Τρίτη, Νοέμβριος 12, 2019

Η εμπειρία της παράστασης σε καφενεία του Αγρινίου

Δανάη Σπηλιώτη

Η περιοδεία μας στα καφενεία του Αγρινίου ήταν μία εμπειρία που δύσκολα περιγράφεται. Εκεί τα καφενεία λειτουργούν ως χώροι συνάθροισης, χώροι κοινωνικοί, ανήκουν στους θαμώνες. Άρα όταν μπαίναμε σ’ έναν τέτοιο χώρο, μπαίναμε σ’ ένα κοινό συγκροτημένο, με ταυτότητα. Αυτό που εμένα με μάγεψε ήταν η δύναμη που έχει το θέατρο. Το αγάπησα το θέατρο το ατόφιο. Δε με συγκίνησε απλά η δύναμη της δικής μας παράστασης, μα η δύναμη του θεάτρου. Είναι συγκινητικό, ότι το θέατρο λειτουργεί ακόμα, έξω από αίθουσες και marketing. Το θέατρο ως κοινωνικό γεγονός. Αυτό με πήγε σε περιοχές πρωτόγονες. Μια ομάδα ανθρώπων στη σπηλιά και κάποιος ξεκινάει τα μαγικά, μια μαγική αφήγηση, αναπαράσταση και όλοι τον κοιτούν, χωρίς να σταματούν αυτό που κάνουν, τον παρακολουθούν και συμμετέχουν.

Το υπέροχο ήταν, ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να “ρυθμίσουμε” την αντίδραση του κοινού. Δηλαδή δεν ζητήσαμε από τον κόσμο να κλείσει τα κινητά, ούτε τους ζητήσαμε να μη μιλάνε στην ώρα της παράστασης ή να μη μετακινούνται. Το εντυπωσιακό είναι ότι κανείς δεν έκανε κάτι που να διαλύσει την παράσταση. Κανείς δεν πήγε και ήρθε, κανείς δεν μίλησε στο κινητό φωναχτά. Όλοι κάπως συντονίστηκαν με αυτό που χρειαζόταν η παράσταση. Σαν να έγινε δική τους. Αυτό είναι το λυτρωτικό στοιχείο του θεάτρου. Να θυμίζει ότι εμείς στην αίθουσα είμαστε ομάδα με κοινά προβλήματα, συγγενείς. Και όσο πιο ανομοιογενές είναι το κοινό, τόσο πιο συγκινητική η συγγένεια.

Δεν θα ξεχάσω έναν κύριο στο πρώτο καφενείο που παίξαμε, στον «Λεβεντιά», λίγο πριν τα 60, του έλειπαν κάποια δόντια, κατάμαυρο μαλλί, καθόταν πίσω πίσω δίπλα την πόρτα της εξόδου. Έπινε και μόλις κατάλαβε ότι θα ξεκινήσει η παράσταση, δεν τον έβλεπα και πολύ ζεστό να μείνει. Γύρισε την καρέκλα στο πλάι και άρχισε τα πειράγματα μ’ έναν δικό του απέναντι. Δε θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπό του και τα μάτια του λίγο αφότου ξεκίνησε η παράσταση. Γέλαγε άγρια και χτύπαγε το χέρι με βία στο γόνατο δυνατά ξανά και ξανά και φώναζε στον φίλο του και έδειχνε τους ηθοποιούς. Ήταν σαν παιδί. Να’ το. Μήπως εδώ δεν είναι το θέατρο; Εγώ πάντως μετά την εμπειρία μου αυτή, αυτήν την αλληλεπίδραση θεωρώ θέατρο. Το άγριο, το επικίνδυνο, το αγενές, το ενωτικό. Περαστικοί σταματούσαν έξω από τα καφενεία και παρακολουθούσαν από το τζάμι, νέος κόσμος γέμιζε παλιά καφενεία, θεατές ακολουθούσαν την παράσταση από καφενείο σε καφενείο και την έβλεπαν πάλι, ξανά και ξανά. Σα να έμπαιναν στο μπουλούκι.

Γυναίκες έμπαιναν στο άβατο, παρεούλα με τις φίλες τους, μια μποέμισα κατάξανθη 40άρα, άνοιξε την πόρτα εν ώρα παράστασης, κοίταξε και απευθύνθηκε σε θεατές και ηθοποιούς. «τι φάση εδώ; θεατράλε;», «Έτσι, θεατράλε» της απάντησε ο Φώντας απ’ τη “σκηνή”. Ακολούθησε ένας διάλογος από ακατανόητους συριστικούς ήχους ανάμεσα στον Φώντα και την ξανθιά, όσο αυτή περνούσε με βήμα αργό και απολαυστικό μπροστά απ’ τους ηθοποιούς μέχρι να καθίσει. Στον «Παπαδόπουλο», ένα από τα πιο παλιά καφενεία, ο καφετζής μας που μας περίμενε με μεγάλη προσμονή, το πάτωμα μύριζε καθαριότητα, τα τραπεζάκια ήταν στοιχισμένα με ακρίβεια, μας ρώτησε αν θέλουμε λίγη μουσική την ώρα που μπαίνει ο κόσμος. Φυσικά, του είπαμε και τότε έπαιξε την λίστα που είχε ετοιμάσει. Blues- jazz και ο φούρνος μικροκυμάτων να ζεσταίνει τους μεζέδες. Εντυπωσιακό. Πόσες πτυχές έχει ο άνθρωπος και πόσες του επιτρέπει η καθημερινότητα να εμφανίζει.

Μπήκαμε τώρα σε ένα καφενείο στο κέντρο των Εξαρχείων. Δύσκολοι καιροί, δύσκολη περιοχή. Αναζητούμε την συνοχή που βιώσαμε στο Αγρίνιο, στην ανασφάλεια της πόλης. Στην ανοίκεια Αθήνα. Ξέρω, ότι δεν είναι το ίδιο. Μα αν λίγο πλησιάσουμε μια συνωμοσία των θεατών, αν δημιουργήσουμε μια κοινή μνήμη, αν θυμηθούμε όλοι μαζί; Κάτι είναι και αυτό. Και ίσως εκπλαγούμε θετικά. Ίσως απογοητευτούμε. Στο καφενείο «Ερωτόκριτος», την στιγμή που ο Κόλλιας χορεύει ένα σπασμένο ζεμπέκικο και φωνάζει «τι είδα; τι έζησα; ποιος είμαι;» ο καφετζής έφερε στη σκηνή και ακούμπησε στο τραπέζι των ηθοποιών δυο ποτήρια τσίπουρο. Ήπιε μαζί τους κι έφυγε. Όπως καταλαβαίνετε, είναι μια παράσταση που προϋποθέτει τη λειτουργία του καφενείου. Μπορείς να πίνεις, να τρως, να χαζεύεις, να βαριέσαι, να γελάς, να συγκινείσαι, να τραγουδάς, να είσαι στο εδώ και τώρα της στιγμής ειλικρινά. Αυτό μας ενδιαφέρει. Να αρχίζει ένας θεατής να μουρμουρίζει δειλά τον Απόκληρο και να φτάνει όλο το καφενείο να τραγουδά «κλαίνε τα πουλιά για αέρα» όσο ο Φώντας ψήνει τον Κόλλια να φύγουν για Αφρική. Και ανάμεσα στους θεατές η «Κίσσα», μια μεγάλη γυναίκα μελαχρινή, παλιό απωθημένο του καφετζή. «Γιατί Κίσσα;», «Γιατί είναι όμορφο πουλί, μα πολύ ζημιάρικο».

Πηγή: athinorama.gr

 

 

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.