Σάββατο, Μάρτιος 23, 2019

«Κυρά Βασιλική» Κίτσου –Κονταξή: να μεταφερθούν τα οστά της στη γενέτειρα της Πλαίσιο Φιλιατών

«Κυρά Βασιλική» Κίτσου –Κονταξή:
να μεταφερθούν τα οστά της
στη γενέτειρα της Πλαίσιο Φιλιατών

Του Νίκου Θωμά Νταή
σ. Συμβολαιογράφου

Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα ασχοληθεί με την Πλαισιοβιτσιώτισσα,δική μας «Κυρά -Βασιλική» Κίτσου – Κονταξή, σύζυγο του τυράννου των Ιωαννίνων Αλή Πασσά.
Με το άρθρο μου αυτό είχα ρίξει την ιδέα να μεταφερθούν τα οστά της από το Αιτωλικό Μεσολογγίου, όπου έχει ταφεί, στην γενέτειρά της, Πλαίσιο Φιλιατών. Η ιδέα μου αυτή συγκίνησε πολλούς και πολλά ήταν τα συγχαρητήρια τηλεφωνήματα από συμπατριώτες, που δέχτηκα.
Θέλοντας να ρίξω φως στην περιπετειώδη ζωή της και στην προσφορά της στον Εθνικό Αγώνα και να αφυπνίσω Εθνικές και Ηπειρωτικές συνειδήσεις και συναισθήματα, επανέρχομαι σήμερα στο ίδιο θέμα και αντλώντας στοιχεία από διάφορες πηγές για την ζωή και τη δράση της «Κυρά – Βασιλικής», δημοσιεύω τα όσα αναφέρει γι αυτήν το 18τομο εγκυκλοπαιδικό λεξικό «ΗΛΙΟΣ», τόμος 4ος σελ. 218-219 καθώς και οι: 1) Ο Ιστορικός Διονύσιος Μυτάκης και 2) Ο καθηγητής Κ. Σ. Κώνστας στην δωδεκάτομη συγγραφική του εργασία. Το παραπάνω εγκυκλοπαιδικό λεξικό «ΗΛΙΟΣ» αναφέρει για την «Κυρά – Βασιλική» τα παρακάτω:
«Περικαλής κόρη της Ηπείρου, ευνοούμενη και κατόπιν σύζυγος του τυράννου των Ιωαννίνων Αλή Πασσά. Εγεννήθη το 1793 εις την Πλησιβίτσαν των Φιλιατών.
Μία υπόθεσις κατασκευής κιβδήλων νομισμάτων, δια την οποίαν εδιώχθησαν και εσφάγησαν υπό των ανθρώπων του Αλή Πασσά πολλοί εκ των κατοίκων της Πλησιβίτσης, έγινεν αφορμή να πλησιάσει η αρπαγείσα εις ηλικίαν 12 ετών Βασιλική τον Αλή Πασσάν και να ζητήσει το έλεός του δια την ζωήν του συλληφθέντος επίσης δια την υπόθεσιν των κιβδήλων νομισμάτων πατρός της Κίτσου – Κονταξή και των λοιπών συγγενών της.
Ο ακόλαστος γέρων συγκινηθείς από την καλλονήν της κόρης, όχι μόνο εχάρισε την ζωήν εις τον πατέρα της και τους συγγενείς της, αλλά διέταξε να σταματήσουν και τη σφαγή εις το χωρίον.
Τα πρώτα βήματα της Βασιλικής εις τον γυναικωνίτην του Αλή Πασσά παραμένουν σκοτεινά, δεν φαίνεται δε καταρχάς να ενέπνευσεν αυτή εις τον Πασσάν τίποτε περισσότερον από τα συνηθισμένας συγκινήσεις των νέων οδαλισκών του (οδαλίσκη, εκ του τουρκικού οντά=κοιτών και κατά επέκτασιν η χρησιμοποιούμενη δια τας ηδονάς του Σουλτάνου). Ολίγον κατ’ ολίγον όμως η καλλονή της Βασιλικής, η χάρις του λυγερού παραστήματός της και η εφυϊα της επεβλήθησαν εις τον Αλή Πασσάν, ο οποίος το 1808 παρά την ηλικία του και την αντίδρασιν της πρώτης συζύγου του Εμινέ, ενυμφεύθη την Βασιλικήν.
Η Βασιλική εχρησιμοποίησε την καταπληκτικήν δύναμιν και επιρροήν της επί του σατράπου της Ηπείρου, προς όφελος των καταπιεζομένων Χριστιανών, πολλούς των οποίων κατόρθωσε ν’ αποσπά την τελευταίαν στιγμή από τας χείρας του δημίου. Εις τον γυναικωνίτην απήλαυε πλήρους ελευθερίας, διατηρήσασα την Θρησκείαν της, όταν δε άλλαι γυναίκες επεχείρησαν να πείσουν τον Αλή Πασσάν να την εξισλαμίσει, εκείνος αντιθέτως παρεχώρησεν εις αυτήν μεγαλυτέραν ελευθερίαν, επιτρέψας να διασκευάση ένα από τα δωμάτια της εις παρεκκλήσιον με τακτικό λειτουργόν Ιερέα. Την επιρροήν της Κυρά – Βασιλικής επί του Αλή Πασσά απηθανάτισεν η λαϊκή μούσα με δημοτικά τραγούδια, εκ των οποίων γνωστότεροι είναι το: «Βασιλική προστάζει: Βεζύρ’ Αλή Πασσά, βάλε φωτιά στα τόπια κάψε τα Γιάννενα…..».
