Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου, 2020

Βασικές πληροφορίες για τις 4 σπάνιες παθήσεις

κυστική ίνωση, νωτιαία μυϊκή ατροφία, νόσος Gaucher, νόσος Pompeimgres

Ορισμός και γενικές πληροφορίες 

Σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ένα νόσημα θεωρείται σπάνιο όταν προσβάλει 5 στα 10.000 άτομα στην Κοινότητα. Οι σπάνιες παθήσεις χαρακτηρίζονται από χαμηλή συχνότητα εμφάνισης και υψηλή ετερογένεια και στην πλειονότητά τους είναι γενετικής φύσης (αυτοάνοσα νοσήματα, συγγενείς δυσπλασίες, κ.λπ.). Απειλούν τη ζωή ή επιφέρουν χρόνια αναπηρία, το 80% είναι γενετικής αιτιολογίας, το δε 50% αυτών εμφανίζεται στην παιδική ηλικία. Παρά τη σπανιότητά τους, ο αριθμός των ασθενών που νοσούν είναι συνολικά υψηλός για το λόγο ότι υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι σπάνιων παθήσεων και υπολογίζεται ότι περίπου 37.000.000 Ευρωπαίοι έχουν προσβληθεί από μία σπάνια ασθένεια. Συνολικά  έχουν καταγραφεί παγκοσμίως 6.000 – 8.000 σπάνια νοσήματα. Ένας εμπεριστατωμένος κατάλογος με τις σπάνιες παθήσεις κατά αλφαβητική σειρά περιέχεται στον επίσημο ιστοχώρο της ΕΕ για τις σπάνιες παθήσεις (www.orpha.net).
Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής συνεργασίας για την προώθηση της έρευνας και την ανταλλαγή γνώσεων και εμπειρίας στον τομέα των σπάνιων παθήσεων, η Ελλάδα συμμετέχει στην Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις Σπάνιες Νόσους (European Committee of Experts on Rare Diseases – ΕUCERD) (www.eucerd.eu) με εθνικό εκπρόσωπο τον Ομότιμο Καθηγητή Παιδιατρικής, κ. Χρήστο Καττάμη. Η Επιτροπή επικεντρώνεται στη βοήθεια της Κοινότητας στην προετοιμασία και εφαρμογή  σχετικών με τα Σπάνια Νοσήματα δράσεων σε συνεργασία με τους εξειδικευμένους φορείς των χωρών μελών, τις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές  στον τομέα της έρευνας και της δημόσιας υγείας και τα άλλα εμπλεκόμενα μέρη (stakeholders). Το τρέχον θέμα  το οποίο επεξεργάζεται η Επιτροπή είναι ο ορισμός κριτηρίων ποιότητας για τα κέντρα Αριστείας για τις Σπάνιες Παθήσεις.

Δημιουργία εθνικού αρχείου σπανίων νόσων 

Η καταγραφή των σπανίων παθήσεων αποτελεί προτεραιότητα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο οι προσπάθειες που έχουν γίνει έως τώρα χαρακτηρίζονται ως αποσπασματικές. Η ανάπτυξη ενός εθνικού αρχείου σπανίων παθήσεων είναι βασική προτεραιότητα και για τη χώρα μας. Λόγω της δυσκολίας του εγχειρήματος η επιλογή των νοσημάτων και ο τρόπος καταγραφής τους αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης της Θεματικής Συμβουλευτικής Ομάδας για τις Σπάνιες Παθήσεις. Στην παρούσα φάση και προκειμένου να αποκτηθεί η κατάλληλη εμπειρία αποφασίσθηκε η πιλοτική καταγραφή τεσσάρων σπανίων νοσημάτων: της Ινοκυστικής Νόσου (αρχικά για παιδιά), τηςNωτιαίας Μυικής Ατροφίας, της Νόσου Gaucher και της Nόσου Pompe. (Οι πληροφορίες για τα συγκεκριμένα νοσήματα βρίσκονται στο τέλος της σελίδας).

Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις Σπάνιες Παθήσεις 

Στην Αθήνα το 2008, σε μια προσπάθεια δημιουργίας Εθνικής Στρατηγικής  για την ολιστική αντιμετώπιση των Σπανίων Παθήσεων και στο πλαίσια συμμετοχής της χώρας μας στο EUROPLAN (www.europlanproject.eu), ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα με στόχο τη διαμόρφωση και εφαρμογή Σχεδίων Δράσης – Στρατηγικών για τις Σπάνιες Παθήσεις (ΣΠ), εκπονήθηκε Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις Σπάνιες Παθήσεις (2008-2012)  Οι στρατηγικές προτεραιότητας στο Ελληνικό Εθνικό Σχέδιο είναι οι εξής:
1)   Η αναγνώριση του ιδιαίτερου χαρακτήρα των ΣΠ
2)   Η συστηματική παρακολούθηση της επιδημιολογίας των ΣΠ και ένα μητρώο ΣΠ και ασθενών με ΣΠ
3)   Η ενημέρωση ασθενών, επαγγελματιών υγείας και του ευρέος κοινού αναφορικά με τις ΣΠ
4)   Η βελτίωση της ποιότητας όλων των υπηρεσιών που σχετίζονται με την έγκαιρη διάγνωση, ταχεία παρέμβαση, πρόληψη, θεραπεία και αποκατάσταση ασθενών με ΣΠ
5)   Η ενίσχυση της πρόσβασης στον πληθυσμιακό έλεγχο (screening)
6)   Η προώθηση της έρευνας και καινοτομίας στις ΣΠ, ιδίως για θεραπείες
7)   Η κάλυψη των αναγκών όσων πάσχουν από ΣΠ, ιδίως για νέες και πιο αποτελεσματικές θεραπείες.
8)   Η ανάπτυξη κοινής πλατφόρμας δράσης σε εθνικό επίπεδο στον τομέα των ΣΠ και συμμετοχή στο αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Δίκτυο.Οι άξονες του Σχεδίου Δράσης μετά τη διάσκεψη που οργανώθηκε στις 26 & 27 Νοεμβρίου 2010, στο Ίδρυμα Ευγενίδου, από την Πανελλήνια Ένωση Σπανίων Παθήσεων (ΠΕΣΠΑ) (www.pespa.gr)  στο πλαίσιο του EUROPLAN (www.europlanproject.eu), έχουν ως εξής:
·        Έγκαιρη διάγνωση
·        Θεραπεία
·        Κοινωνική μέριμνα και αποκατάσταση
·        Έρευνα
·        Εκπαίδευση-ενημέρωση-ευαισθητοποίηση
KΥΣΤΙΚΗ ΙΝΩΣΗ
ICD 10 – Κωδικός : E84
Η κυστική ίνωση (CF) είναι μια γενετική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την παραγωγή ιδρώτα με υψηλή περιεκτικότητα σε ηλεκτρολύτες  και  αυξημένη γλοιότητα των εκκρίσεων των εξωκρινών αδένων. Είναι η πιο κοινή γενετική διαταραχή μεταξύ παιδιών της Καυκάσιας φυλής.
Η συχνότητα ποικίλλει μεταξύ των πληθυσμών: είναι πολύ μικρότερη στις χώρες της Ασίας και της Αφρικής σε σχέση με το λευκό πληθυσμό της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, με διακύμανση στο εσωτερικό κάθε χώρας. Η ακριβής συχνότητα στην Ευρώπη είναι άγνωστη, εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 1 / 8.000 και 1 / 10.000 άτομα.
Η νόσος είναι χρόνια και, γενικά, προοδευτική, με εκδηλώσεις συνήθως κατά την πρώιμη παιδική ηλικία ή, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και  κατά τη γέννηση (ειλεός από μηκώνιο). Σχεδόν οποιοδήποτε εσωτερικό όργανο μπορεί να προσβληθεί, αλλά πρωταρχικές εκδηλώσεις αφορούν το αναπνευστικό σύστημα (χρόνια βρογχίτιδα), το πάγκρεας (παγκρεατική ανεπάρκεια, νεανικός διαβήτης, παγκρεατίτιδα) και, σπανιότερα, το έντερο (κοπρανώδης απόφραξη) ή το ήπαρ (κίρρωση).
