Στην πρόταση της ΝΔ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αναφέρεται ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην ανάρτησή του στο Facebook σήμερα Κυριακή (7.6.26) με τον εβδομαδιαίο απολογισμό του κυβερνητικού έργου.
«Οι αλλαγές που εισηγούμαστε μπορεί να φαίνονται τολμηρές σε κάποιους. Πιστεύω, όμως, ότι είναι αναγκαίες για μια χώρα που θέλει να κοιτάξει με αυτοπεποίθηση το μέλλον.
Προτείνουμε την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, την αλλαγή του άρθρου περί ευθύνης υπουργών και την περαιτέρω ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, τη σύνδεση της μονιμότητας στο Δημόσιο με την αξιολόγηση, τη συνταγματική προστασία της χώρας από κάθε απειλή πτώχευσης, την αναγνώριση της προσιτής στέγης ως υποχρέωσης της Πολιτείας, ισχυρότερες προβλέψεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και ένα πλαίσιο αρχών για την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης προς όφελος του ανθρώπου και της κοινωνίας. Διαφορετικές παρεμβάσεις, με έναν κοινό στόχο: μια χώρα πιο έτοιμη για τις προκλήσεις του μέλλοντος», τονίζει στην ανάρτησή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
«Δεν προτείνουμε αυτές τις αλλαγές με ορίζοντα την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, αλλά την επόμενη δεκαετία. Το 2030 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την επίσημη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Θα ήθελα τότε να μπορούμε να πούμε ότι κάναμε ορισμένα βήματα που η χώρα χρωστούσε στον εαυτό της εδώ και δεκαετίες. Και ελπίζω όλες οι πολιτικές δυνάμεις να καταθέσουν τις θέσεις τους, γιατί αυτό το εγχείρημα μας υπερβαίνει όλους και μας χρειάζεται όλους», υπογραμμίζει.
Η ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη
Καλημέρα και καλή Κυριακή. Αν έπρεπε να βρω μια φράση που συνδέει πολλά από τα θέματα της σημερινής ανασκόπησης, αυτή θα ήταν η «Ελλάδα του 2030». Μια χώρα πιο σύγχρονη, πιο λειτουργική και πιο ώριμη, που αφήνει οριστικά πίσω της προβλήματα και εκκρεμότητες του παρελθόντος. Θα καταλάβετε στη συνέχεια γιατί το λέω.
Ας ξεκινήσω, λοιπόν, από την πρότασή μας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, μία ακόμη δέσμευσή μας που γίνεται πράξη. Οι αλλαγές που εισηγούμαστε μπορεί να φαίνονται τολμηρές σε κάποιους. Πιστεύω, όμως, ότι είναι αναγκαίες για μια χώρα που θέλει να κοιτάξει με αυτοπεποίθηση το μέλλον.
Προτείνουμε την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, την αλλαγή του άρθρου περί ευθύνης Υπουργών και την περαιτέρω ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, τη σύνδεση της μονιμότητας στο Δημόσιο με την αξιολόγηση, τη συνταγματική προστασία της χώρας από κάθε απειλή πτώχευσης, την αναγνώριση της προσιτής στέγης ως υποχρέωσης της Πολιτείας, ισχυρότερες προβλέψεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και ένα πλαίσιο αρχών για την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης προς όφελος του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Διαφορετικές παρεμβάσεις, με έναν κοινό στόχο: μια χώρα πιο έτοιμη για τις προκλήσεις του μέλλοντος. Δεν προτείνουμε αυτές τις αλλαγές με ορίζοντα την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, αλλά την επόμενη δεκαετία. Το 2030 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την επίσημη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Θα ήθελα τότε να μπορούμε να πούμε ότι κάναμε ορισμένα βήματα που η χώρα χρωστούσε στον εαυτό της εδώ και δεκαετίες. Και ελπίζω όλες οι πολιτικές δυνάμεις να καταθέσουν τις θέσεις τους, γιατί αυτό το εγχείρημα μας υπερβαίνει όλους και μας χρειάζεται όλους.
Αν υπάρχει, πάντως, μια εξέλιξη που δείχνει ότι η χώρα αφήνει πράγματι πίσω της ορισμένες από τις πιο βαριές εκκρεμότητες του παρελθόντος, είναι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θέσει την Ελλάδα εκτός της λίστας των κρατών με «μακροοικονομικές ανισορροπίες», κλείνοντας και επίσημα έναν κύκλο που άνοιξε πριν από 16 χρόνια, στην αρχή της κρίσης χρέους.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η Ελλάδα δεν συζητείται στην Ευρώπη ως μέρος του προβλήματος, αλλά ως παράδειγμα προόδου και σταθερότητας. Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να καταλάβω όσους σπεύδουν να υποβαθμίσουν τη σημασία αυτής της εξέλιξης. Διότι ακριβώς αυτές οι μακροοικονομικές ανισορροπίες στις οποίες είχαμε εγκλωβιστεί επί χρόνια είναι που κρατούν σε απόκλιση τα εισοδήματα των πολιτών από αυτά άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Και είναι μια εξέλιξη που δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αυτονόητη. Είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των πολιτών και της πολιτικής σταθερότητας που επέτρεψε στη χώρα να προχωρήσει μπροστά μέσα σε μια περίοδο αλλεπάλληλων διεθνών κρίσεων. Σήμερα η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με ταχύτερους ρυθμούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, μειώνει το δημόσιο χρέος με τον ταχύτερο ρυθμό στην Ευρώπη και έχει δημιουργήσει σχεδόν 600.000 νέες θέσεις εργασίας.
Και όσο η οικονομία γίνεται ισχυρότερη, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχουμε να επιστρέφουμε το μέρισμα αυτής της προόδου στην κοινωνία. Προφανώς, η έξοδος από αυτήν τη λίστα δεν σημαίνει ότι λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Δεν σημαίνει ότι η ακρίβεια εξαφανίστηκε ή ότι τα εισοδήματα βρίσκονται εκεί που θέλουμε.
Σημαίνει όμως ότι η χώρα διαθέτει πλέον πολύ πιο στέρεες βάσεις για να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις και να συνεχίσει να συγκλίνει με τις πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες.









