Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου, 2020

Σε αχαρτογράφητα νερά η νέα φάση της μάχης με την πανδημία

Μέχρι τον Φεβρουάριο για τις περισσότερες χώρες η έννοια των «μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης» ήταν περισσότερο μια αναφορά στα εγχειρίδια επιδημιολογίας που διδάσκονταν οι φοιτητές ιατρικής και σε κάποια επιχειρησιακά σχέδια των υπηρεσιών πολιτικής προστασίας.

Άλλωστε, τα μέτρα αυτά, παρότι αντλούν την έμπνευσή τους από την μακραίωνη παράδοση των πρακτικών και μέτρων καραντίνας, κυρίως διατυπώθηκαν ως θεωρητική υπόθεση για το τι θα μπορούσε να γίνει στην περίπτωση ενός νέου λοιμώδους παθογόνου του αναπνευστικού συστήματος για το οποίο δεν θα υπήρχε επαρκής πρότερη ανοσία στον πληθυσμό.

Και παρότι ήδη από τη δεκαετία του 1990 υπάρχει συστηματική συζήτηση του ενδεχόμενου νέων πανδημιών, που θα ενισχύονταν και από την εκθετική αύξηση των αεροπορικών ταξιδιών και την παγκοσμιοποίηση, εντούτοις ως πρακτική είχε δοκιμαστεί σε μικρό βαθμό.

Υπήρχε η εμπειρία των μέτρων που εφάρμοσε κυρίως η Κίνα το 2003 για τον ιό SARS, υπήρχαν ιστορικά δεδομένα από τη διαφορετική θνησιμότητα της πανδημίας της «Ισπανικής Γρίπης» το 1918 σε όσες αμερικανικές πόλεις εφάρμοσαν μέτρα όπως η αναστολή λειτουργίας χώρων μαζικής διασκέδασης και συνάθροισης, υπήρχαν επιμέρους παραδείγματα από το κλείσιμο σχολείων σε ξεσπάσματα γρίπης, ή μελέτες πάνω στη συμπεριφορά της εποχικής γρίπης σε περιοχές που λόγω μεγάλων χιονοπτώσεων ανέστειλαν τις περισσότερες δραστηριότητές τους. Όμως, δεν υπήρχε κάποιο παράδειγμα που να δοκιμάστηκαν εκτεταμένα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης και οδηγίες «μένουμε σπίτι» σε τόσο μεγάλη και κλίμακα.

Ακόμη και τα μαθηματικά μοντέλα για την πρόβλεψη των αποτελεσμάτων που θα είχαν τέτοια μέτρα ήταν σε μεγάλο βαθμό στηριγμένα σε υποθέσεις, καθώς απλούστατα δεν υπήρχαν προηγούμενα δεδομένα που να μπορούν να αποτελέσουν σημεία αναφοράς. Υπήρχε προφανώς μια γενική και εύλογη εκτίμηση για την ανακοπή του ρυθμού διασποράς και το σταδιακό περιορισμό, όμως από εκεί και πέρα τα ερωτήματα ήταν ανοιχτά.

Τα διδάγματα από το «πρώτο κύμα»

Σήμερα τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά και το γεγονός ότι οι περισσότερες χώρες εφάρμοσαν και εφαρμόζουν τέτοια μέτρα επιτρέπει και μια δυνατότητα αποτίμησης των αποτελεσμάτων που είχαν. Ξέρουμε για παράδειγμα ότι μια καθοριστική παράμετρος, που απαιτεί και παραπέρα έρευνα για να αποτιμηθεί πλήρως, ήταν ο βαθμό διασποράς που προϋπήρχε της λήψης μέτρων. Όπου προηγήθηκε η διασπορά της επιβολής μέτρων, ξέρουμε πια ότι η δυναμική της πανδημίας συνέχιζε να εκδηλώνεται ακόμη και μετά τα περιοριστικά μέτρα, έστω και εάν αυτά κατόρθωναν από ένα σημείο και μετά να τα ανακόπτει. Αυτό, με τη σειρά του, δείχνει την τεράστια σημασία της επιδημιολογικής επιτήρησης και του έγκαιρου ελέγχου, εντοπισμού, απομόνωσης των κρουσμάτων και ανίχνευσης των επαφών τους, με όλη τη δυσκολία που αυτό έχε σε ένα ιό που έχει μεγάλη μεταδοτικότητα και σημαντικό ποσοστό ασυμπτωματικών ή ήπιων κρουσμάτων.

