Πέμπτη, Δεκέμβριος 13, 2018

Όπως με την ΕΔΗΚ του Γιάννη Ζίγδη ή περίπου;

 



Του ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΓΚΑ*

Περί «διευρύνσεων» ο λόγος, και επειδή από τώρα γίνεται διακριτό ότι στην ερχόμενη πολιτική αναμέτρηση (τουλάχιστον για το κοινοβούλιο), θα υπάρξει τέτοια μετωπική σύγκρουση και αναγωγή στα άκρα (δύο κόσμων – στρατοπέδων), ώστε, παραπέρα να αναδειχτεί και να μονιμοποιηθεί ένα νέο κεντρικό δίπολο εξουσίας, η «διεύρυνση» που θα επιχειρηθεί (ένθεν κακείθεν του ίδιου δίπολου), θα πάρει τελικά χαρακτηριστικά καθαρής λογιστικής πράξης για τα δύο μεγάλα κόμματα και χαρακτηριστικά : «S.O.S – ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΑΤΕ ΤΟ ΠΛΟΙΟ» για το, πάλαι ποτέ, γηραιό Πα.Σο.Κ.

Ένα Πα.Σο.Κ που, ως γνωστόν, πρώτα ματαιώθηκε βάναυσα, μετά δενδροκομήθηκε ως ξερική και γέρικη «Ελιά», λίγο αργότερα παρουσιάστηκε ως «Δη.Συ», πιο ύστερα ως «Δη.Παρ» και, εφόσον, οδηγήθηκε σε ανοιχτή πανελλήνια διαδικασία και ένα φιάσκο συνέδριο διορισμένων στελεχών με το Ποτάμι (που, αλήθεια, ανεξάρτητα της εκβάσεώς του, ξεγλίστρησε σαν χέλι την τελευταία – τελευταία στιγμή από την απόχη του έμπειρου ψαρά), κατέληξε, επιτέλους, ως «Κιν.Αλ» που, σαν ταμπέλα, βιτρίνα και ρεκλάμα, συνδυάζει …«λίγο απ’ όλα» τα πολύ παλιά πιασάρικα προϊόντα – λέξεις που παρήγαγε κατά το δοξαστικό όσο και ένοχο παρελθόν του το κεντρικό – κεντρικό μαγαζί : το «Κίνημα» και την «Αλλαγή» μαζί.

Η υπόθεση, μάλιστα, δείχνει περίπου πανομοιότυπη (για όσους γνωρίζουν σοβαρά Πολιτική, Ιστορία ή και τα δύο μαζί, και δεν ιδεολογικοποιούν με κραυγές και φθηνή εμπάθεια το συμφέρον και την κονόμα τους), με την διεύρυνση που ξεκίνησε μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1977 ο Κ. Καραμανλής ο πρεσβύτερος, προκειμένου, να επιτύχει άνοιγμα στο «Κέντρο» και, κυρίως, την εκλογή του στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, και αντανακλαστικά ακολούθησε ο Α. Παπανδρέου που έρχονταν «ριζοσπαστικά», «δυναμικά» από τα αριστερά και «από τα κάτω», και σε κείνη την αναμέτρηση διπλασίασε κυριολεκτικά τα ποσοστά του (από 13,58 % και 13 έδρες το 1974 σε 25,34 και 93 έδρες το 1977).

«Θύμα» σε κείνη την περίπτωση δεν ήταν, βεβαίως, καμιά ελαφριά μορφή ή προσωπικότητα της σειράς, αλλά, ο οξύνους και γνωστός, και πριν από την δικτατορία, Ρόδιος τεχνοκράτης πολιτικός Γιάννης Ζίγδης, όστις ατυχής, αντικατέστησε τον πολύ Γεώργιο Μαύρο στην ηγεσία της Ε.Κ – Ν.Δ, αλλά, είδε την κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΔΗΚ (όπως είχε ήδη μετονομαστεί η Ε.Κ – Ν.Δ για να αναδιπλωθεί) με 11,95% και 16 έδρες να φυλλοροεί, να διασπάται και… «άλλος για Χίο να τραβά κι άλλος για Μυτιλήνη»*! Δηλαδή : άλλος για τη Νέα Δημοκρατία του Κ. Καραμανλή του πρεσβύτερου και άλλος για το Πα.Σο.Κ του Α. Παπανδρέου (υπήρχε και η περίπτωση των Γιάγκου Πεσμαζόγλου και Βιργ. Τσουδερού που έφτιαξαν το Κο.Δη.Σο με την διάσπαση του 1978 ενώ ο Νικητ. Βενιζέλος αναβίωσε από μόνος του το παλαιό «Κόμμα Φιλελευθέρων»!) που, ωστόσο, πολιτικά – κυρίως οργανωτικά, στελεχιακά, έδειχνε να μην το επιθυμούσε και τόσο σφόδρα, καθώς, είχε διατυπώσει ξεκάθαρη άποψη για την πολιτική πορεία του (και την σχέση του με το παλιό Κέντρο), πριν από την μεταπολίτευση του 1974.

