοχές.

Ο Νόμος ΚΕ΄ της 5.12.1845, (Φ.Ε.Κ. 32)  , ο οποίος επανέφερε το διοικητικό σύστημα του 1833, θέλει την Κοσίνα, καθώς και τα πρωτοεμφανιζόμενα τότε (1845) χωριά Μαχαλάς και Αμπέλια, να υπάγονται στον δήμο Αμβρακίας, της επαρχίας «Τριχωνίας», (πρώην Αγρινίου), του νομού «Ακαρνανίας και Αιτωλίας». Έδρα τού δήμου είναι αυτή τη φορά ο Μπερίκος (ο μετέπειτα Δρυμώνας).

Με τον Νόμο ΔΝΖ΄ της 10.2.1912, (Φ.Ε.Κ. 58), ως δήμοι χαρακτηρίζονταν μόνο οι πρωτεύουσες των νομών και οι πόλεις άνω των 10.000 κατοίκων. Έτσι ο δήμος Αμβρακίας ‘πήγε περίπατο’.

Με Β.Δ. (α/α 11) της 31.8.1912, (Φ.Ε.Κ. 261), το οποίο εκδόθηκε προς εκτέλεση του παραπάνω νόμου ΔΝΖ΄ του 1912, η Κοσίνα, παρότι δεν πληρούσε τους όρους τού νόμου από πλευράς πληθυσμού, (είχε λιγότερους από 300 κατοίκους), αναγνωρίστηκε κατ’ εξαίρεσιν ως κοινότητα επειδή είχε σχολείο.

Με άλλο Β.Δ. (α/α 12), επίσης της 31.8.1912, δημοσιευμένο στο ίδιο Φ.Ε.Κ., (261), ο Μαχαλάς και τα Αμπέλια υπήχθησαν στην κοινότητα Κοσίνας.

Τα τρία αυτά χωριά μαζί, (Κοσίνα, Αμπέλια, Μαχαλάς), συγκροτούσαν επί 86 χρόνια και κάτι την κοινότητα Κοκκινόβρυσης (πρώην κοινότητα Κο[υ]σίνας). Με την εφαρμογή (1.1.1999) του γνωστού (ριζικά ανατρεπτικού για τα πράγματα της τοπικής αυτοδιοίκησης) προγράμματος «Ιωάννης Καποδίστριας», (Ν. 2539 / 1997), τα ‘αδελφά’ αυτά χωριά υπήχθησαν στον δήμο Θέρμου, για να αποτελέσουν τελικά τη σημερινή Τοπική Κοινότητα Κοκκινόβρυσης του Δήμου αυτού.

Με Διάταγμα της 12.3.1928, (Φ.Ε.Κ. 81), η «Κουσίνα» μετονομάστηκε σε Κοκκινόβρυση, και η κοινότητα «Κουσίνας» σε κοινότητα Κοκκινόβρυσης.

Τέλος, με το Β.Δ. της 11.5.1954, (Φ.Ε.Κ. 101), το οποίο διορθώθηκε με το Φ.Ε.Κ. 268 του 1954, ο οικισμός Μαχαλάς τής κοινότητας Κοκκινόβρυσης, (της επαρχίας «Τριχωνίδος»  , του νομού «Αιτωλίας και Ακαρνανίας»), μετονομάστηκε σε Άγιο Θεόδωρο [xxix].

Με βάση τα υπάρχοντα επίσημα στατιστικά στοιχεία, η πληθυσμιακή εξέλιξη των τριών οικισμών που συναποτελούν σήμερα την Τοπική Κοινότητα Κοκκινόβρυσης του Δήμου Θέρμου, έχει ως εξής:

ΕΤΟΣ ΚΟΣΙΝΑ

(κάτοικοι)

ΜΑΧΑΛΑΣ

(κάτοικοι)

ΑΜΠΕΛΙΑ

(κάτοικοι)

1835 133     –    –
1879 185 152    –
1889 236 139    –
1896 292 116    –
1907 295 176    –
1920 186 157   71
1928   70 ΚΟΚΚΙΝΟΒΡΥΣΗ

(Μετονομ. 1928)

173 247
1940 144 167 193
1951   41 173 156
1961     7 142 ΑΓ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ

(Μετονομ. 1954)

179
1971   15  89 102
1981   32  59   58
1991   30  76 110
2001   51  74 143
2011   44  65   76

 

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες απογραφές, αυτή του 2011 (υποτίθεται ότι) εστίασε στην καταγραφή του «μόνιμου» πληθυσμού της Ελλάδας. Καταχώρισε δηλαδή τους απογραφομένους στον πίνακα της περιοχής όπου δήλωσαν ότι ζουν μόνιμα το τελευταίο δωδεκάμηνο, (και όχι στο σημείο που βρίσκονταν την ημέρα της απογραφής).

