Δευτέρα, Απρίλιος 22, 2019

Με αφορμή την «Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης»

της Αναστασίας Β. Μήτσου

Πλησιάζοντας προς την «Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης», μια λεπτή, φιλντισένια, σχεδόν διάφανη πένα χαϊδεύει τις χορδές της ψυχής μας. Ό,τι εσώτερο και βαθύτερο μπορεί να νοιώσει ο άνθρωπος, το ξυπνάει, ακόμη και στο άκουσμά της: ανάταση, νοσταλγία, τρυφερότητα, ελπίδα κι αισιοδοξία, έρωτα και γλυκύτητα, λες κι ένα μαγικό μαγνάδι στραγγίζει τα μέσα του από ασχήμιες και βίαιες πιέσεις. Δε γίνεται βέβαια να μη νοιώσει και μια-κάποια μελαγχολία και θλίψη γιατί……, πώς αλλιώς να συμβαίνει αφού η Ποίηση αδράχνει και ό,τι παγιδεύει την ομορφιά του Κόσμου;

Μπορεί να μη διαβάζεται απ’ όλους μας η Ποίηση όσο τής αξίζει(σε χρόνο, βάθος και έκταση), πιστεύω όμως ότι αυτή την ημέρα αξίζει ν’ αφεθούμε όλοι μας να μεταγγισθούμε από τους χυμούς της, έστω και δια της συγκινήσεως και της ρομαντικής διάθεσης που αυτή ξυπνάει ακόμη κι ακούγοντας κάποιον ν’ απαγγέλει ένα ποίημα ή να εκφράζει στοχασμούς του πάνω σε κάποιο άλλο. Πόσες ποιητικές βραδιές σε κάθε σχεδόν πόλη, μικρή ή μεγάλη, πετυχαίνουν με τέτοιους τρόπους να την κοινωνήσουν σε μυημένους και μη;

Είναι, αλήθεια, απαιτητική Τέχνη η Ποίηση, όχι βέβαια γιατί τη βρίσκουν κάποιες φορές δυσνόητη(δεν υπάρχει δυσνόητη Ποίηση), αλλά γιατί απαιτεί μύηση(με την έννοια να θέλεις ν’ ανοίξεις «τις πόρτες της» και να περιηγηθείς στα ενδότερά της), απόσπαση από όσα η καθημερινότητα καταβροχθίζει, αυτοσυγκέντρωση, εσωτερικότητα, διάθεση να «δοθούμε» σ’ αυτή, και τότε αποκλείεται να μην κατακλυσθούμε από συναισθήματα, συγκινήσεις, να μην αναστοχαστούμε με μια διάθεση ανάτασης. Εξάλλου, πόσοι από μας, ακόμη και σε καθημερινές διαδρομές, δε νοιώσαμε αυτή την ανάταση ακούγοντας έστω και μια μελωδία που έχει συντεθεί πάνω σε ποιητικούς στίχους!

Πριν από λίγες μέρες, και πάντα με αφορμή αυτήν την ημέρα, ανασκάλεψα γραφτά μου, σκέψεις μου που αποτυπώθηκαν στο χαρτί σε ανύποπτο χρόνο. Στάθηκα σε τούτες τις αράδες: «Ποίηση…… η αυτοεξόριστη, η μαγεμένη και τρυφερή ή η πικραμένη και πληγωμένη που εμπνέεται από τα φθαρτά και άφθαρτα ετούτου του πολυπράγμονα κόσμου, που εκεί στην αυτοεξορία της είναι ταμένη να τα μετουσιώνει όλα σε φωτεινές ακατάλυτες αλήθειες. Με τους στοχασμούς της η Ποίηση, αγκαλιάζει τον κόσμο ως τα πέρατά του. Το πάθος της ανασταίνει τις ομορφιές του και τις εξαχνώνει σε όνειρο και λύτρωση, αλλά και σε θλίψη και μελαγχολία γιατί….., πώς μπορεί η καθάρια τόλμη της να προσπεράσει εκείνη την ομορφιά την παγιδευμένη κάτω από ερείπια και σκελετούς; Εξάλλου, αν κάτι κρατάει τον κόσμο σε κάποιο ύψος, αυτό είναι η ομορφιά, κι αν κάτι τον καταδεικνύει στα πραγματικά του όρια, τα βαθιά και πλατιά, αυτό είναι ο πόνος και η μελαγχολία που σταλάζουν οι πληγές του.