Η Βασιλική έμεινε πιστή στον Αλή Πασσάν μέχρι των τελευταίων στιγμών του εις την μονήν του Αγίου Παντελεήμονος της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου ο τύραννος είχε καταφύγει μετά των εμπίστων του, καταδιωκόμενος υπό των ανδρών του Χουρσήτ. Ετοιμοθάνατος εκ των πληγών του ο Αλή Πασσάς εζήτησεν από τον έμπιστόν του Θανάσην Βάγιαν να φονεύσει την Βασιλικήν, μόλις θ’ απέθνησκεν ο ίδιος, να μη περιέλθει εις τους εχθρούς του. Ο Θανάσης Βάγιας άγνωστον γιατί, δεν ετήρησεν την υπόσχεσίν του. Ίσως διότι η Βασιλική εγνώριζεν το μυστικό των θησαυρών του Αλή Πασσά.
Η Βασιλική μετά του Θανάση Βάγια και άλλων συνελήφθη και απήχθη κατά Φεβρουάριον του 1822 αιχμάλωτος εις Κωνσταντινούπολιν. Εκεί ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Γ΄ με την βοήθειαν του «εσναφίου» (τάξη, σωματείο) των κρεοπωλών, εις το οποίον ανήκε ο Θανάσης Βάγιας, Κρεοπώλης άλλοτε εις Κωνσταντινούπολιν, κατώρθωσε ν’ απελευθερώση την Βασιλικήν, λαβών αυτή υπό την προστασία και επιτήρησιν των πατριαρχείων. Επί επτά (7) έτη η «Κυρία Βασιλική», όπως αναφέρεται εις τα πατριαρχικά έγγραφα ετρέφετο δαπάνες των πατριαρχείων ζώσα ανέτως. Φαίνεται μάλιστα ότι ευρίσκετο εις επαφήν με πρόσωπα διατηρούντα σχέσεις με την αγωνιζόμενη τότε Ελλάδα, εξ ου προκύπτει το συμπέρασμα ότι η Βασιλική δεν ήτο ξένη προς την αρχικήν κίνησην η οποία έφερε τον Αλή Πασσάν αναμεμιγμένον εις την Φιλική Εταιρίαν και την Ελληνικήν Επανάστασιν.
Κατά το 1827 η καταστροφή του Ναυαρίνου και τα προανακρούσματα της ρωσικής επιθέσεως κατέστησαν φιλυπόπτους τους Τούρκους οι οποίοι συνέλαβαν μεταξύ άλλων την Βασιλικήν, τον αδελφόν της Σίμο Κονταξήν και τον Θανάσην Βάγιαν και τους εξώρισαν εις Προύσσαν. Μετά την υπογραφή της Ειρήνης η Πύλη επέτρεψεν εις την Βασιλικήν να μεταβεί εις την πατρίδα της.
Η Βασιλική εξοφλήσασα τα χρέη προς το Πατριαρχείο ανεχώρησεν εκ Κωνσταντινουπόλεως. Μη επιθυμούσα για λόγους γοήτρου να επιστρέψη εις Ιωάννινα μετέβη εις Ναύπλιον δια να ζητήση την προστασίαν του Κυβερνήτου Ιωάννου Καποδίστρια. Είναι άγνωστον αν υπεσχέθη τίποτε εις τον Κυβερνήτη εν σχέσει με τους θησαυρούς του Αλή.
΄Εκτοτε αρχίζει η αξιοθρήνητος πτώσις της. Χωρίζεται το 1831 από τον Θανάσην Βάγιαν, διορισθέντα εις δημόσιαν θέσιν (κτήμα Τίρυνθος) και μεταβαίνει εις Μεσολογγιον όπου συντηρείται επί τι διάστημα υπό του αδελφού της Οπλαρχηγού Γεωργίου Κίτσου. Ο άλλος ο αδελφός της Σίμος την είχε εγκαταλείψει.
Η κατάρευσις επέρχεται ραγδαία και η Βασιλική περιφρονημένη από όλους, αποσπά τα χρυσά κουμπιά από τα τελευταία της χρυσοκέντητα φορέματα δια να αγοράζη ρακήν. Απέθανεν το 1835 πάμφτωχος και μέθυσος εις το Αιτωλικόν».