Ε, λοιπόν, το κράτος – οπερέτα, το κράτος – ‘παράγκα’, το κράτος – σούργελο, (το οποίο, λίγο – πολύ, όλοι μαζί ως λαός ‘φτιάξαμε’ και στο οποίο όλοι μαζί ζούμε), δέχεται αυτό που δηλώνουμε οι πολίτες του, (εμείς, ντε, που μας φταίνε ο κακός δαίμων Σόυμπλε, οι ‘διεθνείς τοκογλύφοι’ κ.τ.ό.), ότι δηλαδή το 2011 η Κοκκινόβρυση (Κοσίνα) είχε 44 μόνιμους κατοίκους, ο Άγιος Θεόδωρος 65 και τα Αμπέλια 76!!     Τη στιγμή που το ξέρουν ακόμα και οι πέτρες ότι οι πραγματικά μόνιμοι κάτοικοι π.χ. του Αγίου Θεοδώρου το 2011, δεν ήταν με τίποτα, μα με τίποτα, πάνω από 20, κρίνοντας ακόμα και με τα πλέον ‘χαλαρά’ για την περίπτωση κριτήρια…

Οι απογραφές τού 1991 και του 2001, ήταν ‘μία από τα ίδια’, αφού ‘έδειχναν’ επισήμως ότι ο συνολικός πληθυσμός τής Τ.Κ.Κ., αυξανόταν συνεχώς! Από 149 κατοίκους το 1981, σε 216 το 1991 και σε 268 το 2001! Προς τα πού να μουντζώσει κανείς; Προς οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν το κάμει, δίκιο θα έχει. Αρκεί, βεβαίως, να αρχίσει από τον εαυτό του τον ίδιον…

Η μεγάλη αγάπη τών εκατομμυρίων νεοελλήνων εσωτερικών μεταναστών για ‘το χωριό’ τους, και η λαχτάρα τους να το κρατήσουν ζωντανό, (έστω με το στανιό, έστω και ‘στα χαρτιά’ μονάχα), τους οδηγεί πολύ συχνά στο -όχι πάντα αθώο- ψέμα (που η Πολιτεία γνωρίζει και -κάκιστα- ανέχεται), ότι είναι μόνιμοι κάτοικοι των χωριών τους… Αναφέρομαι, βεβαίως, σε όλους εκείνους που αναγκάσθηκαν (ή και επέλεξαν) να εγκαταλείψουν όχι μόνο τα ορεινά χωριά αλλά την ύπαιθρο γενικότερα και να εγκατασταθούν μονίμως στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη κυριότατα, αλλά και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα τής χώρας.

Ωστόσο, τη στάση μας αυτή δεν την υπαγορεύουν πάντοτε θεμιτές, ευγενείς, ανιδιοτελείς, άδολες επιδιώξεις, ή συναισθηματικές και ψυχικές ανάγκες και μόνον. Δεκαετίες τώρα, η διεφθαρμένη και σάπια ως το μεδούλι ελληνική Πολιτεία, (αυτή η ανεκδιήγητη ‘δημόσια’[xxx]   που κατά κανόνα μάς αξίζει…), σιγοντάριζε και ‘αξιοποιούσε’ την εικονική αυτή στατιστική, (τα διαβόητα πλέον παγκοσμίως ‘Greek statistics’), σε πανελλήνια κλίμακα, για να μπορεί να διαθέτει τεράστια ποσά (προερχόμενα σχεδόν στο σύνολό τους από τους ‘κουτόφραγκους’), ‘για λογαριασμό’ ουσιαστικά ‘τελειωμένων’ οικισμών τής ελληνικής υπαίθρου, οικισμών χωρίς, ουσιαστικά, μέλλον. Είναι, βέβαια, γνωστό σε όλους μας πού κατέληξε μεγάλο μέρος τών ποσών αυτών. Γιατί αν οι καραβιές τών δισεκατομμυρίων που εισέρρευσαν στη χώρα από την Ευρώπη είχαν αξιοποιηθεί σωστά, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή θα ήταν ένας παράδεισος επί γης…