Αποτέλεσμα όλων αυτών; Ο Κ. Καραμανλής ο πρεσβύτερος, εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Α. Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός της χώρας, αλλά, ο συμπαθής, επίπονος και επίμονος Γ. Ζίγδης (θεωρούσε μάλιστα με αυτοσαρκασμό ότι : «Εγώ παντρεύτηκα την πολιτική με όλα τα καλά και κακά που έχει αυτή ως σύζυγος…»), αφού, «μέτρησε» αφ’ υψηλού «μπαλκονιού» και εξέδρας ένα – ένα τα άδεια πλακάκια της πλατείας Συντάγματος κατά την αποτυχημένη κεντρική συγκέντρωση του Οκτωβρίου του 1981 (!),υπέστη ήττα βαριά – ήττα πανωλεθρία με διαλυτικές συνέπειες και ακολουθίες για το κόμμα του (0,40% στις εθνικές, 1,12 στις αντίστοιχες ευρωεκλογές).

Αν και, βεβαίως, η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα (ή ως τακτική αναδίπλωση του «παλιού» επί του «καινούργιου» – εξαρτάται πάντα από τους συσχετισμούς δύναμης και το μέγεθος των προσώπων), στην προκειμένη φαίνεται να δείχνει κατά πολύ να επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα . Και τούτο, διότι, η στρατηγική πολιτικής και οργανωτικής ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ, από κόμμα άκρως εξωαστικό και καταγγελτικό (αυτολεξεί), σε καθαρό κόμμα δυτικού τύπου και εξουσίας, αντέγραψε ίσως επιτυχημένα – ίσως κακέκτυπα, το μοντέλο στρατηγικής και οργανωτικής ανάπτυξης του «πρώτου ΠΑΣΟΚ» : του ΠΑΣΟΚ εκείνου, του επαρκώς ή ανεπαρκώς ριζοσπαστικοποιημένου πολιτικού υποκειμένου : του ΠΑΣΟΚ εκείνου που είχε πορεία μετωπικής σύγκρουσης με όλους τους διεθνείς συνασπισμούς και υποχρεώσεις που ήταν συνδεδεμένη η χώρα (βλ. ΕΟΚ, ΝΑΤΟ κ.ά.), ανεβαίνοντας στην εξουσία έκαμε βαθμιαία και με τις αναγκαίες κλιμακώσεις έναν πιο βατό αναπροσανατολισμό, νέα αφήγηση, εν δυνάμει, αστικοποιήθηκε (και φρονίμως ποίησε – το βλέπουμε με πραγματικούς όρους ακόμη σήμερα πόσο ήταν αναγκαίο και πόσο απαραίτητο για την ασφάλεια της χώρας να παραμείνουμε και να σταθεροποιηθούμε σε αυτούς τους συνασπισμούς), με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να φτάσει …να παίζει μπάλα μόνο του σε όλο το πολιτικό γήπεδο και να την πετάει, κιόλας, και στην… κερκίδα με τους θεατές αλλόφρονες να παίζουν την πάσα! Ήταν, αναμφίβολα, η απαρχή δόμησης μιας ηγεμονίας – μιας ηγεμονικής πολιτικής κυριαρχίας και επικυριαρχίας που κάποιες αναφορές και απεικονίσεις τους, φτάνουν, έστω, σαν μύθος, έστω, σαν στρέβλωση, έστω, σαν «ουρά», αγέρωχες και υπερήφανες ή και συμπλεγματικές ως τις μέρες μας.

Η ώρα όμως, τοιουτοτρόπως, της «τελικής κρίσεως» και για τούτα τα «ύστερα» φτάνει φαίνεται οριστικά – σχεδόν νομοτελειακά, σχεδόν αμετάκλητα . Και φτάνει οριστικά, δυστυχώς, γι’ άλλη μια φορά για την σύγχρονη ιστορία αυτής της χώρας) όχι μέσα από πολιτική αντιπαράθεση αρχών και θέσεων. Αλλά, μέσα από μια κεντρική πολιτική απόφαση – αυτή της κάθετης ποινικοποίησης με κάποια ιδιαίτερη ένταση αυτή τη φορά, της πολιτική ζωής του τόπου – φαινόμενο που, περιέργως, για τα ήθη του τόπου και ελέω των γνωστών δημοσιονομικών, των πυρκαγιών ή των ανεπανάληπτων συμφωνιών «στυλ Κοτζιά με ή χωρίς Καμμένο!» που κατήγαγε η εξωτερική πολιτική της χώρας (!!) είχε λησμονηθεί ή πέρασε σε δεύτερο ρόλο, με αποτέλεσμα να μην «αλβανοποιηθεί» περισσότερο και από καιρό, μάλιστα, η πολιτική ζωή του τόπου.