Ξέρουμε ακόμη ότι όπου τα νοσοκομεία χρησιμοποιήθηκαν ως το βασικό μέσο ιατρικής παρέμβασης έφτασαν στο όριό τους, επέτειναν το σοβαρό πρόβλημα της εκτεταμένης έκθεσης στον ιό και νόσησης του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού και ενίοτε λειτούργησαν ως χώροι παραπέρα διασποράς.

Ξέρουμε το πρόβλημα που προέκυψε με τους χώρους όπου συγκεντρώνονταν ευπαθείς πληθυσμοί όπως τα γηροκομεία και οι χώροι προνοιακής φιλοξενίας. Χώρες με μεγάλο ποσοστό των ηλικιωμένων σε τέτοιους χώρους και μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων ανά τέτοιο, βρέθηκαν να έχουν πολύ μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένων θυμάτων.

Ξέρουμε πως σε χώρες όπου εξαιτίας άνισης και ανεπαρκούς πρόσβασης στο σύστημα υγείας, μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων και επιβαρυμένων συνθηκών διαβίωσης, ένα σημαντικό μέρος των ανθρώπων ηλικίας κάτω των 65 ετών έχει σοβαρά υποκείμενα προβλήματα ή καταστάσεις υγείας που τον καθιστούν ευάλωτο στην πανδημία, συχνά και επειδή οι άνθρωποι αυτοί ήταν από αυτούς που έπρεπε να συνεχίζουν να εργάζονται συχνά και σε όχι ασφαλείς συνθήκες.

Οι οδυνηρές διαπιστώσεις

Όμως, την ίδια στιγμή οι κυβερνήσεις και κοινωνίες βρέθηκαν να αναμετρώνται με δύο βασικές και οδυνηρές διαπιστώσεις:

Η πρώτη αφορά τη δυναμική της πανδημίας. Είναι πια προφανές ότι ο ιός θα είναι μαζί μας για αρκετό καιρό. Το τωρινό κύμα δεν θα είναι το μόνο. Δείχνει να έχει τη δυναμική να συνεχίσει να μεταδίδεται για καιρό μέχρις ότου σχηματιστεί κάποιου είδους ανοσία στον πληθυσμό, είτε επειδή εκτέθηκε, μολύνθηκε και ανέπτυξε αντισώματα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είτε επειδή αναπτύχθηκε ένα αποτελεσματικό εμβόλιο ικανό για μαζική χρήση. Ακόμη περισσότερο δεν γνωρίζουμε το είδος της ανοσίας που θα αφήνει και εάν θα είναι ένας ιός με περιοδικές επανεμφανίσεις. Προφανώς μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι αφού κάνει έναν πρώτο μεγάλο κύκλο, οι περιοδικές επανεμφανίσεις θα είναι λιγότερο έντονες, όμως αυτό δεν ακυρώνει το σημαντικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές, ακόμη και εάν εμφανιστούν βελτιωμένες και πιο αποτελεσματικές θεραπείες για τα σοβαρά περιστατικά. Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια παρατεταμένη μάχη που θα επιβάλει την ανάγκη για μέτρα περιορισμού της διασποράς και προστασίας ευπαθών ομάδων για μεγάλο διάστημα.

