Του Γιώργου Μαρκατάτου
Το ερώτημα που θέσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας είναι αν έχουμε στρατηγικές επιλογές για το μέλλον της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Ενώ η Ευρώπη μπορεί ακόμη να θεωρείται ως μια «ελεύθερη περιοχή» στον κόσμο, δεν είναι άτρωτη στη δημοκρατική διάβρωση που συμβαίνει κυρίως ως σταδιακή «αποδυνάμωση» και όχι ως απότομη κατάρρευση. Σήμερα η δημοκρατία στην Ευρώπη δέχεται χτυπήματα από παντού. Και η ευθύνη βαρύνει τους Ευρωπαίους ταγούς και όχι τους λαούς της ΕΕ.
Αν η δημοκρατία υφίσταται ισχυρή πίεση από τη γραφειοκρατική ελίτ των Βρυξελλών, αυτό είναι ένα από τα πολλά αποτελέσματα που προκύπτουν από τον διορισμό των εκάστοτε προέδρων της εκτελεστικής εξουσίας. Το πλαίσιο των νομοθετημάτων και η λειτουργία των θεσμών της ΕΕ εκ των πραγμάτων επιτρέπουν τη λήψη πολλών αποφάσεων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δημοκρατικοί θεσμοί. Δραστικό παράδειγμα οι αποφάσεις της νυν προέδρου Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία σηματοδότησε τη συσσωρευμένη επενέργεια των ισχνών πόρων που συνθέτουν τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Στη βάση του συσχετισμού του κοινοτικού κεκτημένου με τις ανισότητες που δημιουργεί επηρεάζουν αρνητικά την ουσιαστική δημοκρατία.
Το κοινοτικό κεκτημένο, οι ανισότητες και η ουσιαστική δημοκρατία
Το κοινοτικό κεκτημένο (acquis) είναι η συσσωρευμένη έννομη τάξη της ΕΕ: συνθήκες, κανονισμοί, οδηγίες, νομολογία. Αυτό:
- δεσμεύει τα κράτη-μέλη,
- περιορίζει το περιθώριο εθνικής πολιτικής επιλογής (το «αν» εφαρμόζεται κάτι δεν τίθεται υπό ψήφιση, μόνο το «πώς»),
- λειτουργεί ως «σκληρός πυρήνας» κανόνων που δύσκολα αναθεωρείται.
Η λήψη όμως αποφάσεων σχετικών με το «αν» και όχι με το «πώς» δείχνει το δημοκρατικό έλλειμμα.
Στο οικονομικό πεδίο, αυτή η λογική ενός «ενιαίου κανόνα» αλληλεπιδρά με άνισες δομές: χώρες και περιφέρειες με ισχυρότερο παραγωγικό και δημοσιονομικό υπόβαθρο αξιοποιούν καλύτερα τους κανόνες της ενιαίας αγοράς, των κρατικών ενισχύσεων ή των επενδυτικών εργαλείων. Οι λιγότερο εύπορες περιοχές και κράτη, με πιο αδύναμο διοικητικό και παραγωγικό ιστό, μένουν συχνά σε θέση «πιεζόμενου προσαρμοστή».
Η δημοκρατική υποχώρηση εδώ δεν είναι τόσο φανερή στο επίπεδο των τυπικών θεσμών όσο:
- στη μετατόπιση της συζήτησης από το «τι πολιτική θέλουμε» στο «τι επιβάλλει το κεκτημένο»,
- στην αίσθηση διπλών μέτρων (π.χ. ευελιξία για ισχυρές οικονομίες, σκληρή εφαρμογή κανόνων σε πιο αδύναμες),
- στην ανισοβαρή κατανομή κόστους/οφέλους μέσα στην Ένωση.
Οι παρατηρήσεις πολλών κοινοτικών οργάνων αναδεικνύουν οικονομικές ανισότητες και αποτυχίες διακυβέρνησης ως βασικές «υποκείμενες συνθήκες» που τροφοδοτούν τη δημοκρατική διάβρωση και ενισχύουν «αντι-φιλελεύθερους» δρώντες.
Όταν λοιπόν το κοινοτικό κεκτημένο λειτουργεί de facto ως μηχανισμός που εγκλωβίζει λιγότερο εύπορες χώρες σε δυσμενείς όρους προσαρμογής, η δημοκρατική λογική «μία ψήφος – μία ισότιμη φωνή» στην ουσία είναι μια άδεια επιλογή. Οι αποφάσεις είναι προεπιλεγμένες και η πολιτική σύγκρουση περιορίζεται στο περιθώριο, όχι στον πυρήνα των αποφάσεων.