Ο Εμφύλιος, η πιο άγρια και πιο μαύρη ώρα τής σύγχρονης ιστορίας μας, ο εφιαλτικός Εμφύλιος και η ασήκωτη κληρονομιά που άφησε πίσω του, η φτώχια και οι παντοειδείς αντιξοότητες που παρουσίαζε τα χρόνια εκείνα η ζωή σε εντελώς απομονωμένα ορεινά χωριά σαν τα Αμπέλια, τον Άγιο Θεόδωρο και την Κοκκινόβρυση (Κοσίνα), η εξαιρετικά καθυστερημένη υλοποίηση στοιχειωδών υποδομών, (στον Άγιο Θεόδωρο π.χ. ο -έστω άθλιος- δρόμος πήγε το 1984 και το ρεύμα το 1989, ενώ το υδραγωγείο έγινε μόλις το 2000), και βεβαίως η κατάρα τής αστυφιλίας, η επικράτηση της αρχής τής ήσσονος προσπαθείας, τα ‘νέα ήθη’ γενικότερα, επιτάχυναν αναμφίβολα τη διαδικασία τής εγκατάλειψης και της ερήμωσης. Φαίνεται, ωστόσο, σχεδόν βέβαιο ότι το αποτέλεσμα αυτό θα το επέφερε αργά ή γρήγορα, (και πάντως αναπότρεπτα), η προφανής στενότητα ‘ζωτικού χώρου’, η γνωστή από τα χρόνια τού Θουκυδίδη «στενοχωρία».

Τη «στενοχωρία» αυτήν την κατέστησαν κυριολεκτικά ασφυκτική τα αυστηρά μέτρα για την προστασία των δασών, και ιδίως ο ανηλεής διωγμός που εξαπολύθηκε, (ήδη από την εποχή τού δικτάτορα Μεταξά), εναντίον τής ‘γίδας’. Κι αυτό διότι η σκληροτράχηλη ‘γίδα’ ήταν καίριας σημασίας στοιχείο για την επιβίωση προεχόντως ορεινών, δυσπρόσιτων και άγονων οικισμών σαν αυτούς της Τ.Κ.Κ. Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι εάν η αιγοτροφία, η υλοτομία και η ξύλευση συνεχίζονταν μέχρι σήμερα με τους ρυθμούς του ’50 και του ’60, το ποσοστό τής δασοκάλυψης στην περιοχή τής Τ.Κ.Κ. θα ήταν αξιοθρήνητο. Σήμερα που ο τόπος ρήμαξε σχεδόν από ανθρώπους και (ήμερα) ζώα, το δάσος επέστρεψε θριαμβευτικά παντού   μαζί με τα αγρίμια του, (ζαρκάδια, αγριογούρουνα, λύκους). Μόνον οι αητοί και τα όρνια   δεν ξαναγύρισαν…

Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη μέρα που ο μακαρίτης ο πατέρας μου και εγώ, παιδί στα 12, οδηγήσαμε τα μαρτ[ι]νάκια [xxxi] μας στο Θέρμο για τον χασάπη. Ήταν, θυμάμαι, καλοκαίρι. Νυχτώσαμε στη Μάντρα (κοντά στο Θέρμο) και ξενυχτήσαμε κάτω απ’ τ’ αστέρια, δίπλα σ’ ένα μεγάλο υδραύλακο που ερχόταν απ’ τα Φιδάκια (έναν παραπόταμο του Εύηνου). Οι χαϊδεμένες κατσικούλες μας, 12 όλες κι όλες, ξενιτεμένες κι αυτές και παραξενεμένες για την ασυνήθιστη περιπέτειά τους, (6-7 ώρες πορεία σε εντελώς άγνωστα γι’ αυτές μέρη), και βέβαια ‘ανυποψίαστες’ για το ‘λεπίδι’ που τις περίμενε μετά από λίγο, ξενύχτησαν ήσυχα γύρω απ’ τους αμίλητους ‘αφεντάδες’ τους, σχεδόν σε απόσταση επαφής… Για κάθε μια τους, ο πατέρας μου εισέπραξε εκατό (100) δραχμές κρατική επιδότηση, (που δεν ήταν καθόλου λίγα χρήματα εκείνη την εποχή), έχοντας βέβαια υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν θα ‘ξαναφτιάξει’ στο μέλλον γίδια…

