Τετάρτη, 12 Αυγούστου, 2020

Το “θηρίο της λίμνης” που αναστάτωσε την παρατριχώνια περιοχή το 1898

Τον 19ο αιώνα στους πολλούς υγρότοπους, που είχε τότε η Ελλάδα, ακούγονταν την άνοιξη και το καλοκαίρι φοβεροί βρυχηθμοί που προκαλούσαν έξαψη στην φαντασία των ανθρώπων. Το φαινόμενο ήταν συχνό και μερικές φορές γινόταν είδηση στις εφημερίδες της εποχής. Σχετική αναστάτωση προκλήθηκε στην Τριχωνίδα τον Απρίλιο του 1898.  Εξήχθη πλέον το συμπέρασμα ότι το θηρίο  είναι το πτηνόν “ο Ερωδιός ο αστερίας”  

Η εφημερίδα «Ευνομία» των Αθηνών δημοσιεύει στις 8 Σεπτεμβρίου 1862 την ακόλουθη είδηση:
«Παράδοξον ζωολογικόν φαινόμενον παρουσιάσθη από τίνος, κατά τας επαρχιακάς εφημερίδας, εις το κέντρον της Πελοποννήσου. Εις το ελώδες πεδίον των Καφυών, την λεγομένην λίμνην της Κανδήλας, διηγούνται ότι παρετηρήθη τερατώδης όφις, άλλοι λέγουσιν ιπποπόταμος, άλλοι τω δίδουσι κέρατα και βρυχηθμόν φρικώδη, και λέγουσιν ότι το σώμα του σκάπτει τάφρον όπου διέρχεται, και ότι οι κυνηγετικοί κύνες φεύγουσιν αυτό έντρομοι. Υποτίθεται εξελθών από τα βαθέα χάσματα των
Αυτά από το λεκανοπέδιο της Κανδήλας στην Αρκαδία. Βορειότερα στην Βοιωτία τα πράγματα είναι πιο άγρια στην Κωπαϊδα, που τότε ήταν ακόμα λίμνη αφού η αποξήρανσή της έγινε σταδιακά στο διάστημα 1880-1930.

Στην εφημερίδα Εστία, «εξ αφορμής δημοσιευθέντος περί βόμβου ακουομένου εν Κωπαΐδι», ο Ευθ. Α. Γκορίτσας από τις Θεσπιές στις 13 και 14 Δεκεμβρίου του 1894 γράφει και τα εξής:
«Κατά μακρά διαστήματα εικοσαετίας και πλέον μετά ξηρασίαν της λίμνης ακούεται εις τα πέριξ αυτής, μέχρι τριώρου περίπου αποστάσεως, ο βόμβος βαθύς και φρίκην εμποιών εις τους ακούοντας, μάλιστα κατά τα ησύχους νύκτας του θέρους, διαρκών ενίοτε επί πολλάς ημέρας. Κατά το έτος 1857 ή 1858, οπότε ένεκα αγνώστων αιτίων επήλθε τελεία αποξήρανσις της λίμνης και οι παρόχθιοι ηλίευον εις την ιλύν μεγάλην πληθύν ιχθύων, ους εταρίχευον, ηκούετο ο βόμβος επί πολλάς ημέρας, διαρκέσας μέχρι των πρώτων βροχών του φθινοπώρου. Επανελήφθη μετά παρέλευσιν πολλών ετών έκτοτε, αλλά ολίγας ημέρας διαρκέσας. Εκ τίνος μέρους της λίμνης προέρχεται ο βόμβος είναι δυσδιάκριτον, αποδίδεται δε συνήθως εις τα ψυχάς των τεθνεώτων, διότι λέγουσιν ότι «γιαχουγιάζουν οι ψυχές στις βουλιασμένες χώρες της Κωπαίδας». Πιστεύεται δε ότι προαγγέλλει δεινάς συμφοράς, πολέμους, επιδημίας και τα τοιαύτα. Οι δε γέροντες μαρτυρούσιν ότι ηκούσθη κατά την επανάστασιν του 1821, κατά την επιδημίαν της χολέρας (1854) και κατά την κρητικήν επανάστασιν (1866-1868).»