Η δεύτερη αφορά την παγκόσμια οικονομική κρίση. Τα μέτρα που ελήφθησαν πυροδότησαν μια χωρίς προηγούμενο ύφεση και στο βαθμό που η πλήρης επιστροφή στην κανονικότητα θα αργήσει η οικονομία θα δυσκολευτεί να επιστρέψει στους προηγούμενους ρυθμούς. Αυτό διαμορφώνει έναν ακόμη μεγάλο παράγοντα κρίσης καθώς όσο και εάν οι κυβερνήσεις δηλώνουν αυτή τη στιγμή ότι προκρίνουν την προστασία της υγείας, την ίδια στιγμή γνωρίζουν ότι μεσοπρόθεσμα μια μεγάλη και παρατεταμένη οικονομική κρίση που οδηγήσει σε εκτίναξη της ανεργίας και απαξίωση κλάδων θα έχει επίσης σημαντικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

Οι προσδοκίες από τη σταδιακή άρση των μέτρων

Όλα αυτά καθορίζουν και τα αβέβαια μέτρα που συζητούν και σταδιακά εξαγγέλλουν όλες οι κυβερνήσεις.

Από τη μια υπάρχει η ελπίδα ότι μια μερική και αποσπασματική επαναλειτουργία μέρους της οικονομίας και της κατανάλωσης θα συγκρατήσει τους ρυθμούς της ύφεσης στα «καλά» σενάρια και όχι στα σενάρια καταστροφής. Βέβαια και εδώ υπάρχουν πολλά ερωτηματικά, καθώς είναι δεδομένο ότι δεν μιλάμε για επιστροφή σε προηγούμενους ρυθμούς, την ώρα που το ζήτημα της προστασίας εργαζομένων και καταναλωτών σε μεγάλους χώρους αντικειμενικά θα σημαίνει μικρότερη ένταση εργασίας.

Από την άλλη, υπάρχει η ελπίδα ότι στο βαθμό που οι περισσότερες χώρες πέρασαν από ένα πρώτο κύμα, η παραπέρα διασπορά θα είναι πιο περιορισμένη και θα υπάρξει ένα διάστημα χαμηλών ρυθμών διασποράς που θα επιτρέψει να συνεχίζει να «κερδίζεται χρόνος» μέχρι το εμβόλιο ή αποτελεσματικότερα θεραπευτικά μέτρα.

Ωστόσο, υπάρχουν πολλές επισφάλειες και απροσδιοριστίες σε αυτό το πλαίσιο. Η διατήρηση περιορισμένων μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης δεν γνωρίζουμε εάν θα έχει την ίδια αποτελεσματικότητα με τα lockdown και επίσης δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι ακόμη και οι πιο αναπτυγμένες χώρες έχουν όντως ένα μηχανισμό για έγκαιρο έλεγχο, εντοπισμό, απομόνωση κρουσμάτων, ιχνηλάτηση των επαφών τους, ή για τη διενέργεια μαζικών ελέγχων στον πληθυσμό. Επίσης, υπάρχει πραγματική ανασφάλεια ως προς το πόσο έγκαιρα θα μπορούν να λειτουργούν μηχανισμοί επιτήρησης που θα μπορούν να ενεργοποιούν στοχευμένα και τοπικά μέτρα περιορισμού σε περίπτωση νέων τοπικών εξάρσεων, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ενός γενικού lockdown. Επιπλέον, υπάρχει ανησυχία ότι ακόμη και μερική άρση των περιορισμών θα οδηγήσει γρήγορα σε μαζική διασπορά, όπως προειδοποίησε και το Ινστιτούτο Ρόμπερτ Κοχ στη Γερμανία.