Αυτό – τούτο, ακριβώς, είναι το μείζον και κομβικό στρατηγικά : ένα γεγονός, μία απόφαση ξύνει παλιές, ωστόσο, διακριτές και κακοφορμισμένες πληγές. Αυτό – τούτο, ακριβώς, δημιουργεί, εκ των ων ουκ άνευ, στρατηγικά, πολιτικά, κοινωνικά, σοβαρές κεντρόφυγες τάσεις, ταλαντεύσεις και απομειώσεις παρά την μακρά και πολύχρονη πείρα του δικτύου οπαδών, φίλων, στελεχών (όλο το σώμα παλαιοί αξιωματούχοι) που γνωρίζουν άριστα την «γύρα» – τα καπρίτσια, τις απαιτήσεις και τις… εξυπηρετήσεις της πολιτικής ζωής.

Αυτό – τούτο, τέλος, αφαιρεί, ακριβώς, στη βάση του, στην κίνηση και συνολική εξέλιξή του, και τα τελευταία ηθικά (ελκτικά πολιτικά) ερείσματα ή πλεονεκτήματα που μπορεί να αναπτύξει ως αιχμή, κάθε δημοκρατικός και φιλελεύθερος σχηματισμός (σύμφωνα, ασφαλώς, με το δυτικό πρότυπο, αλλά, και το χαρακτήρα του πολιτεύματός μας), στις διάφορες κλιμακώσεις του μέσα στο χώρο και το χρόνο. Μετά ξεκινάει το «άλμα στο κενό» και παίζουν ρόλο άλλου είδους ταλέντα, βιολογικές αντοχές και δεξιότητες επιβίωσης…

*Ειδικότερα για την Αιτ/νία, η επιχείρηση «διεύρυνση στο Κέντρο» μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1977, είχε τις εξής μετατοπίσεις σε πολιτικό- κοινοβουλευτικό επίπεδο :
Ο προδικτατορικός –μεταπολεμικός θα λέγαμε για μεγαλύτερη ακρίβεια- , έμπειρος και ισχυρός πολιτικός του Κέντρου Στέλιος Χούτας βουλευτής και υπουργός των κυβερνήσεων του Γεωργίου Παπανδρέου) που ήταν, βεβαίως, και βουλευτής της Ε.Κ – Ν.Δ το 1974, μετατοπίσθηκε προς τη Νέα Δημοκρατία (για να αντικατασταθεί στο ψηφοδέλτιο από το γιό του Θωμά Χούτα στις εκλογές του 1981 όταν τούτος εκλέχτηκε -δια της αναπληρώσεως του απίστευτα καταρτισμένου Χριστόφορου Στράτου που πέθανε το 1982-, βουλευτής Νέας Δημοκρατίας).
Ενώ, ο άλλος παλιός βουλευτής της Ενώσεως Κέντρου Νίκος Παπαϊωάννου (του Γιάννη τούτος, όχι του γιατρού, του γνωστού Τριχώνιου αντιστασιακού και πολιτικού Γιώργου Παπαϊωάννου που είχε κι αυτός πολιτική διαδοχή – τον γιό του Νίκο Παπαϊωάννου που, για του έχοντες εντρυφήσει πιότερο στην Πολιτική και την Ιστορία του τόπου, έφερε το γνήσιο ρουμελιώτικο παραγκώμι «ο Γαλάντερας»), ο οποίος λοιπόν -Νίκος Παπαϊωάννου του Γιάννη-, ενώ, είχε εκλεγεί το 1974 με την Ε.Κ – Ν.Δ και δεν είχε εκλεγεί στις εκλογές του 1977 με την ήδη αιμορροούσα ΕΔΗΚ, μετατοπίσθηκε προς το ΠΑΣΟΚ : εκλέχθηκε πρώτος σε ψήφους βουλευτής του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1981 και επανεκλέχθηκε με την εκλογική λίστα – χωρίς σταυρό προτιμήσεως δηλαδή, τον Ιούνιο του 1985.
___________________

*Ο Σπύρος Χ. Τάγκας είναι Αρθρογράφος. Σύμβουλος Πολιτικής & Επικοινωνίας.

Πηγή: matrix 24

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.