Η λειτουργία της διαδικασίας αυτής, ενώ είχε επιτρέψει σε πολλούς αναλυτές να θεωρήσουν ότι οι αποφάσεις στην ΕΕ λαμβάνονται στο πλαίσιο του άξονα Παρίσι – Βερολίνο, δημιουργούν νέα δεδομένα με βάση τις επισημάνσεις σοβαρών αναλυτών ότι πρόκειται πλέον για μια γερμανική ΕΕ, στην οποία συναινεί και η Γαλλία. Αυτό σημαίνει ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται πλέον ο άξονας Παρίσι – Βερολίνο, που από μόνος του είχε διαμορφωμένη τη δημοκρατική υποχώρηση στη λήψη αποφάσεων. Τώρα ακόμη περισσότερο φθίνει η δημοκρατία στην ΕΕ.
Τη νέα πρώτη διαπίστωση θα αναλύσουμε στην επόμενη παράγραφο που αφορά το πέρασμα
Από την «ένωση ειρήνης» στη «στρατιωτική Σένγκεν»[1]
Στο νέο γεωπολιτικό πεδίο που διαμορφώνεται με τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, η ΕΕ προσλαμβάνει όλο και περισσότερο ρόλο «γεωπολιτικής» και αμυντικής ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρόσφατη κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών Μεταφορών και Άμυνας του Ευρωκοινοβουλίου, που ενέκριναν σχέδιο μη νομοθετικού ψηφίσματος για τη στρατιωτική κινητικότητα και μιλούν ρητά για δημιουργία «στρατιωτικής Σένγκεν».
Τα βασικά στοιχεία του κειμένου είναι:
- διευκόλυνση της ταχείας μετακίνησης στρατευμάτων και εξοπλισμού εντός ΕΕ,
- άρση διοικητικών και χρηματοδοτικών εμποδίων,
- ταχεία διέλευση εσωτερικών συνόρων,
- ενίσχυση επενδύσεων σε υποδομές («στρατιωτικοί διάδρομοι», αναβάθμιση 500 «hotspots» γεφυρών/σηράγγων),
- αύξηση του προϋπολογισμού για στρατιωτική κινητικότητα σε πάνω από 17 δισ. ευρώ και συνολική ανάγκη τουλάχιστον 100 δισ. ευρώ για πλήρη υλοποίηση,
- στενή συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ και στόχος δυνατότητας διέλευσης ταχείας αντίδρασης μέσα σε 3 ημέρες σε «ειρηνική περίοδο» και σε 24 ώρες σε κρίση.
Από οπτική δημοκρατικής θεωρίας, προκύπτουν τρία προβλήματα:
- Συνεχής «έκτακτη ανάγκη»: ο πόλεμος και ο φόβος πιθανής ρωσικής επίθεσης χρησιμοποιούνται ως πλαίσιο μόνιμης εξαίρεσης, που ευνοεί ταχεία λήψη αποφάσεων με περιορισμένο χώρο δημόσιας διαβούλευσης.
- Μετασχηματισμός της Σένγκεν: η λογική της Σένγκεν ως χώρου ελεύθερης κίνησης προσώπων μεταφράζεται σε «στρατιωτική Σένγκεν» για ταχύτερη κίνηση στρατευμάτων. Αυτό έχει ισχυρό συμβολικό και πολιτικό βάρος: η Ένωση της «ειρήνης δια των κανόνων» μετακινείται σε Ένωση που οργανώνει στρατιωτική προβολή ισχύος στο εσωτερικό της.
- Δημοκρατική εποπτεία και ισότητα: τέτοιες αποφάσεις συχνά επεξεργάζονται σε επίπεδο Επιτροπής, Συμβουλίου και εξειδικευμένων επιτροπών του ΕΚ, με περιορισμένη εμπλοκή εθνικών κοινοβουλίων και κοινωνιών. Οι περιφέρειες που θα «σηκώσουν» το βάρος των υποδομών (π.χ. ανατολική πτέρυγα) δεν συμμετέχουν πάντα ουσιαστικά στον σχεδιασμό.
Έτσι, η ήδη διαπιστωμένη «αποπολιτικοποίηση» της οικονομικής πολιτικής επεκτείνεται πλέον στο πεδίο της ασφάλειας και άμυνας, με τρόπο που επιδεινώνει το έλλειμμα δημοκρατικού ελέγχου.
Μαζί με νεώτερες πληροφορίες που αφορούν το επόμενο πακέτο χρημάτων περιόδου 2028-2034 θα προχωρήσουμε σε προτάσεις ανάσχεσης του κατήφορου της δημοκρατίας στην ΕΕ, στο επόμενο σημείωμά μας.
[1] https://www.europarl.europa.eu/news/en/press-room/20251121IPR31538/meps-push-for-military-schengen-to-withstand-potential-russian-aggression Οι ευρωβουλευτές πιέζουν για «στρατιωτική Σένγκεν» για να αντισταθεί σε πιθανή ρωσική επιθετικότητα.