Σε όλα αυτά τα ανοιχτά ερωτήματα προστίθενται και αυτά που αφορούν τα συστήματα υγείας και το εάν θα μπορούν να συνεχίσουν ανταποκρίνονται εάν τυχόν νέες εξάρσεις ξεπεράσουν τα τρέχοντα όριά τους, έστω και στον βραχύ χρόνο, και εάν θα υπάρχει ετοιμότητα για λήψη επιπλέον μέτρων ώστε να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Και βέβαια για όσους περισσότερους κύκλους επιβολής νέων μέτρων, ακόμη και «τοπικών», μιλάμε, αυτό σημαίνει και ακόμη μεγαλύτερη υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας και μεγαλύτερη ύφεση, ιδίως εάν πάμε σε ενδεχόμενο νέο γύρο καθολικών lockdown.

Η ελληνική περίπτωση και τα κρίσιμα ερωτήματα

Η Ελλάδα μπόρεσε να αντέξει το πρώτο κύμα. Αυτό είχε να κάνει με την έγκαιρη λήψη των μέτρων, την επάρκεια και ευθύνη του προσωπικού του ΕΣΥ, την συνειδητή πειθαρχία των πολιτών στα μέτρα και το γεγονός ότι π.χ. έχουμε χαμηλότερο ποσοστό ηλικιωμένων σε γηροκομεία και προνοιακές δομές φιλοξενίας. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την πραγματική επιβράδυνση της διασποράς έδωσε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να εξαγγείλει μέτρα σταδιακής χαλάρωσης των μέτρων.

Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι και στην ελληνική περίπτωση πορευόμαστε ήδη σε αχαρτογράφητα ύδατα και υπάρχουν σημαντικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν επειγόντως:

Θα γίνουν πράξη οι εξαγγελίες ενίσχυσης του ΕΣΥ με μόνιμο προσωπικό και απαραίτητο εξοπλισμό ώστε ανταποκριθεί και στη μάχη της πανδημίας και στην επανεκκίνηση των υπόλοιπων πλευρών της λειτουργίας του; Θα διαμορφωθούν οι δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας που αποτελούν σήμερα ένα από τα αδύναμα σημεία του ΕΣΥ; Θα υπάρξει η επάρκεια σε τεστ που διαρκώς εξαγγέλλεται ως αναγκαία, ιδίως από τη στιγμή που ο ΠΟΥ επιμένει ότι η δυνατότητα μαζικής ανίχνευσης είναι αναγκαία συνθήκη για την όποια άρση των περιοριστικών μέτρων;

Τα μέτρα μερικής και σταδιακής επαναλειτουργίας τομέων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής θα συνδυαστούν με όλες τις αναγκαίες «ασφαλείς πρακτικές», από την αραίωση μέχρι την ύπαρξη προστατευτικού εξοπλισμού και αντισηπτικών; Η γενική κατεύθυνση για χρήση μασκών, θα συνοδευτεί από εξασφάλιση επάρκειας και αποφυγής αισχροκέρδειας;

Σε «αδύναμους κρίκους» σε τυχόν νέο κύμα, όπως είναι τα γηροκομεία, οι προνοιακές δομές φιλοξενίας, οι «κλειστοί πληθυσμοί» σε χώρους όπως τα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων, θα υπάρξουν όλα εκείνα τα μέτρα αποσυμφόρησης, αραίωσης, εναλλακτικών μορφών φιλοξενίας, ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος μεγάλων τοπικών ξεσπασμάτων;

Τέλος, ως προς την οικονομία με δεδομένο ότι ακόμη και οι εξαγγελίες παραπέμπουν σε περιορισμένη δραστηριότητα, ιδίως σε τομείς όπως ο τουρισμός, που άλλωστε εξαρτώνται και από διεθνείς τάσεις, υπάρχει ένα σχέδιο ακόμη πιο εκτεταμένων παρεμβάσεων που να στηρίξουν όσους πλήττονται, πρώτα και κύρια τους εργαζομένους, όπως και μια συνολικότερη και πιο στρατηγική συζήτηση για ένα αναπτυξιακό μοντέλο λιγότερο ευάλωτο και μεγαλύτερες ενδογενείς δυναμικές;

Παναγιώτης Σωτήρης

Πηγή: in.gr

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.