Ο πόνος είναι το ρίγος της αλήθειας

Η αλήθεια είναι ο παλμός της Ποίησης

Η Ποίηση είναι το αντιφέγγισμα του κόσμου, γυμνού.

Δε θα τολμούσα να τις εκθέσω στο φως, εάν δε με συγκινούσαν οι ακόλουθες στροφές από «Τα άνθη του κακού» του Τσάρλς Μπωντλαίρ:

«Και ξέρω, ναι, το ξέρω: η μοναδική ευγένεια είναι ο Πόνος

που ουδέποτε, όχι, η Κόλαση και η Γη θε να την κάνουν κτήμα·

τον μυστικό μου για να πλέξω στέφανο, το ξέρω: μόνος

οφείλω στην αιωνιότητα ν’ αποτολμήσω εγώ το βήμα»*1

Κι αλλού

«Στων νεφελών ο Ποιητής τον ηγεμόνα μοιάζει

που θύελλες στοιχειώνει και τοξότες ξευτελίζει·

εξόριστο στη Γη οι γιουχαϊστές τον κάνουν χάζι

που απ’ τις γιγάντιες του φτερούγες ούτε καν βαδίζει»*2

Κι όλα τα παραπάνω…….., για να ξαναθυμηθούμε ότι στην Ποίηση χωρούν: απ’ όσα τραγικά σμίλεψαν στης Αθανασίας τις σελίδες οι Αρχαίοι Τραγικοί ή οι Ελεγειακοί στου μάρμαρου, στης πέτρας την αιώνια αντοχή, μέχρι τους τρυφερούς στίχους τόσων σύγχρονων όπως: «Κυκλαδινό κυκλάμινο/ στου βράχου τη σχισμάδα/ πού βρήκες χρώματα κι ανθείς/ πού μίσχο και σαλεύεις……» του τρυφερού μας Γιάννη Ρίτσου.

Καταφύγιο λοιπόν η Ποίηση, και γι’ αυτούς που την υπηρετούν με τον δικό του τρόπο ο καθένας, και γι’ αυτούς που τη διαβάζουν. Ένα εντελώς προσωπικό, καταδικό καταφύγιο για στοχασμό, αναστοχασμό, βύθιση κι ανάταση όσον αφορά στο πνεύμα του, αλλά και λύτρωση, τρυφερότητα, γλυκασμό όσον αφορά στην ψυχή του.

Σε εποχές δε που ο ευτελισμός της ανθρώπινης ζωής, η βία και η βιαιότητα, το έγκλημα και η ασχήμια τείνουν(επικίνδυνα) να προσλαμβάνονται αδιαμαρτύρητα ως νέα αναπόφευκτη πραγματικότητα, η Ποίηση παραμένει, εκτός από καταφύγιο, και μια κολυμπήθρα αναβάπτισης απ’ όπου μπορεί ο καθένας μας ν’ ανακτήσει το χρίσμα της ευαισθησίας, της ανθρωπιάς, της γρηγορούσας επαγρύπνησης, και να τής δώσει τόπο και χρόνο να ενσταλάξει στην ψυχή του τον πόθο για τα ουσιώδη και αυθεντικά της ζωής.

                                                            *1. Από το ποίημα: «Ευλογία»

                                                            *2. Από το ποίημα: «Ο άλμπατρος»

                                                                                      σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή.

 

 

 

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.