Παραμένοντας στην Ρούμελη, για το ίδιο φαινόμενο στην λίμνη Τριχωνίδα της Αιτωλίας, η εφημερίδα Άστυ των Αθηνών στις 19 Απριλίου 1898 γράφει:
«Η περίεργος αύτη είδησις μας έρχεται εξ Αγρινίου. Καθ’ εκάστην ημέραν οι περί την Τριχωνίδα λίμνην εργαζόμενοι χωρικοί ακούουσι φοβερούς βρυχηθμούς προερχομένους εκ του μέσου της λίμνης Τριχωνίδος, και ακριβώς εκ του σημείου εκείνου, ένθα πυκνά δένδρα, κάλαμοι, βρύα, και άλλα μικρά και μεγάλα δένδρα υψούνται και αποτελούσιν μικρόν δάσος βαλτώδες. Οι μηκυθμοί ούτοι, όμοιοι προς τους των λεόντων, μένουσι δυσεξήγητοι, διότι πολλάκις οι χωρικοί περιεκύκλωσαν ένοπλοι μάλιστα την λίμνην, αλλ΄ουδέν κατώρθωσαν να ίδωσιν. Μόνο τους βρυχηθμούς ήκουον εξερχομένους κατά μικρά διαστήματα εκ του βαλτώδους τούτου μέρους της λίμνης. Τινές απεπειράθησαν διά σχεδίας να πλεύσωσι την λίμνην και πλησιάσωσι προς το μέρος τούτο, όπως ίδωσι το υδρόβιον τέρας, το οποίον μετά τόσης δυνάμεως εκπέμπει τα φωνάς του, τα εν τη λίμνη όμως υπάρχοντα άφθονα χόρτα, έλη και άλλα βαλτώδη μέρη καθιστώσιν αδύνατον την προσέγγισιν. Σημειωτέον ότι αι εκ της λίμνης θηριώδεις φωναί εξέρχονται ήδη προ ενός μηνός, χωρίς ακόμη να κατορθώσι να ίδωσι τίποτε εντός της λίμνης, καίτοι πολλοί καθ΄ εκάστην μεταβαίνουσιν επί τούτω εις αυτήν.»

Στην εφημερίδα Εστία πάλι ο Ε. Μανίκας από την Ήπειρο στις 15 Δεκεμβρίου 1894 γράφει ότι και στα τενάγη του Αμβρακικού ακούγονται βρυχηθμοί, οι οποίοι για τους κατοίκους προμηνύουν απαίσια συμβάντα. Οι κυνηγοί ακούν κυρίως την άνοιξη και το φθινόπωρο τους βρυχηθμούς ακόμα και από μεγάλη απόσταση. Πιστεύουν ότι προέρχονται από κάποιο θηρίο που περιπλανάται στα νερά των λιμνών ή στον ποταμό Λούρο. Μερικοί βεβαιώνουν ότι έχουν δει το θηρίο και ότι μοιάζει με ταύρο ή βούβαλο.
Ο πατριάρχης της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης, που αναφέρει όλα τα παραπάνω στην ενότητα «Θηρία» για τις παραδόσεις του ελληνικού λαού, γράφει ότι ζήτησε από τον καθηγητή Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Σπ. Μηλιαράκη να ερευνήσει το θέμα στις βοτανικές του εξορμήσεις. Πράγματι, ο Μηλιαράκης ανταποκρίθηκε και σε επιστολή που έστειλε στον Ν. Πολίτη στις 8 Ιουνίου 1903 του γράφει στην απαραίτητη καθαρεύουσα της εποχής:
«Τελευταίον μεταβαίνων εις το έλος το προ του μοναστηρίου της Λεσινιωτίσσης παρά το Λεσσίνι, πέραν της παλαιάς Κατούνας (2 ώρας μακράν της Κατοχής και 3 μακράν του Αιτωλικού), ήκουσα καθ΄ οδόν παρά του αγωγιάτου και δύο ιατρών συνοδοιπόρων τον μύθον, ον και άλλοτε είχον ηκούσει και εν Αγρινίω περί ζώου μυθικού, το οποίον ουδείς μεν είδε, πολλοί δεν ήκουσαν μυκώμενον. Εις το έλος δε τούτο φθας και παραμείνας επί δίωρον, ήκουσα και εγώ, κατ’ ευτυχή σύμπτωσιν, τους επανειλημμένους μυκηθμούς του ζώου τούτου, ους προσομοιάζω προς τούς του βοός, αλλ’ έχοντας βραχυτέραν την διάρκειαν και ασθενεστέρους. Η χώρα αφ’ ης προήλθον τρεις μυκηθμοί, ήτο αναπεπταμένη, μόλις περί τα εκατόν βήματα μακράν, πλήρης δε χθαμαλών καλάμων και άβατος. Ζώον ουδέν παρετήρησα