Οι πιο συνηθισμένες εκδηλώσεις της κυστικής ίνωσης περιλαμβάνουν  συμπτώματα από το αναπνευστικό, το πεπτικό σύστημα (στεατόρροια  και / ή δυσκοιλιότητα) και διαταραχές ανάπτυξης. Η θνησιμότητα και η νοσηρότητα εξαρτώνται από το βαθμό της βρογχοπνευμονικής συμμετοχής. Στους άρρενες εμφανίζεται στειρότητα σε μεγάλο ποσοστό. Έχουν επίσης αναφερθεί μορφές όψιμης έναρξης,  συνήθως ήπιες ή μονοσυμπτωματικές.
Η νόσος προκαλείται από αλλαγές στην πρωτεΐνη CFTR (cystic fibrosis transmembrane conductance regulator), η οποία έχει ρυθμιστικό ρόλο στο διαμεμβρανική αγωγιμότητα των ηλεκτρολυτών. Η απουσία της  λειτουργικής  CFTR στην κυτταρική μεμβράνη των  επιθηλιακών κυττάρων  έχει σαν αποτέλεσμα παραγωγή ιδρώτα με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο και χλώριο (που συνδέεται με κίνδυνο υπονατριαιμικής αφυδάτωσης) και  αυξημένη γλοιότητα των εκκρίσεων των εξωκρινών αδένων. Όσον αφορά στο αναπνευστικό σύστημα οι εκκρίσεις αποξηραίνονται, δημιουργούνται βύσματα βλέννης στους βρόγχους που οδηγούν  σε στάση, απόφραξη και αναπνευστικές λοιμώξεις.
Η κυστική ίνωση είναι μονογονιδιακή νόσος που κληρονομείται με αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο και αφορά μεταλλάξεις στο γονίδιο CFTR (χρωμόσωμα 7). Περισσότεροι από 1250 μεταλλάξεις έχουν αναφερθεί. Σχεδόν το 70% όλων των περιπτώσεων προκαλούνται από μετάλλαξη στο ΔF508 αλληλόμορφο ( που οδηγεί στην απουσία ενός αμινοξέος από τη θέση ΔF508 της πρωτεΐνης CFTR), με 30 άλλες γνωστές  μεταλλάξεις να  αντιστοιχούν στο 20% των περιπτώσεων. Δεν υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ γονότυπου και φαινότυπου. Η ύπαρξη πολλών μεταλλάξεων στο ίδιο γονίδιο ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την κλινική ετερογένεια της νόσου. Τον φαινότυπο όμως μπορεί να επηρεάσει και πλήθος άλλων παραγόντων όπως γενετικοί (τροποποιητικά γονίδια της νόσου) ή περιβαλλοντικοί παράγοντες.
Υποψία της νόσου τίθεται με τη δοκιμασία ιδρώτα (συγκέντρωση νατριού ή χλωρίου πάνω από 60 mmol / L) και επιβεβαιώνεται με την ανίχνευση μετάλλαξης στο γονίδιο CFTR. Έλεγχος των νεογνών εφαρμόζεται ευρέως από τα τέλη του 2002 και οδηγεί σε διάγνωση στο 95% των περιπτώσεων.
Η γενετική συμβουλευτική θα πρέπει να προσφέρεται σε ζευγάρια ετεροζυγωτών (προσδιορίζονται με τη γέννηση του πρώτου παιδιού με κυστική ίνωση ή το οικογενειακό ιστορικό).