Στα παραπάνω ο γνωστός μου και σεβαστός Αιτωλοακαρνάνας Ιστορικός Διονύσιος Μυτάκης γράφει «ότι δεν πέθανε τον Απρίλιο του 1835, καθώς ως τώρα πιστευόταν από όσους είχαν γράψει γι’ αυτήν, αλλά στις 11 Δεκεμβρίου 1834, όπως μαρτυρεί άλλωστε και η ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ιερέα Μελετίου του Ιερού Ναού Ταξιαρχών Αιτωλικού, την οποία την δημοσίευσα στο προηγούμενο άρθρο μου. Έτος γεννήσεώς της δεν ήταν το 1793, καθώς ήθελε ο Πουκεβίλ ή το 1799 κατά τον Λαμπρίδη, αλλά το 1789. Για να πεθάνει το 1734 σε ηλικία 45 ετών, πρέπει να είχε γεννηθεί το 1789.
Με μια γριά βάγια της η κυρά-Βασιλική εγκαταστάθηκε στην Κατοχή, χρησιμοποιώντας τον πρώτο χρόνο για κατοικία της το μοναστήρι της Παναγίας. Τον δεύτερο όμως χρόνο της επιτράπηκε από την Κυβέρνηση να κατοικήσει στον Τετράγωνο Πύργο «Κούλια» που σώζεται και σήμερα και όλοι την ξέρουν σαν «Κούλια» της κυρά – Βασιλικής (Κούλια ή τουρκικά κουλάς=Πύργος, φρούριο, αγροτική κατοικία).
Κοντά της στην Κατοχή είχαν έρθει και οι συνεξόρυστοι αδελφοί της Σίμος και ο κορυφαίος Ηπειρώτης και πολεμικός ηγέτης και ένας από τους πιο λαμπρούς οπλαρχηγούς του μεγάλου αγώνα Γεώργιος Κίτσος. Ο Μυτάκης φέρνει στο φως διάφορα έγγραφα, για να διαλύσουν, όπως λέει, κάποια σύγχυση, που επικράτησε και υποστηρίζεται έκτοτε με αξιώσεις σοβαρής ιστοριογραφίας. Τα έγγραφα αυτά είναι τα εξής: 1) Συστατικό του Κυβερνήτη υπέρ της κυρά – Βασιλικής, δια να της γίνωσιν όλαι αι δυναταί ευκολίαι εις την άνετον και ήσυχον αποκαταστασίν της. 2) Δικαστική απόφαση επί αιτήσεως μεσεγγυήσεως της κυρά – Βασιλικής, 3) Περί του εν Κατοχή ακινήτου της κυρά – Βασιλικής (να της δοθεί ο Πύργος για κατοικία), 4) Ληξιαρχική Πράξη θανάτου της κυρά – Βασιλικής του Ιερού Ναού Ταξιαρχών Αιτωλικού».
Ο καθηγητής Κ.Σ. Κώνστας αναφέρει «ότι η κυρά-Βασιλική έζησε στην Κατοχή Μεσολογγίου πέντε χρόνια συνέχεια (1831-1834). Από την Κατοχή συχνά πεταγόταν και στο γειτονικό Αιτωλικό, που για τελευταία φορά το επισκέφθηκε άρρωστη στα 1834, οπότε πέθανε σε αυτό. Και ο Κ. Σ. Κώνστας συνεχίζει:
Οι παλαιότεροι βιογράφοι της (Στ. Ξένος, Σπ. Αραβαντινός, Ι. Λαμπρίδης) παραδίδουν πως η κυρά – Βασιλική στην Αιτωλία παραδόθηκε στην μέθη και διάγοντας ασώτως κατέστρεψε την ωραία εικόνα του παρελθόντος της. Αν και το φαινόμενο να παραδίνωνται πολλοί σε ολέθρια πάθη για να λησμονήσουν περασμένα μεγαλεία είναι συχνό, όμως στη περίπτωση της κυρά – Βασιλικής αυτά μπορούν να αμφισβητηθούν.
Οι αναμνήσεις, που το πέρασμα της από τα νότια Αιτωλικά τούτα μέρη άφησε και διαφύλαξε μέχρι τώρα η παράδοση, είναι πλούσιες και ολοζώντανες. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Παραμυθιάς και Φιλιατών Αθηναγόρας είχε συγκεντρώσει ύστερα από επιτόπιες επισκέψεις και έρευνες, μερικές από αυτές και τις είχε δημοσιεύσει σε μια παλαιότερη μελέτη του.
Στην Κατοχή και σε μια από τις κορυφές της βρίσκονται τα ερείπια του Πύργου της, που τον λένε «Κούλια»της κυρά – Βασιλικής, όπου αυτή έμενε μόνιμα, ζώντας μια σεμνή και περιορισμένη ζωή, σπάνια κάνοντας κοσμικές εμφανίσεις.
Καμμιά φορά θέλοντας οι Κατοχιανοί να την αναγκάσουν να προβάλλει, έστω και στο παράθυρό της, μαζεύοταν κάτω από την «Κούλια» της και με την συνοδεία τοπικών λαϊκών οργάνων της τραγουδούσαν δημοτικούς σκοπούς βγαλμένους συνήθως από την δικιά της ζωή με πρώτο, ανάμεσα σε αυτούς, τούτον τον θρηνητικά υμνητικό του Τεπελενλή:

