Γράφει ο Τηλέμαχος Κουντούρης*
Η δημόσια συζήτηση για τις Σχολικές Επιτροπές κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα επιφανειακό δίλημμα: κατάργηση ή διατήρηση. Όμως αυτό το ερώτημα, όσο θορυβώδες κι αν είναι, δεν αγγίζει την ουσία του προβλήματος.
Η ουσία βρίσκεται αλλού: στη ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ή μη της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος. Το ζήτημα δεν είναι ποιος θεσμός διαχειρίζεται τα κονδύλια, αλλά με ποιους κανόνες, με ποια λογοδοσία και με ποιον έλεγχο. Ένας θεσμός χωρίς διαφάνεια, ακόμη κι αν φέρει τον σωστό τίτλο, παράγει δυσλειτουργία και καχυποψία. Αντίστροφα, ένας μηχανισμός με σαφείς διαδικασίες, καθορισμένες αρμοδιότητες και πραγματικό έλεγχο μπορεί να υπηρετήσει αποτελεσματικά το δημόσιο συμφέρον, ανεξαρτήτως ονομασίας.
Η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών, χωρίς ταυτόχρονη πρόβλεψη ενός διαφανούς και λειτουργικού συστήματος διαχείρισης, δεν συνιστά μεταρρύθμιση αλλά απλή μεταφορά του προβλήματος. Το ίδιο ακριβώς όμως ισχύει και για τη διατήρησή τους, εφόσον λειτουργούν χωρίς επαρκή έλεγχο, χωρίς τυποποιημένες διαδικασίες και χωρίς ουσιαστική ενημέρωση των σχολικών μονάδων.
Η ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ δεν είναι γραφειοκρατική πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση εμπιστοσύνης. Όταν οι διευθυντές, οι εκπαιδευτικοί και οι τοπικές κοινωνίες γνωρίζουν πώς κατανέμονται και πώς δαπανώνται οι πόροι, τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από τη δυσπιστία στη συνεργασία. Το σχολείο παύει να είναι εξαρτημένο από αδιαφανείς αποφάσεις και αποκτά θεσμική αξιοπρέπεια.
Επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «Σχολικές Επιτροπές ναι ή όχι». Είναι αν το κράτος επιθυμεί μια διαχείριση δημόσιου χρήματος που να αντέχει στον έλεγχο, να τεκμηριώνεται και να υπηρετεί πραγματικά τις ανάγκες της εκπαίδευσης. Χωρίς ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, κάθε οργανωτικό σχήμα είναι προβληματικό. Με ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, ακόμη και το πιο απλό σχήμα μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του σχολείου και της κοινωνίας.
*Πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιστημονικής Ένωσης Διευθυντών/ντριών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης









