Αριστείδης Αλεξ. Πελεκάνος
αρεοπαγίτης ε.τ.
Η απευθείας, δημόσια και θεαματική μεταπήδηση ανώτατου δικαστικού λειτουργού από τη δικαστική έδρα στην ενεργό κομματική και πολιτική δράση αποτελεί ένα ζήτημα μείζονος θεσμικής και πολιτειακής σημασίας, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης μεταξύ δικαιοσύνης, πολιτικής εξουσίας και δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Ανεξαρτήτως του αν μια τέτοια επιλογή είναι τυπικά επιτρεπτή στο πλαίσιο των συνταγματικά κατοχυρωμένων πολιτικών δικαιωμάτων κάθε πολίτη, η ουσιαστική αξιολόγησή της δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια στενή νομική προσέγγιση. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά κυρίως τις επιπτώσεις που προκαλεί στη λειτουργία των θεσμών, στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δικαιοσύνη και στην ίδια την ποιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν αποτελεί απλώς έναν οργανωτικό κανόνα κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου και προϋποθέτει όχι μόνο θεσμικό διαχωρισμό αλλά και αντίστοιχη νοοτροπία θεσμικής αυτοσυγκράτησης.
Η δικαστική εξουσία οφείλει να λειτουργεί με πλήρη ανεξαρτησία από πολιτικές και κομματικές επιρροές, όχι μόνο στην ουσία αλλά και στην εικόνα που εκπέμπει προς την κοινωνία. Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δικαιοσύνη δεν θεμελιώνεται μόνο στην ποιότητα των δικαστικών αποφάσεων αλλά κυρίως στην πεποίθηση ότι οι λειτουργοί της απονέμουν το δίκαιο με αμεροληψία, νηφαλιότητα και απαλλαγμένοι από πολιτικές σκοπιμότητες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η απευθείας μετά την αφυπηρέτησή του και έντονα προβεβλημένη είσοδος ενός ανώτατου δικαστή στην κομματική αντιπαράθεση είναι αναπόφευκτο να δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς. Η χρονική εγγύτητα μεταξύ της άσκησης δικαιοδοτικού έργου και της ανάληψης κομματικού ρόλου αναπόφευκτα προκαλεί στην κοινή γνώμη την εντύπωση ότι η προηγούμενη δικαστική δραστηριότητα δεν ήταν απολύτως αποκομμένη από πολιτικές επιδιώξεις ή ιδεολογικές δεσμεύσεις. Ιδίως όταν πρόκειται για πρόσωπα που είχαν διαχειριστεί υποθέσεις με έντονο πολιτικό ή κοινωνικό αποτύπωμα, η μετάβαση στην ενεργό κομματική πολιτική ενισχύει την καχυποψία ότι η δικαστική ιδιότητα μπορεί να λειτούργησε ως πεδίο προετοιμασίας ή ενίσχυσης μιας μελλοντικής πολιτικής σταδιοδρομίας.
Ακόμη και αν μια τέτοια εντύπωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, η ζημιά σε θεσμικό επίπεδο παραμένει σοβαρή. Η δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητη αλλά πρέπει και να φαίνεται ανεξάρτητη. Η δημόσια εικόνα της αμεροληψίας αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της θεσμικής της αξιοπιστίας. Όταν η κοινωνία αρχίζει να αμφιβάλλει για την ουδετερότητα των δικαστικών λειτουργών, διαβρώνεται σταδιακά το κύρος του ίδιου του δικαιοδοτικού συστήματος και αποδυναμώνεται η εμπιστοσύνη προς έναν από τους βασικότερους πυλώνες της δημοκρατικής πολιτείας.
Παράλληλα, τίθεται και ένα βαθύτερο ζήτημα ηθικής και δεοντολογίας του δικαστικού λειτουργήματος. Ο δικαστής καλείται να ενσαρκώνει την εικόνα του θεσμικού οργάνου που ενεργεί με νηφαλιότητα, ηθική ακεραιότητα, δικαιοδοτική αμεροληψία και αποστασιοποίηση από κομματικές αντιπαραθέσεις. Η φύση της αποστολής του επιβάλλει να εμπνέει την πεποίθηση ότι λειτουργεί αποκλειστικά με γνώμονα το Σύνταγμα και τον νόμο, χωρίς προσωπικές ή πολιτικές εξαρτήσεις. Η θεαματική μετάβαση στην κομματική δράση, ιδίως όταν συνοδεύεται από έντονη δημόσια έκθεση, δυσχεραίνει τη διατήρηση αυτής της εικόνας και υπονομεύει την αντίληψη για πολιτική ουδετερότητα της δικαιοσύνης.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι οι δικαστικοί λειτουργοί παραμένουν πολίτες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και με δικαίωμα συμμετοχής στον δημόσιο βίο. Σε μια δημοκρατία δεν είναι θεμιτό να αντιμετωπίζονται ως πρόσωπα που στερούνται εφ’ όρου ζωής τη δυνατότητα πολιτικής έκφρασης ή συμμετοχής στα κοινά. Επιπλέον, η παρουσία έμπειρων νομικών και δικαστικών προσώπων στην πολιτική ζωή μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλει θετικά στην ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και της νομοθετικής λειτουργίας. Ωστόσο, η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος δεν αναιρεί την ανάγκη προστασίας του κύρους της δικαιοσύνης ως θεσμού υπεράνω κομματικών ανταγωνισμών.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η συζήτηση σχετικά με την ανάγκη θεσμικής ρύθμισης τέτοιων μεταβάσεων εμφανίζεται όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία. Σε αρκετές δημοκρατικές έννομες τάξεις προβλέπονται περίοδοι θεσμικής αποχής πριν από την ανάληψη κομματικών ή κυβερνητικών καθηκόντων από πρόσωπα που κατείχαν κρίσιμες δημόσιες θέσεις. Μια αντίστοιχη πρόβλεψη για ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός προστασίας της αξιοπιστίας της δικαιοσύνης, χωρίς να καταργεί τον πυρήνα των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Παράλληλα, η θέσπιση αυστηρότερων κανόνων δεοντολογίας και η ενίσχυση της θεσμικής αυτοσυγκράτησης θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αποκατάσταση της αναγκαίας απόστασης μεταξύ δικαστικής και κομματικής λειτουργίας.
Σε τελική ανάλυση, αυτό που πράγματι διακυβεύεται δεν αφορά μεμονωμένα πρόσωπα αλλά τη συνολική εικόνα και αξιοπιστία των δημοκρατικών θεσμών. Όταν η διάκριση μεταξύ δικαστικής και πολιτικής εξουσίας εμφανίζεται θολή ή ασαφής, πλήττεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος δικαίου και υπονομεύεται η πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη λειτουργεί ως ουδέτερος και αμερόληπτος εγγυητής της συνταγματικής έννομης τάξης. Η προστασία αυτής της εμπιστοσύνης αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη σταθερότητα και την ποιότητα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.