Νάηταν οι κάμποι θάλασσα και τα βουνά ποτάμια
να πνίγοταν ο Τάταρης πούφερνε τα φιρμάνια
Βασιλική φωνάζει τον γέροντ’ Αλή Πασά:
– Μάσε τους μπιμπασήδες και μέρασ’ τους φλουριά
και βάλε τους σε όρκο μην κάμουν μπαμπεσιά!
Σήκω καημένε Αλή Πασα, σύρε στο Τεπελένι.
– Δε φεύγω απ’ τα Γιάννινα κι’ ας γένη ό,τι γένη

Σήκω κυρά-Βασιλική, και βγάλε το φακιόλι
και το κεφάλι τ’ Αλη πασά να πάνε για την Πόλη .
Ξύπνα καϋμένε Αλή Πασά και βάλε τη σιουμπάρα
Να ιδής την Κυρά–Βασιλική με το Θανάση Βάγια……

Έβγαινε τότε αυτή στο παράθυρο πράγματι και ανταπέδωνε τη φιλοφροσύνη, φιλεύοντας γενναιόδωρα με χρήματα τους τροβαδόρους εκείνους της Κατοχής. ¨Ήταν πλούσια, κοπάδια ήταν και εδώ τα ζωντανά της και πολλά τα δαμάλια της. Τα μαρτυράει αυτά και κάποιο έγγραφο του τότε δασκάλου και εκτιμητού του χωριού, που σώζονταν μέχρι τινός στην Κατοχιανή οικογένεια Γ. Βάρβη και με το οποίο καλούνταν η κυρά – Βασιλική να πληρώσει κοινοτικό φόρο για ογδόντα και πάνω δαμάλια.
Στο Αιτωλικό τη θυμούνται ωραία, εξαίρετα όμορφη σαν αρχαία θεά, σπλαχνικιά και αφεντογυναίκα, νοικοκυροπούλα και αρχόντισσα. Κατά τις μεταβάσεις της σ’ αυτό φιλοξενούταν στο σπίτι του Καραπάνου ή Πράσινου, αλλά ο Πράσινος αυτός μαζί με κάποιο Στάικο, κάτω από την πρόφαση της προστασίας τους την εκμεταλλευόταν οικονομικά. Το Αιτωλικό φαίνεται να το αγάπησε ιδιαίτερα η κυρά – Βασιλική και δείγμα της ξεχωριστής ευνοίας της προς αυτό ήταν κάποια αξιόλογη δωρεά της στο ναό των Ταξιαρχών: μια καμπάνα με αρκετή ποσότητα ασημιού μέσα της και με την επιγραφή: «Ζήτω ο Όθων Βασιλεύς της Ελλάδος 1834. Βασιλική Κίτσου».
Δυστυχώς όμως αυτή σήμερα δεν σώζεται γιατί οι ευσεβείς επίτροποι του ναού την έλιωσαν προ τεσσάρων – πέντε χρόνων και έφκιασαν την καμπάνα του ρολογιού του καινούργιου βυζαντινού ναού των Ταξιαρχών!