Υπό αυτές λίγο – πολύ τις συνθήκες, ο ενεργός πληθυσμός τής τότε Κοινότητας Κοκκινόβρυσης, (και βέβαια όχι μόνον αυτής), διέρρευσε σταδιακά προς την Αθήνα, την επίγεια αυτή «μαύρη τρύπα» που κατάπιε την ελληνική ύπαιθρο και τη χώρα ολόκληρη, και δευτερευόντως προς την περιοχή Αγρινίου. Κάποιοι, συγκριτικά όχι λίγοι, πήγαν να βρουν την τύχη τους στην Αυστραλία, «ζ’ ν’ άκρ’ τ’ς γης…» (στην άκρη τής γης δηλαδή), όπως άκουγα τότε να λέει η μακαρίτισσα η γιαγιά μου η Αριστέα για το γιο της τον Δημήτρη… Κάποιο άλλοι, (λιγότεροι και μάλλον πιο τυχεροί), πήγαν στην  Αμερική. Ύστερα από χρόνια πολλά, είχε έρθει πια ο καιρός τα αγριοκλάρια και τ’ αγρίμια να πάρουν την εκδίκησή τους…

Ο μάλλον ‘εύκολος’ λόγος, η ‘καραμέλα’ θα έλεγα, ότι χωριά σαν αυτά της Τ.Κ.Κ. ρήμαξαν μόνο και μόνο επειδή δεν τα αγκάλιασε στοργικά και έγκαιρα η Πολιτεία, δεν νομίζω ότι ευσταθεί [xxxii]. Αν, ας πούμε, ο δρόμος, το ρεύμα και όλες οι άλλες ‘ευκολίες’ εξασφαλίζονταν νωρίτερα, κάποιοι (ελάχιστοι) μπορεί να αποφάσιζαν να μείνουν, τουλάχιστον για ένα κάποιο διάστημα ακόμα, εξασφαλίζοντας στα χωριά τής Τ.Κ.Κ. μια τελευταία ανάσα ζωής. Ωστόσο, το σύνολο ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να πάρουν των ομματιών τους και να φύγουν. Σε ποιο Γυμνάσιο θα φοιτούσαν τα παιδιά τους που ‘έπαιρναν’ τα γράμματα; Πού θα μάθαιναν ξένες γλώσσες κ.τ.λ.; Σε ποιο νοσοκομείο θα πήγαιναν όταν θα το είχαν ανάγκη; Θα συνέχιζαν να τους βγάζουν τα χαλασμένα δόντια, χωρίς κανενός είδους αναισθητικό, οι διάφοροι ‘Κομματάδες’[xxxiii]; Πώς θα εξασφάλιζαν τα προς το ζην; Πόσοι, τέλος πάντων, θα εργάζονταν φέρ’ειπείν στον «οικοτουρισμό» ή σε κάποιες «μονάδες» που θα παρήγαν τι άραγε; Ποια γη θα καλλιεργούσαν;

Η δική μου οικογένεια π.χ., μόλις και μετά βίας τα έφερνε βόλτα, ακόμα και ως προς τα στοιχειώδη. Όλη κι όλη η καλλιεργήσιμη γη που διαθέταμε στο χωριό μου τον Άγιο Θεόδωρο (Μαχαλά), ήταν 10 ‘πεζ[ου]λούλες’ ποτιστικές και 4-5 άνυδρες που, σχεδόν στο σύνολό τους, ‘καίγονταν με τ’ αστέρια’, (όπως τόσο ποιητικά άκουγες κάποτε να λένε ολιγογράμματοι ή και παντελώς αγράμματοι άνθρωποι). Δεν χρειαζόταν, δηλαδή, καύσωνας για να ‘καρκανιάσουν’, (να ‘καούν’ εντελώς), μαζί με τα όποια καλλιεργούμενα εκεί φυτά. Αρκούσε γι’ αυτό η ‘ζέστη’ από το φως τών αστεριών!