Προγεννητική διάγνωση  είναι δυνατή μέσω ανίχνευσης της μετάλλαξης σε δείγματα χοριακής λάχνης που λαμβάνονται μετά την όγδοη εβδομάδα της κύησης. Η θεραπεία της κυστικής ίνωσης παραμένει καθαρά συμπτωματική και εστιάζει στη ρευστοποίηση των βρογχικών εκκρίσεων, χορήγηση αντιβιοτικών για  τις λοιμώξεις του αναπνευστικού, την  θεραπεία υποκατάσταση της λειτουργίας  του παγκρέατος και την χορήγηση   βιταμινών και θερμιδικών συμπληρωμάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων θρέψης.
Η πρόγνωση της νόσου έχει  βελτιωθεί σημαντικά με τις νεότερες αποτελεσματικές θεραπείες: στη δεκαετία του 1960 η πλειονότητα των ασθενών απεβίωναν πριν τα 5 έτη, ενώ τελευταία  ο μέσος όρος ζωής υπερβαίνει τα 35 έτη και το προσδόκιμο ζωής είναι 40 χρόνια.
Η συμπτωματική θεραπεία της νόσου θα πρέπει να βελτιωθεί με την ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων (νέα φάρμακα ή γονιδιακή θεραπεία), νεογνικό έλεγχο και διεπιστημονική προσέγγιση.
(ΠΗΓΗ : Orpanet web siteΝΩΤΙΑΙΑ ΜΥΪΚΗ ΑΤΡΟΦΙΑ
ICD 10 – Κωδικός:  G12.0, G12.1.
Η Νωτιαία Mυϊκή Aτροφία περιλαμβάνει  μια ομάδα νευρομυϊκών  διαταραχών  που χαρακτηρίζεται από εκφυλισμό των πρόσθιων κεράτων των α-κινητικών νευρώνων του νωτιαίου μυελού που  έχει σαν αποτέλεσμα συμμετρική μυϊκή αδυναμία και  εκφύλιση των κινητικών μυών. Σπάνια στην εκδήλωση της νόσου εμπλέκονται άλλα όργανα ή άλλο τμήμα του νευρικού συστήματος. Η επικράτηση της νόσου εκτιμάται σε περίπου 1/30.000.
Τέσσερις υπότυποι έχουν καθοριστεί σύμφωνα με την ηλικία εμφάνισης και τη βαρύτητα της νόσου: Τύπος  1 (SMA1), η πιο σοβαρή μορφή, με έναρξη πριν την ηλικία των έξι μηνών. Τύπος 2 (SMA2), με έναρξη στην ηλικία μεταξύ 6 και 18 μηνών. Τύπος 3 (SMA3), με έναρξη κατά  την παιδική ηλικία και την εφηβεία, και Τύπος 4 (SMA4), η λιγότερο σοβαρή μορφή, με  έναρξη στην ενήλικο ζωή.
Όλοι οι τύποι  χαρακτηρίζονται από μυϊκή αδυναμία και ατροφία  ποικίλης βαρύτητας,  κυρίως των κάτω άκρων και των αναπνευστικών μυών. Η αδυναμία είναι σχεδόν πάντα συμμετρική και προοδευτική. Στα κλινικά ευρήματα μπορεί επίσης να περιλαμβάνονται : σκολίωση, ινιδισμοί μυών και συνδεσμικές κακώσεις.Η δυσκοιλιότητα και η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση είναι συχνή.
Περίπου το 95% των περιπτώσεων της SMA προκαλούνται από ομόζυγη απάλειψη  (είτε του εξώνιου 7 ή του εξώνιου  7 και 8) στο SMN1 γονίδιο (5q12.2-q13.3) που κωδικοποιεί την  SMN πρωτεΐνη. Ένα  δεύτερο SMN γονίδιο (SMN2  5q13.2) έχει επίσης εντοπιστεί το οποίο   ρυθμίζει την σύνθεση μόνο του 10% του μήκους της πρωτεϊνικής αλυσίδας SMN. Ωστόσο, αν και υπάρχει κάποια διαφοροποίηση, η σοβαρότητα της SMA είναι αντιστρόφως ανάλογη με τον αριθμό των αντιγράφων του SMN2 γονιδίου. Έτσι  ασθενείς με τρία ή τέσσερα αντίγραφα  εκδηλώνουν συχνότερα SMA3 / 4, παρά SMA1. Απαλείψεις  (deletion)  του γονιδίου  της NAIP (5q13.1) έχουν επίσης εντοπιστεί και μπορεί να επηρεάζουν  την σοβαρότητα της νόσου.  Η μεταβίβαση των SMN1 και NAIP απαλείψεων (deletion) γίνεται με  αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο. Περίπου το 2% των περιπτώσεων οφείλονται σε de novo μεταλλάξεις.
Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εξέταση και το ιστορικό και μπορεί να επιβεβαιωθεί με γονιδιακό έλεγχο. Επίσης  διαγνωστικές εξετάσεις είναι το ηλεκτρομυογράφημα και η βιοψία μυός.
Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει την πλάγια μυατροφική σκλήρυνση, συγγενείς μυϊκές δυστροφίες, συγγενείς μυοπάθειες, την πρωτοπαθή μυατροφική σκλήρυνση, μυασθένεια gravis, και διαταραχές του μεταβολισμού των υδατανθράκων.
Προγεννητική διάγνωση είναι εφικτή μέσω μοριακής ανάλυσης κυττάρων αμνιακού υγρού ή  δείγματος χοριακής λάχνης. Στους ασθενείς και τις οικογένειές τους πρέπει να προσφέρεται γενετική συμβουλευτική. Κλινικές δοκιμές βρίσκονται σε εξέλιξη για την ανεύρεση φαρμακευτικής θεραπείας για την ΝΜΑ, και στοχεύουν κυρίως στην αύξηση των επιπέδων  της SMN πρωτεΐνης  με  φυσιολογικό μήκος.
Προς το παρόν η αντιμετώπιση παραμένει συμπτωματική και περιλαμβάνει μια διεπιστημονική προσέγγιση που αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Επίσης απαραίτητες είναι οι φυσικοθεραπείες και εργασιοθεραπείες. Υποστήριξη της αναπνευστικής λειτουργίας και γαστροστομία  εφαρμόζονται κατά περίπτωση. Αγωγή με αντιβιοτικά δίνεται στις λοιμώξεις του αναπνευστικού. Η σκολίωση και οι συνδεσμικές κακώσεις αντιμετωπίζονται συχνά χειρουργικά.  Οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν  νάρθηκα υποστήριξης του κορμού, ή να εμφανίσουν βαριά κινητική αναπηρία.
Η πρόγνωση εξαρτάται από τη βαρύτητα , η οποία συνήθως συσχετίζεται με την ηλικία έναρξης της νόσου: πρώιμη εμφάνιση νόσου γενικά συνδέεται με κακή πρόγνωση, ενώ το προσδόκιμο ζωής μπορεί να είναι σχεδόν φυσιολογικά σε όψιμη έναρξη. Ο θάνατος μπορεί να συμβεί λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας και λοιμώξεων.
(ΠΗΓΗ: Orpanet web site)
ΝΟΣΟΣ GAUCHER
ICD 10 – Κωδικός: E75.2
H νόσος  Gaucher είναι μια λυσοσωμιακή  διαταραχή  που χαρακτηρίζεται από την εναπόθεση   γλυκοκερεβροσιδίου στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα των κυττάρων  του ήπατος, του σπληνός και του μυελού των οστών.
Η συχνότητα εμφάνισης της νόσου στο γενικό πληθυσμό είναι περίπου  1 /60.000, αλλά εκτιμάται ότι φτάνει το 1 /1.000 μεταξύ των Ασκενάζι Εβραίων. Ο επιπολασμός είναι περίπου 1 στις 100.000.
Οι κλινικές εκδηλώσεις ποικίλουν. Κλασικά,  διακρίνονται τρεις κύριοι φαινότυποι.