Στο Μεσολόγγι τέλος, η ευπαίδευτη κόρη του καθηγητού Δημητρίου Παλαμά, μακαρίτισσα Μάσιγγα (Μαρία) Παλαμά, είχε διασώσει από τον πατέρα της δακτυλίδια, σκουλαρίκια και άλλα κοσμήματα της κυρά – Βασιλικής μεγάλης αξίας και τέχνης, όλα αυθεντικά έργα του παλαιού Γιαννιώτη χρυσικού Χρύση Χούση, αγορασμένα με οχτακόσια δίστηλα από τον Αιτωλικιώτη εκείνον προστάτη της Πράσινο στα 1839 -πέντε δηλαδή ολόκληρα χρόνια μετά τον Θάνατο της κυρά – Βασιλικής. Το απόλυτο εξακριβωμένο τούτο περιστατικό καθώς και δύο σχετικά έγγραφα που σώθηκαν στα αρχεία της Ι. Μητροπόλεως Αιτωλίας – Ακαρνανίας, δείχνουν την άγρια διαρπαγή πολλών αντικειμένων της κυρά – Βασιλικής κατά την ώρα του θανάτου της, σε σημείο μάλιστα που οι οικείοι της αναγκάστηκαν να ζητήσουν εγγράφως την επέμβαση των πολιτικών και εκκλησιαστικών αρχών για την ανακάλυψη και απόδοσή τους. Ιδού τα έγγραφα, καθώς τα ανακοίνωσε σε παλαιότερο περιοδικό ο φιλέρευνος αρχιμανδρίτης π. Σωφρόνιος Παπακυριακού:1) Προς τον έκτακτον επίτροπον και Β. Νομάρχην Αιτωλίας και Ακαρνανίας του Αδελφού της Γιωργάκη Κίτσου και 2) της Επισκοπής Μεσολογγίου προς τους Ιερείς Πρωτοδημογέροντες και λοιπούς πάντες ευλογημένους χριστιανούς από Ανατολικόν και Κατοχήν.
Η ιστορική έρευνα δεν κατόρθωσε ακόμα να εξακριβώσει όλα τα περιστατικά, τα σχετικά με την πραγματική υπόσταση της κυρά – Βασιλικής. Έτσι πολλά σημεία της τρικυμιώδους ζωής της τα σκεπάζει ο θρύλος……………………….».
Νιώθω μια ιδιαίτερη ικανοποίηση που ασχολήθηκα με την πατριώτισσα Πλαισιοβιτσιώτισσα Κυρά – Βασιλική Κίτσου – Κονταξή, που είναι θαμμένη εδώ στο διπλανό Αιτωλικό Μεσολογγίου. Περνώντας από το Αιτωλικό προσκυνώ τον τάφο της και της πάω τα χαιρετίσματα από την Πατρίδα της και με πιάνουν τα κλάματα. Μακριά από την Πατρίδα της και από τους δικούς της ανθρώπους στη ζωή της, μακριά και στον θάνατο.
ΕΩΣ ΠΟΤΕ!

ΜΥΤΙΚΑΣ ΑΙΤΩΛ/ΝΙΑΣ
Αύγουστος 2011
Νίκος Θωμά Νταής
σ. Συμβολαιογράφος
Επίτιμο Μέλος της ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ
( FEDERAZIONE NAZIONALE STAMPA ITALIANA)

Υ.Γ.: Το άρθρο μου αυτό το είχα δημοσιεύσει στον Θεσπρωτικό Τύπο το 2011 και το επαναδημοσιεύω σήμερα επειδή το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα από τον «ΘΟΥΚΙΔΗΔΕΙΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΣΥΒΟΤΩΝ».

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.