Από τα προαναφερόμενα περιστατικά και από άλλα παρεμφερή, ο Νικόλαος Πολίτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το θηρίο της Αρκαδίας, της Κωπαϊδας, της Τριχωνίδας και του Λούρου «είναι το πτηνόν ο Ερωδιός ο αστερίας (Ardea stellaris – Botaurus stellaris), όστις αστερίας μεν εκλήθη υπό των Ελλήνων δια το ποικίλον πτέρωμα αυτού, εν άλλαις δε γλώσσαις έλαβε το όνομα από της φωνής του, ομοιαζούσης προς μύκημα βοός και από της ενδιαιτήσεώς του εις ελείους καλαμώνας…»

Τι είναι, λοιπόν, αυτό το πτηνό που η φωνή του μοιάζει με μουγκανητό βοδιού και ζει κρυμμένο σε καλαμιώνες βάλτων και λιμνών;
Το θηρίο της λίμνης είναι ένας μικρός ερωδιός, με μήκος σώματος 70-80 εκατοστά. Ζει σε λίμνες και βάλτους και τρέφεται με ψάρια, βατράχια και έντομα. Εδαφόβιος, παραμένει την μέρα κρυμμένος μέσα στα καλάμια και η χαρακτηριστική του στάση είναι με τον λαιμό τεντωμένο και το ράμφος προς τα πάνω. Η στάση και ο χρωματισμός του, τον κάνει να μην ξεχωρίζει από τα καλάμια.

Στην Ελλάδα ένας πληθυσμός του φωλιάζει στους υγρότοπους του Αμβρακικού κόλπου, κυρίως όμως είναι μεταναστευτικός επισκέπτης, που περνάει τον χειμώνα σε διάφορους υγρότοπους της χώρας. Στην διάρκεια της μετανάστευσής του, την άνοιξη και το φθινόπωρο, και κυρίως στην περίοδο της αναπαραγωγής του (Απρίλιος – Ιούνιος) κάνει αισθητή την παρουσία του στους καλαμιώνες με την φωνή του, που μοιάζει με των βοδιών ή με τον ήχο που βγαίνει όταν φυσάμε σε ένα άδειο μπουκάλι.
Σε πτήση η φωνή του είναι ένα βραχνό «γκράο» που μοιάζει με της αλεπούς και ακούγεται από κοπάδια που μεταναστεύουν. Το γαμήλιο κάλεσμα του πολυγαμικού αρσενικού ακούγεται έως 5 χιλιόμετρα μακριά, μοιάζει σαν απόμακρη κόρνα πλοίου όταν εκπνέει, κάτι σαν «γουμπ». Κι επειδή ο αρσενικός είναι πολυγαμικός, ξεσπαθώνει με την φωνή του με αποτέλεσμα τις λαϊκές δοξασίες που καταγράφει ο Ν. Πολίτης, ο οποίος σημειώνει:
«Το πτηνόν τούτο, ενδιαιτώμενον εις ελείους τόπους… εκβάλλει μυκηθμόν τινα, όστις αναπολεί τον του ταύρου. Η ιδιόρρυθμος δ’ αύτη κραυγή ακούεται από μεγάλης αποστάσεως. Το νυκτόβιον και μονήρες τούτο πτηνόν, μικρόν το μέγεθος, αποκρύπτεται υπό των καλαμώνων. Οι ακούοντες τον μυκηθμόν αυτού, όστις φοβεράν εμποιεί αίσθησιν εν τη σιγή της νυκτός, αδυνατούσι να υποπτεύσωσιν ότι προέρχεται εκ μικρού πτηνού. Εντεύθεν επλάσθησαν οι μύθοι περί θηρίου ενδιαιτωμένου εντός του ύδατος.»