Τύπος 1 ή χρόνια και μη-νευροπαθητική  μορφή που αντιπροσωπεύει το 95% των περιπτώσεων. Είναι ετερογενής νόσος που χαρακτηρίζεται από ηπατο-σπληνομεγαλία, κυτταροπενία (θρομβοπενία, αναιμία και, σπανιότερα, ουδετεροπενία) και εκδηλώσεις από τα οστά (οστικά άλγη, έμφρακτα οστών, οστεονέκρωση). Επίσης η δραστηριότητα ορισμένων βιολογικών δεικτών – όπως της χιτοτριοσιδάσης (αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου), της φερριτίνης και της όξινης φωσφατάση (TRAP) – είναι αυξημένη.
Τύπος 2 ή οξεία νευροπαθητική  μορφή. Χαρακτηρίζεται από  πρώιμη έναρξη (κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους  ζωής), ταχεία εξέλιξη, εγκεφαλική δυσλειτουργία (στελέχους) και  ηπατο-σπληνομεγαλία.
Τύπος 3  ή υποξεία νευροπαθητική  μορφή. Χαρακτηρίζεται από έναρξη κατά την παιδική ηλικία ή την εφηβεία με προοδευτική εγκεφαλοπάθεια (πάρεση κοινού κινητικού, επιληψία, αταξία), και  συνδυάζεται με κλινική εικόνα ανάλογη του τύπου 1. Η εγκεφαλοπάθεια μπορεί να είναι το πρώτο σύμπτωμα  ή να εμφανιστεί αργότερα στην πορεία της νόσου. Μια περιγεννητική-θανατηφόρα μορφή έχει επίσης αναφερθεί που χαρακτηρίζεται από μείωση –  απουσία κινήσεων του εμβρύου ή οίδημα ανά σάρκα.
Η νόσος Gaucher κληρονομείται με αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο και οφείλεται σε μεταλλάξεις στο γονίδιο GBA του χρομοσώματος 1 (1q21), που οδηγεί σε ανεπάρκεια του ενζύμου β γλυκοκερεβροσιδάση (που αναφέρεται επίσης ως glucosylceramidase ή όξινη β-γλυκοσιδάση). Σε σπάνιες περιπτώσεις, προκαλείται από μεταλλάξεις του PSAP γονιδίου  που οδηγεί σε ανεπάρκεια της πρωτεΐνης saposin C που αποδομεί το σφιγγολιπίδιο. Η διάγνωση μπορεί να επιβεβαιωθεί με τη μέτρηση των επιπέδων της γλυκοκερεβροσιδάσης στα κυκλοφορούντα λευκοκύτταρα.
Προς το παρόν, δύο ειδικές θεραπείες για τη νόσο Gaucher είναι εμπορικά διαθέσιμες, αλλά η θεραπεία ενζυμικής υποκατάστασης, με τη χορήγηση του αναλόγου imiglucerase παραμένει η θεραπεία εκλογής και ενδείκνυται για χρήση σε ασθενείς με νόσο τύπου 1 ή 3. Θεραπεία μείωσης του υποστρώματος με τη χρήση  miglustat αποτελεί εναλλακτική θεραπεία δεύτερης γραμμής. Είναι σημαντικό οι ασθενείς με νόσο  Gaucher να  ξεκινήσουν θεραπεία  πριν την εμφάνιση σημειολογίας που δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία.
(ΠΗΓΗ : Orpanet web site)ΝΟΣΟΣ  POMPE
ICD 10 – Κωδικός : E74.0
Η νόσος POMPE ή Γλυκογονίαση τύπου 2 (GSD ΙΙ) είναι μια λυσοσωμιακή νόσος που προσβάλλει  κατά κύριο λόγο τους  σκελετικούς  και αναπνευστικούς μύες  με ποικίλη  βαρύτητα και η οποία, στην παιδική μορφή, συνδυάζεται με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
Η επίπτωση υπολογίζεται σε περίπου 1 / 57, 000 για τoν τύπο ενηλίκων και 1 / 138, 000 για τον βρεφικό τύπο.
