Παρασκευή, Δεκέμβριος 14, 2018

Θεοφιλέστατε ευχαριστώ!

papailias Γράφει ο Παπα-Ηλίας Υφαντής 

«Ο άνθρωπος, λέει ο Ντοστογιέφσκι, είναι ζώο αχάριστο». Και θυμήθηκα το απόφθεγμα αυτό καθώς παραμονές της Πρωτοχρονιάς ο θεοφιλέστατος επίσκοπος Ευρίπου, αείμνηστος  π. Βασίλειος  Παναγιωτακόπουλος, πορεύθηκε το δρόμο της αιωνιότητας. Τον οποίο ιδιαίτερα ευχαριστώ , επειδή με λύτρωσε απ’ την κόλαση της Μητρόπολης Αιτωλοακαρνανίας.

Και επειδή πολλοί δεν γνωρίζουν τα συμβαίνοντα στο χώρο της δεσποτοκρατίας ας μου επιτραπεί να πω σχετικά κάποια περισσότερα πράγματα: Τοποθετήθηκα ως νεοδιόριστος εφημέριος (1965)  στο Αιτωλικό, όπου η μόνιμη εγκατάστασή μου ήταν αδύνατη, δεδομένου ότι η πρεσβυτέρα μου εργαζόταν στο Αγρίνιο. Γεγονός που σήμαινε ότι οι δυνατότητές μου να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις της ενορίας μου ήταν μηδαμινές. Κατάσταση που έγινε ακόμη προβληματικότερη, όταν με απέσπασαν στον Άγιο Ηλία της Σταμνά, όπου για να φτάσω, ήμουνα υποχρεωμένος να αλλάζω δύο συγκοινωνίες. Που σημαίνει ότι τόσο η αρχική μου τοποθέτηση, όσο και η εν συνεχεία απόσπασή μου έδειχναν ότι δεν έγιναν, για να εξυπηρετήσω τις ανάγκες της μιας ή της άλλης ενορίας, αλλά, για να υποβληθώ σε εξουθενωτικά καψόνια. Πραγματικότητα που με ανάγκασε να καταφύγω στο έσχατο μέσο διαμαρτυρίας, την απεργία πείνας. Παράλληλα δε κοινοποίησα έγγραφη διαμαρτυρία με την οποία αποκάλυπτα  τα ενδόμυχα κίνητρα των διωκτών μου. Γεγονός που τους ανάγκασε να με τοποθετήσουν σε ένα χωριουδάκι (Πυργί), κοντά στο Αγρίνιο. Όπου μπορούσα μέχρι ενός σημείου να πηγαίνω με το λεωφορείο και από κει και πέρα να οδοιπορώ σε μια ανηφόρα κάπου μιας ώρας. Κάτι που ήταν υποφερτό σε σύγκριση με την προηγούμενη αδιέξοδη πραγματικότητα.

Όμως κι εδώ μου είχαν στήσει τα δόκανά τους, δεομένου ότι φρόντισαν να προκαταλάβουν την κοινή γνώμη του χωριού, πληροφορώντας τους ότι πάνω κάτω ήμουνα αιρετικός (χιλιαστής, κλπ). Με αποτέλεσμα οι χωρικοί να βλέπουν και ν’ ακούνε ανάποδα τα όσα έκανα και έλεγα. Και δεν άργησε η στιγμή, που άρχισε βιομηχανία αναφορών για πολλά και διάφορα ανύπαρκτα ή τετριμμένα. Μη διστάζοντας μάλιστα οι καταγγέλλοντες συχνά να πλαστογραφούν και υπογραφές συγχωριανών τους, προκειμένου να υποστηρίξουν τα όσα μου καταλόγιζαν. Για να επακολουθούν αλλεπάλληλες ανακρίσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κάποια απ’ αυτές χωρικός που ρωτήθηκε, αν γνώριζε ποιος ήταν ο Πλάτωνας, για τον οποίο – υποτίθεται- εγώ τους μιλούσα, αποκρίθηκε: «Και πώς να μη γνωρίζω, αφού εδώ ο τόπος είναι γεμάτος πλατάνια»!   Οι αιτήσεις, που έκανα στη Μητρόπολη, προκειμένου-σύμφωνα με το τότε νομικό καθεστώς- να προσφύγω στα δικαστήρια εναντίον των συκοφαντών πλαστογράφων, απορρίπτονταν. Με το αιτιολογικό ότι, «αν είχα δίκαιο, αυτό θα προέκυπτε απ’ τις εκκλησιαστικές ανακρίσεις». Που όμως το πόρισμά τους ήταν πάγια ενοχοποιητικό. Για να μου δίνουν-υποτίθεται- χάρη, την οποία φυσικά και αρνιόμουνα, δεδομένου ότι δεν ένιωθα ένοχος, γεγονός που ιδιαίτερα τους εξόργιζε.