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν παρατηρήσει το φαινόμενο των βρυχηθμών στους υγρότοπους και το είχαν συνδέσει με ταύρους. Το αρχαιότερο όνομα του Ευρώτα ποταμού στην Λακωνία ήταν «βωμύκας», διότι «παρά του βοός μυκηθμόν παραπλήσιον έχει». Και ο Αριστοτέλης γράφει: «Διατί εν τοις έλεσι τοις παρά τους ποταμούς γίνονται οι καλούμενοι βούμυκοι, ούς μυθολογούσι ταύρους ιερούς είναι του θεού. Έστι δε το γινόμενον ψόφος όμοιος φωνή ταύρου, ώστε αι βόες ούτω διατίθενται ακούουσαι ώσπερ ταύρου μυκωμένου».
Ο Αριστοτέλης αναφέρει το θηρίο της λίμνης με το όνομα «αστερίας». Το νεότερο ελληνικό όνομά του είναι ήταυρος, γήταυρος και νήταυρος, ανάλογα με την περιοχή και την χρονική περίοδο.
Ο Νικόλαος Πολίτης σημειώνει ότι στην βυζαντινή περίοδο οι Έλληνες γνώριζαν για την ιδιότυπη κραυγή αυτού του ερωδιού όπως δηλώνει το όνομα του «γήταυρος».
Το όνομα «γήταυρος» αναφέρεται στο «Ορνεοσόφιον κελεύσει γεγονός του αοιδίμου βασιλέως κυρίου Μιχαήλ» (Μιχαήλ Παλαιολόγου), που γράφτηκε στα τέλη του 13ου αιώνα. Το «Ορνεοσόφιον» γράφει ότι ανάμεσα στα άλλα πουλιά που δεν πρέπει να δίνουν οι γερακάρηδες για τροφή στα γεράκια τους (ζάγανοι) είναι και οι γήταυροι [«Τσυκνέα σάρκας ή πελαργού ή γηταύρου», (Ορνεοσ. 58414)].
Το όνομα «γήταυρος» (γη + ταύρος) εξελίχθηκε σε «ήταυρος» με αφαίρεση του αρχικού «γ» (συχνό φαινόμενο στην δημοτική) και ορισμένες φορές σε «νήταυρο», με επίδραση του «ν» της αιτιατικής (όπως νοικοκύρης < οικοκύρης).
Αυτά περί του τρομερού θηρίου της λίμνης, που είναι ένα μικρό πουλί. Αλλά έχουμε και κάτι ακόμα…

Ο καθηγητής ζωολογίας στο ΑΠΘ Α. Κανέλλης ζήλεψε τους γλωσσολόγους και τους λαογράφους και αποφάσισε την δεκαετία του 1960 να κατασκευάσει αυθαίρετα ελληνικά ονόματα σε συνεργασία με τον Γερμανό συνάδελφό του W. Bauer. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα ονόματα που επέβαλε είναι λόγια (αφού είναι κατασκευασμένα) αλλά ταυτόχρονα είναι και λαϊκίστικα (αφού υποτίθεται ότι αντλούσε από ονόματα που είχε δημιουργήσει ο λαός).
Ο Κανέλλης το βυζαντινό όνομα γήταυρος (ήταυρος) το αντικατέστησε με το κατασκευασμένο όνομα «τρανομουγκάνα» (δυνατό μουγκρητό αγελάδας), που δεν υφίσταται σαν ελληνική λέξη και δεν αναφέρεται σε κανένα λεξικό.
Αντίθετα το όνομα «ήταυρος» (και οι παραλλαγές του) αναφέρονται στα λεξικά (Σταματάκος, Κριαράς).
Στην περίπτωση αυτή η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία (ΕΟΕ) δεν ακολούθησε τον Κανέλλη, αποκατέστησε τα πράγματα και ονομάζει το πουλί Ήταυρο.
Οπότε για το θηρίο της λίμνης έχουμε:

Επιστημονική ονομασία: Botaurus stellaris ( Linnaeus, 1758) – Βόταυρος ο αστερίας
Ετυμολογία: Botaurus (bos βόδι + ταύρος)
Όνομα Ορνιθολογικής (ΕΟΕ): Ήταυρος.
Ελληνικό βυζαντινό όνομα: γήταυρος (< ήταυρος, νήταυρος).

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΟΥ Nikos Nikitidis ΠΟΥ KOINOΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΣΤΟ FACEBOOK Αιτωλία και Ακαρνανία στο πέρασμα του χρόνου, Aetolia Acarnania tempus.

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.