Δευτέρα, Ιούλιος 22, 2019

Εξέφρασαν στην τέχνη τους το ελληνικό δράμα: Χρήστος Καπράλος – Βάσω Κατράκη σε νέα αθηναϊκή έκθεση

Εγκαινιάστηκε στη Roma Gallery με τίτλο «Ελεγείες σε πέτρα και μέταλλο», τοποθετώντας τους δύο σπουδαίους δημιουργούς σε έναν μοναδικό διάλογο.

Ο μεγαλύτερος μεταπολεμικός γλύπτης Χρήστος Καπράλος (1909 – 1993) και η μεγαλύτερη χαράκτρια του τόπου μας Βάσω Κατράκη (1914 – 1988) παρουσιάζονται για πρώτη φορά μαζί, σε ένα μοναδικό, ιστορικά βεβαρημένο αισθητικό διάλογο, στην έκθεση με τίτλο «Ελεγείες σε πέτρα και μέταλλο», στη Roma Gallery (Ρώμα 5, Αθήνα, τηλ. 213 0358344).

Και οι δύο εκπροσωπούν εκείνη την καλλιτεχνική έκφραση που αντανακλά με τον πιο ώριμο τρόπο την ελληνική ιδιαιτερότητα και το δράμα που βιώνει διαχρονικά ο τόπος. Κοινό τους θέμα τα σύμβολα του μύθου, ο άνθρωπος, ο αρματηλάτης, ο έφιππος ήρωας, ο πληγωμένος πολεμιστής, η μάνα που υπομένει, γυναίκες και άνδρες της Πίνδου και της αντίστασης. Σύμβολα, που μέσα από τη διαπάλη των συναισθημάτων, των υλικών και της φόρμας, αποδίδονται σε έργα που το υψηλό τους περιεχόμενο συμβαδίζει με την έρευνα για την ποιότητα της μορφής.

Βάσω Κατράκη, Πτώση, 1966, χάραξη σε πέτρα, 107 Χ 209 εκ.

Βάσω Κατράκη

Γεννήθηκε στο Αιτωλικό Αιτωλοακαρνανίας το 1914. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1936-1940), ζωγραφική με τον Παρθένη και χαρακτική με τον Κεφαλληνό. Αποφοίτησε με μια τρίμηνη υποτροφία στη ζωγραφική, ένα βραβείο και δυο επαίνους στην χαρακτική. Ήταν μεταξύ των μαθητών του Κεφαλληνού που σχεδίασαν τις γνωστές αφίσες για τον Πόλεμο, το 1940-41. Οργανώθηκε από νωρίς στην Αντίσταση και εικονογράφησε με ξυλογραφίες πολλά παράνομα έντυπα. Το 1949 συμμετείχε στην ίδρυση της ομάδας «Στάθμη».

Η πρώτη ατομική της έκθεση (1955, Ζαχαρίου) συνέπεσε με μια καθοριστική στροφή στην τεχνική της: βαθμιαία άρχισε να χαράσσει τα έργα της κατευθείαν σε πέτρα και όχι σε ξύλο. Η επεξεργασία και η τελειοποίηση αυτής της εντελώς προσωπικής τεχνικής έγινε αναπόσπαστο μέρος της εξέλιξης του χαρακτικού της έργου.

Ήταν μεταξύ των μαθητών του Κεφαλληνού που σχεδίασαν τις γνωστές αφίσες για τον Πόλεμο, το 1940-41.

Η τέχνη της καλύπτει ένα ευρύ θεματολογικό φάσμα, από καθημερινές σκηνές μέχρι μυθολογικές αλληγορίες, που μαρτυρούν πάντοτε μιακοινωνική ευαισθησία και μια βαθιά ανθρωπιστική διάθεση. Η αισθητική της κρατάει ισχυρούς δεσμούς με την ελληνική παράδοση, αλλά προχωρεί σε τολμηρές αφαιρετικές σχηματοποιήσεις που αποκτούν, με τον καιρό, ιδιαίτερη ένταση, μέσα από την αντίθεση του μαύρου-άσπρου. Όσο ήταν εξόριστη στη Γυάρο (με τη δικτατορία του 1967), κατόρθωσε να εκφραστεί ζωγραφίζοντας βότσαλα με μαύρο μελάνι. Αλλά τα πιο ώριμα έργα της, μετά το 1970, είναι τα μεγάλων διαστάσεων χαρακτικά με τις λιτές μνημειακές μορφές, τις οποίες χάρασσε σε ψαμμίτη και τύπωνε σε λευκό χαρτί.