Ο βρεφικός τύπος της νόσου αρχίζει πριν από την ηλικία των 3 μηνών με εκσεσημασμένη υποτονία, δυσκολία θηλασμού  και  κατάποσης, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια και προοδευτική ηπατομεγαλία.
Στον τύπο ενηλίκου εμφανίζεται προϊούσα μυοπάθεια της πυέλου και των κάτω άκρων αρχίζοντας από τα κάτω άκρα, αλλά προσβάλλεται και  το αναπνευστικό σύστημα, το οποίο μπορεί να είναι το πρώτο σημάδι της ασθένειας. Μεταξύ αυτών των δύο άκρων υπάρχει μεγάλο φάσμα ενδιάμεσων μορφών.
Η ασθένεια οφείλεται σε ανεπαρκή δραστικότητα της  άλφα-1,4-γλυκοσιδάσης, η οποία καταλύει την υδρόλυση του γλυκογόνου σε γλυκόζη. Η ανεπάρκεια του ενζύμου οδηγεί σε συσσώρευση γλυκογόνου στα λυσοσωμάτια και αν και καθολική εκφράζεται στα κύτταρα  ορισμένων οργάνων (καρδιά ή / και σκελετικούς μύες). Το γονίδιο (GAA) βρίσκεται  στο χρωμόσωμα 17q23. Η μετάδοση γίνεται με  αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο.
Η κλινική ετερογένεια της νόσου είχε ως αποτέλεσμα την έρευνα και τον εντοπισμό πολλών μεταλλάξεων, αν και μερικές είναι πιο συχνές από ό,τι  άλλες.
Η εργαστηριακή διάγνωση βασίζεται στη μέτρηση ανεπαρκούς δραστικότητας του ενζύμου (στα λεμφοκύτταρα, σε ξηρές κηλίδες αίματος, ινοβλάστες ή πρόσφατα ληφθέν  δείγμα τροφοβλάστης).
Στον βρεφικό τύπο, η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει  κυρίως τη νόσο Werdnig-Hoffman, την ιδιοπαθή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια ή  μυοκαρδιοπάθεια από μεταβολικά αίτια. Η  έναρξη της νόσου στη νεανική ηλικία  προσομοιάζει  την  ασθένεια Danon .
Για τον τύπο ενηλίκου, η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει άλλα αίτια  μυοπάθειας. Έλεγχος φορέων  είναι δυνατός, όταν σε  ασθενή έχουν εντοπιστεί  και οι δύο μεταλλάξεις. Προγεννητική διάγνωση είναι δυνατή με τη μέτρηση της δραστικότητας του  ενζύμου σε πρόσφατο δείγμα  χοριακής λάχνης, καθώς και με ανίχνευση εντοπισμένων  μεταλλάξεων  στα εμβρυϊκά κύτταρα του ασθενούς. Σε πολύ σπάνιες  περιπτώσεις, η προγεννητική διάγνωση περιπλέκεται από ψευδή ανεπάρκεια του ενζύμου.
Εκτός από τη συμπτωματική θεραπεία, θεραπεία ενζυμικής υποκατάστασης είναι διαθέσιμη. Τον Μάρτιο του 2006 η αλγλυκοσιδάση πήρε ευρωπαϊκή άδεια κυκλοφορίας ως ορφανό φάρμακο για τη θεραπεία των ασθενών με νόσο Pompe. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας υποκατάστασης με ανασυνδυασμένο  ένζυμο για τις μορφές νόσου με όψιμη έναρξη,  δεν έχει  ακόμη εδραιωθεί. Οι ασθενείς με  βρεφικού τύπο νόσο χωρίς θεραπεία κινδυνεύουν να καταλήξουν στα πρώτα δύο χρόνια ζωής λόγω καρδιο-αναπνευστικής ανεπάρκειας. Οι ασθενείς που εμφανίζουν την νόσο αργότερα, χωρίς θεραπεία καταλήγουν σε αναπνευστική ανεπάρκεια ή κινητική αναπηρία.
(ΠΗΓΗ: Orpanet web site)

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.