Του Γιώργου Μαρκατάτου
Στο τελευταίο σημείωμά μας είχαμε αναφερθεί στη δραματική κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εξομοιώνεται με τον αιώνα της ταπείνωσης για την Ευρώπη. Οι φωνές πληθαίνουν και δεν λένε να κοπάσουν στην κριτική, όχι μόνο για την επικεφαλή του οργάνου αυτού αλλά και για τους Ευρωπαίους αξιωματούχους που συγκροτούν το σημερινό κολλέγιο των επιτρόπων. Ο κυριότερος άξονας κριτικής μετά την ομιλία της προέδρου της Κομισιόν για το πρώτο έτος της δεύτερης προεδρίας της, ήταν το νέο εμπορικό «πακέτο» με τις ΗΠΑ, αλλά και η αδυναμία πραγματοποίησης έργου.
Στον απόηχο της ετήσιας ομιλίας της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν την περασμένη εβδομάδα, οι κριτικές και οι αντιπαραθέσεις εντείνονται ολοένα και περισσότερο. Ολοένα και περισσότεροι αρχίζουν να υποψιάζονται, να διαβλέπουν και να προβληματίζονται για την είσοδο της ΕΕ και κατά συνέπεια της Ευρώπης, στον αιώνα της ταπείνωσης. Και αρχίζουν από παντού να διαβλέπουν πλέον και οι προσκείμενοι βουλευτές του Ευρωκοινοβουλίου, αλλά και από διαφορετικές πολιτικές ομάδες, τη στάση των ΗΠΑ εναντίον της Ευρώπης, με βασικό εξάρτημα την επιβολή δασμών άνισων και καταναγκαστικών. Από τη μια λοιπόν η ΕΕ αναλαμβάνει μειώσεις δασμών και διευκολύνσεις πρόσβασης για αμερικανικά προϊόντα, ενώ οι ΗΠΑ επιβάλλουν γενικό δασμό 15% στα ευρωπαϊκά αγαθά και η συμφωνία «κλειδώνει» με την προσθήκη τεράστιων ευρωπαϊκών αγορών για αμερικανική ενέργεια. Η ίδια η πρόεδρος το υπερασπίστηκε ως «το καλύτερο δυνατό» για να αποφευχθεί εμπορικός πόλεμος, αλλά δεν ρώτησε και τους Έλληνες εξαγωγείς ελαιολάδου, φέτας, βρώσιμων ελιών, κονσερβών φρούτων (κυρίως αχλαδιών και ροδάκινων) και άλλων γεωργικών προϊόντων, για να υπογράψει ως μη όφειλε τη σχετική συμφωνία. Θεωρώ σκόπιμο να προσθέσω ότι στην ετήσια ομιλία της η πρόεδρος της Κομισιόν δεν αναφέρθηκε καν στη γεωργία και τη σημαντικότερη ίσως ευρωπαϊκή πολιτική που είναι η ΚΓΠ. Ούτε αναφορά στις περικοπές κονδυλίων δεν έκανε, και αγνόησε, επιδεικτικά θα λέγαμε, τις έντονες πιέσεις που ασκήθηκαν και ασκούνται από τους γεωργούς.
Οι κριτικές για τη σειρά από γκάφες της διοίκησης φον ντερ Λάϊεν ακούστηκαν και από φιλικές πολιτικές πτέρυγες. Αυτές αφορούσαν στην έλλειψη μιας συνεκτικής απάντησης για τη γεωργία και την πολιτική συνοχής. αλλά και στη μη ιεράρχηση, των χρηματοδοτικών εργαλείων και των χρονοδιαγραμμάτων. Οι εξαγγελίες είναι πολλές αλλά τα έργα είναι λίγα! Και εδώ προστίθεται η υστέρηση σε ταχύτητα, επενδύσεις και εφαρμογή, που θα μας απασχολήσουν σε επόμενο σημείωμά μας, λόγω του επείγοντος και θλιβερού κενού στην κατανόηση της έκθεσης Ντράγκι, για την οποία ήδη πριν ένα χρόνο αναλύαμε το περιεχόμενο. Η κριτική που ακούστηκε την περασμένη εβδομάδα συμπεριέλαβε και το πώς θα εξασφαλιστούν οι τεράστιοι πόροι που απαιτούνται για την ανόρθωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μια κριτική που συνοψίσαμε εμείς, αρκετά νωρίς με σειρά άρθρων μας για το πού θα βρεθούν τα απαιτούμενα τεράστια κονδύλια για την άμυνα και την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα.