Με δυο λόγια, αν όλα τα αδέρφια μέναμε στο χωριό, μοιράζοντας την ‘περιουσία’ αυτήν  στα τέσσερα, ο αγροτικός ‘κλήρος’ τού καθενός μας θα γινόταν τόσο μικρός που δεν θα μας έφθανε ούτε για…κατούρημα που λένε… Πώς θα ζούσαμε;

Με ελάχιστες αποκλίσεις, το ίδιο ισχύει και για όλες ανεξαιρέτως τις οικογένειες της τότε Κοινότητας Κοκκινόβρυσης. Η πικρή αλήθεια είναι ότι οι προφανώς εξαιρετικά δυσμενείς ιστορικές συνθήκες που είχαν οδηγήσει τον κόσμο σε μέρη όπως τα δικά μας, έχουν προ πολλού εκλείψει. Μαζί τους ήταν μοιραίο να εκλείψουν και οι ίδιοι οι οικισμοί. Ο ιστορικός τους ρόλος φαίνεται να τελειώνει. Ο κύκλος δείχνει να κλείνει. Χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται κάποτε ο κύκλος αυτός να ξανανοίξει υπό συνθήκες δραματικές…

Ποιος, αλήθεια, φανταζόταν εδώ και 15-20 χρόνια, αυτά που ζούμε τα τελευταία 7-8 χρόνια σ’ αυτόν τον τόπο; Από ποιανού το μυαλό περνούσε ότι η χώρα θα έφτανε σ’ αυτό το κατάντημα και θα ετίθετο υπό την επαχθέστατη και εθνικά ατιμωτική κηδεμονία τών δανειστών της;  Εν πάση περιπτώσει, αν δεν γίνει κάποιο ‘θαύμα’, (για εθνική νεκρανάσταση μιλάω), η αν δεν μας βρει κάποια συμφορά σαν τη Μικρασιατική Καταστροφή ή τον Εμφύλιο, αν δεν πάει η πείνα σύννεφο (κυριότατα στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας) έτσι ώστε ο κόσμος να αναγκαστεί να αναζητήσει προτροπάδην καταφύγιο και σωτηρία ξανά στη ζωοδότρα ύπαιθρο και στη γη, η τύχη τέτοιου τύπου χωριών είναι, δυστυχώς, προδιαγεγραμμένη.

Ο τόπος ερήμωσε. Σε βουνά, σε ρεματιές, σε πηγές, όπου και να πας, όπου και να γυρίσεις ώρες ολόκληρες, δεν βλέπεις ίχνος ανθρώπου, δεν ακούς λαλιά, δεν ακούς κουδούνισμα. Πουθενά! Αγριεύεσαι, παγώνεις… Γέλια, κλάματα, συγκινήσεις, όνειρα, φόβοι, μόχθος, ζωή τόσων ανθρώπων, όλα έγιναν ερημιά και σιωπή ατέλειωτη.

Πλούσιο υλικό για φιλοσοφία:      «…ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. τις περισσεία τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού, ω μοχθεί υπό τον ήλιον; γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται, και η γη εις τον αιώνα έστηκεν».[xxxiv]

Όσο κι αν με πονάει να το πω, κι όσο κι αν κάποιοι ενοχλούνται από τη διατύπωση τέτοιου είδους απόψεων, φοβούμαι πως είναι αλήθεια:  Όταν ‘φύγουν’ και οι τελευταίοι συνταξιούχοι [xxxv] που γεννήθηκαν και έζησαν τα παιδικά τους χρόνια στα χωριά αυτά, (που πρωτογέλασαν, πρωτόκλαψαν, πρωτομάτωσαν εκεί), «τετέλεσται»…                                    

Χίλιες φορές, μακάρι να κάνω λάθος.

Ας κλείσω με μια χαρακτηριστικά ελληνική ιστοριούλα. Έτσι για να ανοίξει λίγο η καρδιά όσων τύχει να διαβάσουν αυτές εδώ τις ταπεινές αράδες. Τη βρήκα στο τεύχος 22 (Ιανουάριος 2010) του περιοδικού «Αμβρακιώτικα Νέα», (της Αμβρακιάς Θέρμου, βεβαίως):

Κάποτε μέσα στα πρώτα 10-12 χρόνια τού 20ου αιώνα, όταν ακόμα ο Άγιος Θεόδωρος, ο πρώην Μαχαλάς, (όπως άλλωστε και η Κοσίνα και τα Αμπέλια), υπαγόταν στον τότε δήμο Αμβρακίας, που είχε ως έδρα του τον Μπερίκο (Δρυμώνα), ο ονομαστός τα χρόνια εκείνα σε όλη την περιοχή, Αμπρακιώτης δικολάβος Κωστής Νικολόπουλος (1873-1943), στα πλαίσια προεκλογικής περιοδείας του ως υποψηφίου δημάρχου Αμβρακίας, βρέθηκε να βαδίζει από τα Αμπέλια προς τον Μαχαλά, συνοδευόμενος από δυο πιστούς ‘σωματοφύλακές’ του. Ναι, αυτή είναι η λέξη που χρησιμοποιείται στο κείμενο: «Σωματοφύλακες».

