Του Θωμά Στάππα*
Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης συχνά επικεντρώνεται στη μετανάστευση. Πρόκειται για ένα υπαρκτό ζήτημα, που δημιουργεί πιέσεις στις κοινωνίες και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Όμως, όπως επισημαίνει ο διεθνώς αναγνωρισμένος οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπινί, σε πρόσφατο άρθρο του στο Project Syndicate, το βαθύτερο πρόβλημα της Ευρώπης βρίσκεται αλλού: στην οικονομική και τεχνολογική της υστέρηση και στην απουσία ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου που να μπορεί να στηρίξει ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και κοινωνική συνοχή.
Τα αριθμητικά στοιχεία που παραθέτει ο Ρουμπινί είναι αποκαλυπτικά. Από το 2008 μέχρι το 2023, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν των Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκε σωρευτικά κατά 83%, ενώ της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόλις κατά 13,5%. Με άλλα λόγια, η αμερικανική οικονομία μεγάλωσε έξι φορές περισσότερο από την ευρωπαϊκή την ίδια περίοδο.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το χάσμα στο κατά κεφαλήν εισόδημα. Πριν από περίπου 15 χρόνια, το μέσο εισόδημα στην Ευρώπη αντιστοιχούσε στο 75% περίπου του αντίστοιχου στις ΗΠΑ. Σήμερα έχει υποχωρήσει κοντά στο 50%. Αυτό σημαίνει ότι ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης απομακρύνεται σταθερά από το επίπεδο ευημερίας των άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών. Ενδεικτικό είναι ότι ακόμη και η φτωχότερη πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών, το Μισισίπι, έχει σήμερα υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα από αυτό αρκετών μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, αλλά και από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τον Ρουμπινί, αυτή η εξέλιξη δεν είναι αποτέλεσμα μιας κακής συγκυρίας, αλλά μιας μακροχρόνιας διαρθρωτικής αδυναμίας. Η Ευρώπη υστερεί στην παραγωγικότητα, στις επενδύσεις και στην καινοτομία. Στους τομείς που καθορίζουν την οικονομία του μέλλοντος –τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακές εφαρμογές, ημιαγωγοί– η ευρωπαϊκή παρουσία είναι περιορισμένη. Από τις 50 μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες παγκοσμίως, μόνο τέσσερις είναι ευρωπαϊκές, ενώ η συντριπτική πλειονότητα βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Ασία.
Ο Ρουμπινί τονίζει επίσης ότι η Ευρώπη συχνά ρυθμίζει πριν δημιουργήσει και ελέγχει πριν επενδύσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα λιγότερες νέες επιχειρήσεις, λιγότερες θέσεις εργασίας υψηλής αξίας και χαμηλότερη παραγωγικότητα. Έτσι, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, που όλοι θέλουμε να προστατεύσουμε, κινδυνεύει, γιατί δεν παράγεται πλέον ο πλούτος που το στηρίζει.
Σε αυτό το πλαίσιο, το μεταναστευτικό ζήτημα αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Η Ευρώπη γερνά δημογραφικά και οι μεταναστευτικές ροές θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι έρχονται, αλλά αν υπάρχει μια οικονομία ικανή να τους ενσωματώσει παραγωγικά.
Χωρίς ανάπτυξη, χωρίς επενδύσεις και χωρίς νέες θέσεις εργασίας, η μετανάστευση γίνεται εύκολα κοινωνικό πρόβλημα. Αντίθετα, σε οικονομίες που αναπτύσσονται, που παράγουν και καινοτομούν, οι μετανάστες μπορούν να καλύψουν πραγματικές ανάγκες στην εργασία, να στηρίξουν τα ασφαλιστικά συστήματα και να συμβάλουν θετικά στην κοινωνία. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι οι άνθρωποι, αλλά η αδυναμία του παραγωγικού μοντέλου.
Για την Ελλάδα, η εικόνα αυτή είναι ακόμη πιο έντονη. Η χώρα μας έχει χαμηλότερη παραγωγικότητα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, περιορισμένη βιομηχανική βάση και έχει χάσει χιλιάδες νέους στο εξωτερικό τα προηγούμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των μεταναστευτικών ροών. Χωρίς ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, που να συνδέει την εκπαίδευση με την εργασία, τη γεωργία με την τεχνολογία και τη μικρή επιχείρηση με την καινοτομία, τα προβλήματα θα διαιωνίζονται.
Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική περιφέρεια. Περιοχές όπως η Αιτωλοακαρνανία δεν μπορούν να βασιστούν μόνο σε επιδοτήσεις ή αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζονται επενδύσεις, σύγχρονες δεξιότητες και δουλειές που κρατούν τους νέους στον τόπο τους.
Η πραγματική πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι να κρύψουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί, αλλά να χτίσουμε μια οικονομία που παράγει, ενσωματώνει και δίνει προοπτική. Και αυτό αφορά άμεσα τόσο την Ευρώπη όσο και την Ελλάδα – και τις τοπικές μας κοινωνίες.
*O Θωμάς Στάππας είναι Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός & Μηχανικός Υπολογιστών, Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οργανισμών από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Διαθέτει πολυετή εμπειρία σε θέσεις ευθύνης στον ιδιωτικό τομέα, στον χώρο της τεχνολογίας και της καινοτομίας, με εξειδίκευση στη διοίκηση, την ηγεσία και τη στρατηγική ανάπτυξη.









