Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2020

Η καπνοκαλλιέργεια στην Αιτωλοακαρνανία

tabacco

Tου Γιάννη Γιαννακόπουλου

Το βίντεο που σας προτείνω σε αυτή την ανάρτηση αποτελεί ντοκουμέντο. Αποτυπώνει τους τελευταίους καπνοκαλλιεργητές στην περιοχή του Αγρινίου, που για πολλές δεκαετίες υπήρξε η «καπνομάνα» της Ελλάδας.

Η καπνοκαλλιέργεια από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελούσε την πιο προσοδοφόρα πηγή εισοδήματος τόσο για τους αγρότες όσο και για την εθνική οικονομία. Με μικρό κλήρο γης μπορούσε να επιβιώσει μία οικογένεια από τα καπνά, αρκεί να δούλευαν όλα τα μέλη της στα χωράφια.

Η ενασχόληση με τον καπνό ήταν σκληρή και μονότονη. Από την Άνοιξη, όλη η οικογένεια ήταν στα χωράφια για το φύτεμα του καπνού και στη συνέχεια για το σκάλισμα. Σαν καλοκαίριαζε, άρχιζε το “μάζεμα” από τα άγρια μεσάνυχτα (για να έχει ζέστη) και στη συνέχεια το αρμάθιασμα, που γινόταν σε σκιερά μέρη έως το βράδυ. Ακολουθούσε η λιάστρα για την αποξήρανση και μετά η δεματοποίηση.

Ο καπνός έφθανε στις καπναποθήκες του Αγρινίου για την πρώτη επεξεργασία. Οι καπνεργάτες σκυφτοί στους πάγκους, ξεχώριζαν και ταξινομούσαν τα αποξηραμένα φύλλα. Ολόκληρη η πόλη του Αγρινίου το διάστημα αυτό της διαλογής και της απομάκρυνσης της σκόνης από τα φύλλα του καπνού είχε μία έντονη μυρωδιά.

Η μάνα, η καπνοφύτισσα στάθηκε κολώνα της κάθε οικογένειας. Η περιγραφή του αγρινιώτη ποιητή Πάνου Χατζόπουλου είναι θαυμαστή:

ΒΡΑΧΩΡΙΤΙΚΟ

Μάνα μου, βραχωρίτισσα, με το λερό φουστάνι

το κόκκινο, που τόκανε σταχτύ σαν καταχνιά

η μαύρη κόλλα του καπνού. Φαρμακερό βοτάνι,

όλα της τα φαρμάκωσες, μεδούλι και καρδιά…

Μάνα μου, καπνοφύτισσα, του Ζαπαντιού δουλεύτρα,

στο φύτεμα, στο σκάλισμα πρώτη στην αργατιά,

σ’ άρπαξεν ο πατέρας μου παιδούλα καρδιοκλέφτρα

και σε κλειδωμαντάλωσε στην πιο βαρειά σκλαβιά.

Μέσα στην καπνοθάλασσα πνίγηκε ο έρωτάς σας

κι ο γάμος σας δεν σούδωσε καμιά ξαποστασιά.

Γεύτηκες πίκρες και καΰμούς κι απ’ τη σκληρή δουλειά σας

πλούτισαν έμποροι τρανοί γεμάτοι αναλγησιά.

Τη ζήση σου όλη πέρασες μέσα στα καπνοτόπια,

αγέλαστη κι ακούραστη, χωρίς καμιά χαρά.

τ’ άγια σου χέρια τ’ άπλωνες, γύρα σ’ όλα τα τόπια,

φρουρός, προστάτης της σοδειάς. Μάνα σ’ όλα μπροστά,

στο μάζεμα, στ’ αρμάθιασμα, στο γύρισμα στη λιάστρα

και για βαντάκιασμα θαμπά σαν έπεφτε δροσιά.

Στο πάστρεμα, στο ζύμωμα, στο φούρνο και στη γάστρα

χρόνια και χρόνια δούλεψη χωρίς ανάσα μια.

Και τα παιδιά, που ερχόντανε τόνα κοντά από τάλλο

– κι όλο κορίτσια, ανάθεμα, που θέλανε προικιά –

κι οι θέρμες κι οι αναβροχές κι άλλο κακό μεγάλο

κι απ’ το χαλάζι πιο τρανό, η μαύρη απουλησιά.

Και του πατέρα η αναμελιά και των παιδιών τα βίτσια,

οι πόλεμοι κι ο θάνατος κι η μαύρη κατοχή,

οι φυλακές, οι τράπεζες, οι φόροι, τα κορίτσια,

σε σένα πάνου σπάγανε, ατράνταχτη ψυχή…

Με το φαρμάκι στην καρδιά και με το βαχ στο στόμα,

τα ολανθισμένα νιάτα σου ρέψανε στη δουλειά.

Μεσ στο χωράφι γέρασες και πολεμάς ακόμα,

ως τη στερνή σου την πνοή, να ζήσει η φαμελιά.

Μάνα μου, αρχόντισσα χλωμή του μόχτου και του πόνου,

δαχτυλιδάκια γαλανά κι ονείρατα γλυκά,

τα δάκρυα σου γίνουνται κι ο ιδρώς όλου του χρόνου

δίχως για σένα διάφορο να μένει στα στερνά.

Μάνα μου, βραχωρίτισσα, ο μόχτος ο δικός σου

χαρίζει τέτοιαν ευωδιά περίσσεια στο φυτό,

που γίνεται στο κάπνισμα – το δάκρυ το πικρό σου –

παρηγοριά και δύναμη κι ελπίδα στο φτωχό.

Μάνα μου, καπνοφύτισσα, το κλαρωτό φουστάνι

κατάμαυρο σου τόβαψε, μουντό σαν καταχνιά,

η πικρή κόλλα του καπνού. Φαρμακερό βοτάνι,

όλα της τα φαρμάκωσες ζήση, ψυχή, καρδιά…

Δείτε το βίντεο:

http://www.postmodern.gr/

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.