Η σύντομη περιγραφή που προηγήθηκε αναπέμπει στο ερώτημα τι μπορεί να κάνει η ΕΕ για να αποφύγει την παράταση της περιόδου γεωπολιτικής αδυναμίας στην οποία βρίσκεται ολόκληρη η ήπειρος; Η θέση της κυρίας φον ντερ Λάιεν για την αντιμετώπιση των ΗΠΑ τόνιζε ότι θα πρέπει να βασίζεται σε τρία στοιχεία: προετοιμασία αντιποίνων, διαφοροποίηση των εμπορικών εταίρων και ενίσχυση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ. Παράβλεπε έτσι, ότι η αποδοχή των δασμών 15% του Τραμπ στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα ισοδυναμούσε με «υποταγή», «ξεκάθαρη πολιτική ήττα για την ΕΕ» και «ιδεολογική και ηθική συνθηκολόγηση», όπως αναφέρουν διεθνείς αναλυτές. Γι αυτό και την επόμενη μέρα μείναμε άφωνοι με τη νέα απειλή του Τραμπ για νέους δασμούς[1]. Ακόμη και ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου Maroš Šefčovič άφησε να εννοηθεί έντονα τον περασμένο μήνα ότι η συμφωνία με τις ΗΠΑ ήταν μια αντανάκλαση της στρατηγικής αδυναμίας της Ευρώπης και της ανάγκης της για υποστήριξη από τις ΗΠΑ. «Δεν πρόκειται μόνο για εμπόριο: Πρόκειται για την ασφάλεια, για την Ουκρανία, για την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια», εξήγησε.
Δηλαδή η εμπορική συμφωνία είναι άμεση συνάρτηση της αδυναμίας της Ευρώπης στο μέτωπο της στρατιωτικής ασφάλειας.
Πρόσθετη επισήμανση επίσης στις αποτυχίες της Ευρώπης είναι η έλλειψη επενδύσεων στην τεχνολογική δύναμη και στην εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς.
Θα πρέπει να γίνει πεποίθηση για όσους δεν μπορούν να εμπεδώσουν τη δυσχέρεια στην οποία περιήλθε η ΕΕ ότι είναι καιρός να αλλάξουμε πορεία πριν να είναι αργά. Η Ευρώπη έχει τη δυνατότητα να δυναμώσει την ανταγωνιστικότητά της, κυρίως μέσα από θεσμικές μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές που αναφέρονται σε εκθέσεις του πρόσφατου παρελθόντος, π.χ. η έκθεση Ντράγκι. Και πρέπει να τονιστεί η ανακοίνωση που εξέδωσε ο Μάριο Ντράγκι ότι: «Η Ευρώπη δεν είναι καλά εξοπλισμένη σε έναν κόσμο όπου η γεωοικονομία, η ασφάλεια και η σταθερότητα των πηγών εφοδιασμού, και όχι η αποτελεσματικότητα, εμπνέουν τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις». Αυτό σημαίνει ότι ο πόλεμος μπορεί να αποφευχθεί μόνο αν θεμελιώνουμε σωστές εμπορικές σχέσεις. Αυτό είναι το κλειδί και για την επιλογή ικανών στελεχών για τα όργανα της ΕΕ για να διαχειριστούν τις τύχες των Ευρωπαίων πολιτών. Όχι τυχάρπαστα γεράκια του πολέμου!
[1] https://www.politico.eu/article/europes-century-of-humiliation-could-be-just-beginning/?utm_source=email&utm_medium=alert&utm_campaign=Europe%E2%80%99s%20%E2%80%98century%20of%20humiliation%E2%80%99%20could%20be%20just%20beginning