Παρουσίασε το έργο της σε περισσότερες από 20 ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και συμμετείχε σε ομαδικές και διεθνείς διοργανώσεις, όπως στη Μπιενάλε της Λουμπλιάνα ανελλιπώς από το 1956 ως το 1977, στη Μπιενάλε του Τόκιο από το 1960 ως το 1970, στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1957, στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1966, όπου τιμήθηκε με το Διεθνές βραβείο Λιθογραφίας Tamarind.

Χρήστος Καπράλος, Άλογο, 1958, ορείχαλκος, 70 Χ 60 Χ 18 εκ.

Χρήστος Καπράλος

Γεννήθηκε στο Παναιτώλιο Αιτωλοακαρνανίας το 1909. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1930-1934) με τον Ουμβέρτο Αργυρό και μετά γλυπτική στο Παρίσι με τον Marcel Gimond(1894-1961), έως το 1940. Στη διάρκεια του Πολέμου και της Κατοχής (1940-1945) έμεινε στο χωριό του, όπου έφτιαξε πολλά γλυπτά και προπλάσματα, δουλεύοντας ταυτοχρόνως στις καπνοκαλλιέργειες. Κυρίως δούλεψε στο γύψο την έκτη ενότητα της ανάγλυφης ζωφόρου για το Μνημείο της Μάχης της Πίνδου.

Η ζωφόρος, εμβατήριο και μαζί ραψωδία της ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού, μεταφέρθηκε από τον γλύπτη σε πωρόλιθο, στην Αίγινα, τα χρόνια 1952–1956. Το 2001, αυτό το έργο αγοράστηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, σήμερα βρίσκεται στο περιστύλιο της Βουλής των Ελλήνων από το 2002. Σε όλη τη νεανική περίοδο της ζωής του βρισκόταν σε μεγάλη ανέχεια και ζούσε με μικρές υποτροφίες (κυρίως από συμπατριώτες του όπως οι Αδελφοί Παπαστράτου).

Στη διάρκεια του Πολέμου και της Κατοχής έμεινε στο χωριό του, όπου έφτιαξε πολλά γλυπτά και προπλάσματα, δουλεύοντας ταυτοχρόνως στις καπνοκαλλιέργειες.

Το 1946 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση (1946, Παρνασσός), με μεγάλη επιτυχία. Από τότε ξεκίνησε η ανοδική πορεία της καριέρας του. Απέκτησε με δωρεά το εργαστήριό του στο Κουκάκι (1947), στο οποίο αργότερα θα προσθέσει το δικό του χυτήριο (1961). Επίσης, άρχισε να δουλεύει τα καλοκαίρια στην Αίγινα, με απευθείας λάξευση σε πωρόλιθομάρμαρο ή ξύλο. Από το 1995 το εργαστήριό του εκεί λειτουργεί ως μουσείο. Η πλούσια παραγωγή του περιλαμβάνει γλυπτά σε διάφορες τεχνικές, έργα κεραμικής, ζωγραφικής, χαρακτικής κ.ά.

Παρουσίασε το έργο του σε πολλές ατομικές, ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις. Μεταξύ άλλων εκπροσώπησε την Ελλάδα στις Μπιενάλε της Βενετίας(1962) και του Σάο Πάολο (1975). Το 1981 οργανώθηκε αναδρομική του έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη. Πέθανε στην Αθήνα το 1993. Δύο χρόνια αργότερα (1995), η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε με αναδρομική έκθεση στο χώρο της.

Info

Έως 31 Ιουλίου, Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο 11-17.00, Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή: 11-21.00, roma-gallery.com

κεντρική φωτό: Οι δύο δημιουργοί μαζί.

 www.womantoc.gr 

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.