Κάποια στιγμή, οι ‘συνοδοί’ του αυτοί τον ρώτησαν πώς βλέπει να εξελίσσεται η κατάσταση, για να πάρουν την απάντηση: «Οι εκλογές χάνονται!». Εκείνοι, τότε, του είπαν ότι αν γινόταν να αναβληθούν οι εκλογές αυτές, οι ίδιοι είχαν τον τρόπο να μεταστρέψουν τους ψηφοφόρους τού Μαχαλά υπέρ τού ‘αφεντικού’ τους. Σπίρτο σ’ αυτά ο Νικολόπουλος και άξιος της φήμης του ως σπουδαίου δικολάβου, σκηνοθέτησε στο άψε σβήσε «απόπειρα δολοφονίας» εναντίον του και κατάφερε με το κόλπο αυτό να αναβληθούν οι εκλογές! Και να πώς τα κατάφερε: Λίγο προτού η τριμελής ομάδα μπει στον Μαχαλά, «ακούστηκαν πυροβολισμοί, φωνές, αναταραχή και φοβέρες. Έτρεξαν οι Μαχαλιώτες, μάθανε τα ‘καθέκαστα’, αλλά οι φανταστικοί δράστες άφαντοι. Ο Νικολόπουλος ενήργησε τα δέοντα και οι εκλογές αναβλήθηκαν». ‘Αδιάσειστο αποδεικτικό στοιχείο’, το τρυπημένο από τις σφαίρες, (των ιδίων τών ‘συνοδών’ του, βεβαίως), ψηλό καπέλο τού ονομαστού δικολάβου… Ελάχιστα αργότερα, (συνεχίζουν τα «Αμβρακιώτικα Νέα»), οι ‘σωματοφύλακες’ αυτοί προμηθεύτηκαν και μοίρασαν, (με τον αρμόζοντα βεβαίως στην περίσταση ‘τρόπο’), δύο τσουβάλια καπνό εκλεκτής ποιότητος σε μανιώδεις καπνιστές τού Μαχαλά, (ιδίως στους γεροντότερους), «εκ μέρους» τού υποψηφίου δημάρχου, φυσικά… Σπάνιο και περιζήτητο πράγμα ο καπνός τα χρόνια εκείνα εκεί επάνω. Και το θαύμα έγινε! Στις εκλογές που ακολούθησαν, ο Νικολόπουλος σάρωσε στον Μαχαλά, βγαίνοντας, τελικά, δήμαρχος Αμβρακίας, και μάλιστα για δεύτερη φορά…

Ευχαριστώ το agrinionews.gr για τη φιλοξενία.

                                                                    Πάτρα, 16 Μαρτίου 2017

 

Σπυρίδων Α. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

[i] Τον Γιδομαντρίτη από τη συμβολή του με το Κοσινόρεμα μέχρι τις πηγές του στις υπώρειες του Πλατανιού και του Κουκουρεχιού, οι ντόπιοι τον λένε Μαχαλιώτη ή Μαχαλιώτικο ρέμα.

[ii]  Κατά τον Δημήτρη Λουκόπουλο, («Θέρμος και Απόκουρο», Ιστορ. Εκδόσ. Στ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1990, σελ. 299), το όνομα Ά[ν]νινος είναι βυζαντινό και απαντάται σε μολυβδόβουλα του ΙΑ΄ και του ΙΒ΄ αιώνα.

Σύμφωνα με αφηγήσεις παλαιών Κονισκίων, σε φοβερή μάχη που έγινε κάπου ψηλά στον Άννινο μεταξύ τής ληστοσυμμορίας τού νεαρού τότε Αλήπασα και Κονισκίων, ο Αλής τραυματίστηκε και κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του. Τον περιέθαλψε τότε, θρυλείται, και τον γλύτωσε μια γυναίκα σ’ ένα σπίτι που βρισκόταν στη ΒΑ άκρη τής Κόνισκας ή στα Κούρβουλα. Όταν αργότερα (1788) ο Αλής έγινε πασάς τών Ιωαννίνων, για να ανταποδώσει το καλό που του είχε γίνει εκεί, τίμησε πλουσιοπάροχα τη γυναίκα που τον έσωσε και απάλλαξε όχι μόνο την Κόνισκα αλλά και 4-5 γειτονικά χωριά (άγνωστο ποια ακριβώς) από κάθε φορολογία! Δες Φώτης Αρκαδόπουλος, «Η ΚΟΝΙΣΚΑ», (έκδ. Ιστορ. Λαογραφ. Εταιρ. Κόνισκας, 2007, σελ. 66-68).

