Τετάρτη, Ιούνιος 19, 2019

Βουλιάζει (μάστορες) όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες…

  • Του ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΓΚΑ

Ευτυχώς, αλήθεια, αυτός ο τόπος έχει βγάλει (πέραν από τον Παπαχριστόπουλο, την προοδευτική Παπακώστα, την κακομοίρα  Μεγαλοοικονόμου  κ.ο.κ – αλίμονο, και τους μεγαλόσχημους πλην ασύνετους γραφιάδες – «καθοδηγητές» που συνεχίζουν να υποστηρίζουν άλογα, λες, και φανατικά  τα όσα ακατανόμαστα),  τόσες και τέτοιες μεγάλες  προσωπικότητες  και μορφές που μπορούν να μας κρατούν σε εγρήγορση,  να διατηρούμε την αυτοπεποίθησή μας, καίτοι, την ψυχραιμία μας και την επαφή μας με την Αλήθεια του Τόπου. Γιγάντιες, όντως,  μορφές που, πολύ έγκαιρα, είχαν κατορθώσει να «ταξιδέψουν» στον ελληνικό χώρο και χρόνο , να συμπλέξουν τις ιστορικές μνήμες του παρελθόντος και του παρόντος σε μια αδιάσπαστη ενότητα, και να μας  αποδώσουν με το έργο τους την ελληνική διάρκεια (είτε συνέχεια είτε  ασυνέχεια είναι αυτή ), υποσημαίνοντας και τα μεγάλα παθήματα της φυλής. Μια τέτοια γιγάντια – μορφή ήταν ο Γιώργος Σεφέρης.

Γράφει, λοιπόν, εντελώς εμπνευσμένος και αποκαλυπτικός  αυτός – τούτος, ο ίδιος ο Σεφέρης  τον Οκτώβρη του 1935 στις «Μυκήνες» του* που, πράγματι, εκστασίασαν όσους τόλμησαν και την  μελέτησαν καλά και με προσοχή εκείνη την εποχή. Μια έκσταση που προήλθε, βεβαίως, αφενός, από την ξεκάθαρη βαθυγνωσία του ελληνικού χώρου και χρόνου και, αφετέρου, από την χαρακτηριστική διείσδυση που έκανε ο λόγος του Έλληνα διπλωμάτη και Ποιητή εκείνα τα χρόνια στα πράγματα. Και σήμερα, όμως, διατηρεί  ατόφια την μεγάλη αξία του – τους θεμελιώδης συμβολισμούς και τις μεγάλες αλληγορίες του :

Από τις «ΜΥΚΗΝΕΣ»:

(…)  Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες

Τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

Τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο  βάσταξα

Τούτες τις πέτρες, την μοίρα μου.

Πληγωμένος από το δικό μου χώμα

Τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο

Καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,

Τούτες τις πέτρες» (…)

Και στην πιο παρακάτω στροφή ξεκαθαρίζει επισημαίνοντας :

 

(…) Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο

Βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,

Μνήμη του μόχθου ριζωμένη στον ρυθμό

Που χτύπησε τη γης με πόδια

Λησμονημένα.

Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια

Του άλλου καιρού γυμνά. Μάτια

Προσηλωμένα, προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι

Που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις

Η ψυχή που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι’ η σιωπή είναι πια δική σου

‘δω που σταμάτησαν οι μυλόπετρες».

Η πέτρα, στον Σεφέρη, είναι το ορυκτό εκείνο (το υλικό αλλά και το εργαλείο), με το οποίο είναι στρωμένη και σμιλεμένη η ελληνική γη. Είναι, όπως, μαρτυρεί ο σπουδαίος μελετητής του Ποιητή και Στοχαστή του ελληνικού βάθους – ο Octave Merlier, « (…) οι τεράστιοι κυκλώπειοι, ασήκωτοι ογκόλιθοι, είναι τα ερειπωμένα, αγνώριστα υλικά των συνηθισμένων σπιτιών των εξαφανισμένων σπιτιών, των εξαφανισμένων πόλεων που κάποτε, ωστόσο, κατοικούνταν, είναι κεφάλια, σώματα ακρωτηριασμένων τις πιο πολλές φορές αγαλμάτων που ανακαλύπτονται παντού και πάντοτε μέσα στο ελληνικό χώμα. Οι πέτρες των Μυκηνών –στις Μυκήνες δεν βρίσκει κανείς τίποτε παρά μονάχα πέτρες-, κουβαλούν απάνω τους τόσες δόξες, τόσα εγκλήματα και αίμα όσους και αιώνες».

Ποιος «καθοδηγητής» ή άλλο βλαψίφρων ρετάλι ψέλλισε, λοιπόν, πως ο Σεφέρης δεν είναι παρών, δεν μάχεται ακόμη και σήμερα – μέσα σ’ αυτό τον καταιγισμό ύβρεων και κίβδηλων υποθέσεων  πως, τάχα, νοιάζονται εγκάρδια, ειλικρινώς  και ολόψυχα για την Πατρίδα και το Λαό της ; Μόνο που (σαν σημείωση) σήμερα, τα όπλα αυτού του «επιδέξιου μονομάχου» για την Ελλάδα και τον ελληνισμό όλων των καιρών, θέλουν, θαρρείς, ένα επιμελημένο και προσεχτικό στίλβωμα έτσι, ώστε, μετά, και μόνο στη θέα τους, οι κάθε είδους υβριστές να την «κάνουν» κραυγάζοντας με άλματα στο κενό…

*Από την ποιητική συλλογή του Γ. Σεφέρη : «Μύθος και Ιστορία» που πρωτοείδε το φως της δημοσιότητας τον Οκτώβρη του 1935 όταν  ο νομπελίστας ποιητής  ήταν,  ήδη, νεαρός διπλωμάτης.

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.