thumbnailΠοιοι βρίσκονταν πίσω απ’ την εναντίον μου καταδιωκτική καταδρομή;  Κάποιοι ρουφιάνοι παπάδες. Είναι δε χαρακτηριστικός ο σχετικός διάλογος που είχα με το Μητροπολίτη, όταν κάποτε μου είπε: «Ξέρεις τι μου λένε για σένα οι παπάδες»; -Τι σας λένε»; -«Ότι δεν πιστεύεις σε τίποτε»!-«‘Έτσι που τους καταντήσατε τους παπάδες, τι θέλετε να σας πούνε»; – «Και πώς τους καταντήσαμε»; -«Ρουφιάνους και κόλακες»!- «Και με ποιον τρόπο»;- Μα, με τη δεσποτοκρατία»!-«Ώστε είμαι δεσποτοκράτης εγώ»; – «Και μέγας μάλιστα»!

Με τέτοιου, λοιπόν, είδους, «αβρότητες» και «φιλοφρονήσεις» συνεχιζόταν η επικοινωνία μου με τη Μητρόπολη Αιτ/νίας. Μέχρις ότου αναγκάστηκα να προσφύγω στη δημοσιότητα. Με μια επιστολή μου, που τότε δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία αθηναϊκή εφημερίδα   «Ελεύθερος Λόγος», η οποία και τους έφερε σε πολύ δύσκολη θέση. Με κάλεσαν, λοιπόν, να παρουσιαστώ ενώπιόν τους, οπότε ο Μητροπολίτης αγανακτισμένος μου είπε: «Με σκότωσες»!- «Και με ποιον τρόπο»; ρώτησα -«Με την επιστολή σου»»!.-«Αυτά έχει η διαλεκτική του πολέμου»! αποκρίθηκα. «Ο καθείς και τα όπλα του». όπως λέει ο Ελύτης. Εσείς με σκοτώνετε με τη σφραγίδα σας κι εγώ με τη γραφίδα μου»! Έγινε έξαλλος. «Θα σε συντρίψω, θα επιπέσει επάνω σου ο πέλεκυς»! ούρλιαξε. «Όπως νομίζετε», είπα. Πάντως εγώ είμαι αποφασισμένος για όλα». Έμεινε για λίγο σκεπτικός και κατέληξε: «Εν τάξει δεν θα σε ξαναπειράξω. Αλλά όσο εγώ ζω δεν πρόκειται να μετακινηθείς από εκεί που είσαι τώρα». Και κράτησε το λόγο του.

Αλλά κάποιοι πνευματικοί άνθρωποι του Αγρινίου είχαν αγανακτήσει με την αδιανόητη αυτή σε βάρος μου ηθική ασφυξία. Χαρακτηριστικά  μου έλεγαν: «Παππούλη, αυτοί δεν σε καταδιώκουν απλά, αλλά σε εξοντώνουν»! Για να μεσολαβήσουν παράλληλα στον θεοφιλέστατο π. Βασίλειο, ο οποίος με λύτρωσε απ’ την κόλαση της Μητρόπολης Αιτωλοακαρνανίας, παίρνοντάς με στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Όπου βέβαια δεν πλούτισα, αλλά πέρασα κάπου εφτά ήσυχα χρόνια, οπότε μπόρεσα να πάρω το πτυχίο της φιλοσοφικής. Για να ριχτώ στη συνέχεια στον αγωνιστικό στίβο της Παιδείας.

Αλλά να που η αναρρίχηση στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του συχωρεμένου Σεραφείμ είχε ως αποτέλεσμα να περιπέσει στη δυσμένεια του δεσποτικού κατεστημένου, μεταξύ άλλων, και ο Θεοφιλέστατος π. Βασίλειος. Με αποτέλεσμα να μπει φραγμός στην εκλογή του ως μητροπολίτη, συμπεριλαμβανομένης βέβαια και της Μητρόπολης Αιτωλοακαρνανίας. Για να διαιωνίζεται έτσι στην Αιτωλοακαρνανία ο ομφάλιος λώρος μεταξύ δεσποτοκρατίας και ρουφιανοκρατίας, μετεξελιχθείς μάλιστα από δεσμός εξ αγχιστείας σε δεσμό εξ αίματος. Πράγμα που δεν θα συνέβαινε στην περίπτωση του Θεοφιλεστάτου π. Βασιλείου, ο οποίος ήταν δίκαιος και διέθετε ανεξαρτησία σκέψης και βούλησης. Και δεν θα επέτρεπε να τον μεταχειρίζονται σαν πρόβατο, όπως στα χρόνια του Βυζαντίου ο πανούργος  ευνούχος Ευτρόπιος μεταχειριζόταν τον άβουλο αυτοκράτορα Αρκάδιο.

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.