[iii]   Ένας ‘κάδος’ ισούται με 30 οκάδες. Μία οκά ισούται με 1,28 κιλά.

[iv]  Κάλανος (ο), καλάνι (το): Eπιμήκης κατασκευή (συνήθως ξύλινη) που σχηματίζει κοίλο, μέσα στο οποίο συγκρατείται νερό για να πίνουν τα ζώα, ή μέσα από το οποίο μπορεί να διέλθει νερό. Συνήθως κατάλληλα διαμορφωμένος (‘σκαμμένος’ με ειδικό εργαλείο) κορμός δέντρου (ελάτου, πεύκου κ.ά.).

[v]  Στεφανούδι· το πτηνό καλόγερος.

[vi]  Τσικλιτάρα· το πτηνό δρυοκολάπτης.

[vii]  «Ταξίδι στην Ελλάδα» [ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ ΑΤΤΙΚΗ-ΚΟΡΙΝΘΟΣ], (εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα 1995).

[viii]  To τουρκικό sancak (σαντζάκ) σημαίνει (πολεμικό) λάβαρο, (πολεμική) σημαία. Με τον καιρό, ο όρος κατέληξε να σημαίνει στρατιωτικο-διοικητική περιφέρεια, (υποδιαίρεση του εγιαλετίου), που παραπέμπει (πάνω – κάτω) στον σημερινό νομό.

[ix]  «Ναχιγιέ» (τουρκικό nahiye)· δήμος / ‘υποεπαρχία’.

[x]  Τουρκικό kaza· σημαίνει ‘επαρχία’.

[xi]  Εκδ. Π. Παπακωνσταντίνου, Αθήνα χ.χ.ε., τόμος Α΄ σελ. 11.

[xii]  Κ. Κούμας, («Οι Έλληνες», εκδ. Καραβία, Αθήνα 1998), Α. Κεραμόπουλος, («Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι», έκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000), Α. Βακαλόπουλος, («Ιστορία τού Νέου Ελληνισμού», εκδ. Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2003, τόμος Α΄), Ν. Μέρτζος, («Αρμάνοι οι Βλάχοι», εκδ. Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2001), Γ. Έξαρχος, («Οι Ελληνόβλαχοι [Αρμάνοι]», εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2001), Γ. Μπαμπινιώτης («Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας»).

[xiii]  «Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων», εκδ. Καραβίας, Αθήνα 2000.

[xiv]  Δ. Λουκόπουλος «Θέρμος και Απόκουρο», (Ιστορ. Εκδόσ. Στ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1990, σελ. 292-298).

[xv]  «Η χώρα τών Aιτωλών», (εκδ. Ίφιτος, Αγρίνιο 2003, σελ. 115-118).

[xvi]  Λαφυραγωγούσαν, λήστευαν.

[xvii]  Δες Δ. Λουκόπουλος, ό.π., σελ. 372-373.

[xviii]  Κώστας Μαρίνος, «Αποκουρίτες Αγωνιστές τού ’21», Αθήνα 2003, σελ. 147-151 και 156.

[xix]  Κώστας Μαρίνος, ό.π., σελ. 111.

[xx]  Δ. Λουκόπουλος, ό.π., σελ. 283 και 288.

[xxi]  Δ. Λουκόπουλος, ό.π., σελ. 288.

[xxii]  Ι. Νεραντζής, «Η χώρα τών Aιτωλών», (εκδ. Ίφιτος, Αγρίνιο 2003, σελ. 115-118).

[xxiii]   Από το τουρκικό mahalle, βεβαίως, που σημαίνει συνοικία, γειτονιά.

[xxiv]  Δ. Λουκόπουλος, ό.π., σελ. 288.

[xxv]  Δέση λέμε το σημείο όπου το νερό ρέματος ή πηγής (‘άμπλα’) ‘εξαναγκάζεται’ τεχνητά να μπει στο αυλάκι, για να οδηγηθεί όπου χρειάζεται. Δέση επίσης λέγεται και η όλη τεχνική ‘κατασκευή’ μέσω της οποίας ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται. Εντεύθεν και το σχετικό μικροτοπωνύμιο Δέση (στ’ Δέσ’).

