Του δημοσιογράφου-συγγραφέα Χρυσόστομου Πατούλα
Ξημέρωμα… Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024 και ο ήλιος κλέφτης μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο και το δωμάτιο γέμισε φως. Σηκώθηκα… σε λίγο ήμουν έτοιμος να πάω στον προορισμό μου. Είχα προγραμματίσει να δώσω αγάπη και ελπίδα σ’ έναν πολυφίλητο συγχωριανό μου, που μετρούσε μέρες σε κρεβάτι του πόνου στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών.
Πήρα το λεωφορείο της γραμμής, ήταν γεμάτο επιβάτες. Προχώρησα με δυ-σκολία και κρατήθηκα από χειρολαβή. Δίπλα μου όρθια μια νεαρή μητέρα κρατούσε με δυσκολία στην αγκαλιά της ένα μικρό ξανθό αγγελούδι. Στο δεξί χεράκι του κρα-τούσε μια μικρή χάρτινη σημαία, που την κουνούσε ανήσυχο, κοντά στο πρόσωπο μιας νέας γυναίκας, που καθόταν και έπαιζε με το κινητό της. Η νεαρή συνέχιζε α-διάφορη το παιχνίδι της και ο μικρούλης σε αντίδραση έδωσε ζωντάνια στη σημαία του, τόση, που ενοχλούσε την κοπέλα.
Ηρέμησε ψυχή μου, ηρέμισε Μάριε, είπε η μητέρα και έριξε μια ματιά απο-ρίας στη νεαρή γυναίκα που συνέχιζε να παίζει αδιάφορη με το κινητό της. Στη στιγ-μή, η κακιά εντύπωση, έφερε απρόσμενο θυμό που ανέβηκε σαν πυρετός. Με φού-ντωσε το άδικο και είπα τονισμένα και καθαρά: Παρακαλώ μια θέση στην κυρία με το παιδάκι… καμία κίνηση, καμία απάντηση. Σας παρακαλώ δεσποινίς να καθίσει η κυ-ρία με το παιδάκι; Η δεσποινίς σήκωσε τα μάτια, με κοίταξε υπεροπτικά και μου είπε με αυστηρό τόνο: Και ποιος είσαι εσύ που υποδεικνύεις τι να κάνω; Ένας άνθρωπος που αγαπά και σέβεται τον συνάνθρωπο, αυτός είμαι… Αφήστε την δεσποινίδα να χαίρεται το παιχνίδι της και την υπεροψία, ακούσθηκε η φωνή της μητέρας που έ-κρυβε παράπονο.
Οι επιβάτες αντέδρασαν, και μερικοί μάλιστα, σηκώθηκαν και παραχώρησαν τη θέση τους. Η κοπέλα τάχασε… σηκώθηκε νευριασμένη, με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που έσταζε φαρμάκι, τόσο φαρμάκι, που η ντροπή την έπιασε από το χέρι και την κατέβασε στην επόμενη στάση. Η νεαρή μητέρα έβγαλε ένα αυθόρμητο ΟΥΦ ανα-κούφισης και έβαλε το μικρό Μάριο στο κάθισμα. Ο Μάριος χαμογέλασε και κούνησε τη σημαία του πανηγυρικά. Η προσμονή να καθίσει, έγινε ζωντανή αλήθεια και η μικρή σημαία του πόθος της καρδιάς. Και το θαύμα έγινε…
Ο Μάριος άπλωσε το χεράκι του και μου πρόσφερε την μικρή χάρτινη ση-μαία μένα βλέμμα που έκρυβε ασφάλεια και έσταζε αγάπη. Ανατρίχιασα.. η καρδιά μου άρχισε να κτυπάει δυνατά και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Άπλωσα το χέρι να πάρω το θεϊκό δώρο της καρδιάς… Ο Μάριος τεντώθηκε, το έφερε στο στοματάκι του και το φίλησε σαν φυλαχτό… Έφερα τα χέρια στο πρόσωπό μου για να κρύψω την γύμνια των καιρών, την γύμνια της κοινωνίας… Ένιωσα μικρός Θεός. Ο μικρός ξανθός Άγγελος, φώλιασε μέσα μου, γιατί κατέβηκε από τον ουρανό, και η νεαρή μητέρα, με χαράκωσε μέσα μου, άφησε σημάδι, γιατί μεγάλωνε το αγγελούδι της με στοργή και αγάπη, όση χωρούσε η καρδιά και οι επιβάτες που ξέσπασαν σε χειροκρότημα, γιατί γνώρισαν το νόημα της ζωής, την αλήθεια της φύσης τους.