[xxvi]  Δασωμένη αρχικά έκταση γης ( κατά κανόνα πλαγιά) που αποψιλώθηκε από φωτιά, (κατά κανόνα εμπρησμό), για να χρησιμοποιηθεί εν συνεχεία για βοσκή ή, (μετά από συστηματικό ‘ξεχέρσωμα’ και άλλες αναγκαίες εργασίες), και για καλλιέργεια.

[xxvii]  Για τις λαϊκές παραδόσεις, (όπως αυτή με το θανατηφόρο «κ[ου]νούπ[ι]»), που έπλασαν οι Νεοέλληνες στα χρόνια τού Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας, με σκοπό να ‘ερμηνεύσουν’ τα απομεινάρια τού αρχαιοελληνικού πολιτισμού που υπήρχαν / εύρισκαν στον τόπο τους (τείχη, ιερά, τάφους, αγάλματα, αγγεία κ.τ.λ.), δες το ‘διαμαντάκι’ τού Ι. Θ. Κακριδή «Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση», (εκδ. Μορφ. Ιδρ. Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1978, σελ. 15, 34-36 κτλ.).

[xxviii]  Δ. Λουκόπουλος, ό.π., σελ. 94-95.

[xxix]  Για τις διοικητικές μεταβολές, δες α) Μιχαήλ Χουλιαράκης, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971», (έκδ. Κέντρου Κοινων. Ερευνών, Αθήνα, τόμος Ια [1973] , τόμος ΙΙ [1975] ),                 β) Ελευθ. Σκιαδάς, «Ιστορικό διάγραμμα των Δήμων τής Ελλάδος 1833-1912», (εκδ. Μικρός Ρωμιός, Αθήνα 1994),  γ) Φ.Ε.Κ. των ετών 1912, 1928, 1954.

[xxx]  Στη γλώσσα τού λαού, ‘δημόσια’, (υπό μία έννοια), είναι η πόρνη.

[xxxi]  ‘Μαρτίνι’ στα μέρη μας λέμε το μη κοπαδιάρικο μικρό ζώο, (κατσίκι ή αρνί), που εκτρέφεται κατά κανόνα όχι μακριά από το σπίτι και τυγχάνει ιδιαίτερης περιποίησης προκειμένου να σφαχτεί σε συγκεκριμένη περίσταση. Μαρτίνα λέγεται και η διαλεχτή γίδα, (καμιά φορά και προβατίνα), που εκτρέφεται και φροντίζεται με τον ίδιο τρόπο, για το κρέας των μικρών της και για το (συνήθως πολύ) γάλα της. ‘Μαρτίνια’ αποκαλούνται καταχρηστικά και τα ολιγάριθμα και οπωσδήποτε φροντισμένα γιδοπρόβατα, (για τα οποία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος κοπάδι).

[xxxii]  Αν εξαιρετικά απομονωμένοι και δυσπρόσιτοι ορεινοί οικισμοί (σαν αυτούς της Τ.Κ.Κ.) ήταν από πολύ νωρίς οφθαλμοφανές ότι δύσκολα θα μπορούσαν να επιβιώσουν, άλλοι οικισμοί τής υπαίθρου ανά την Ελλάδα, (π.χ. το Θέρμο), ήταν ολοφάνερο ότι θα μπορούσαν όχι μόνο να επιβιώσουν μα και να αναπτυχθούν ραγδαία και να προκόψουν. Το έγκλημα της Πολιτείας είναι ότι δεν αγκάλιασε στοργικά και δεν στήριξε ούτε κι αυτούς τους οικισμούς. Όπως έπρεπε, και τότε που έπρεπε…

[xxxiii]  Με αυτό το όνομα ήταν γνωστός ένας πρακτικός ‘οδοντίατρος’ στην Κόνισκα.

[xxxiv]  Εκκλησιαστής, (1.2 – 1.4).

[xxxv]  Εάν, βέβαια, και εφόσον εξακολουθήσουν να υπάρχουν (έστω και αγρίως πετσοκομμένες) συντάξεις…

………………………………………………………………………………………………………………………….

 

 

Θέματα που ενδιαφέρουν

1 Σχόλιο

  1. ΛΑΜΠΡΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

    ΞΑΔΕΛΦΕ ΕΙΜΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΜΕ ΣΥΓΓΥΝΗΣΕΣ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΜΟΥ ΘΥΜΗΣΕΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΟΥ ΜΠΡΑΒΟ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.