Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου, 2021

Μεγάλη συμμετοχή στην παρουσίαση του βιβλίου του Λίνου Υφαντή: «Αγρίνιο: Νέες μορφές αστικού χώρου και οι αναπαραστάσεις τους, 1900-1980»

Μεγάλη συμμετοχή στην παρουσίαση του βιβλίου του Λίνου Υφαντή: «Αγρίνιο: Νέες μορφές αστικού χώρου και οι αναπαραστάσεις τους, 1900-1980»

Του Απόστολου Καρακώστα

Την Δευτέρα βράδυ 13 Σεπτέμβρη στον προαύλιο χώρο των πρώην καπναποθηκών Παπαστράτου, δίπλα στο Δημαρχείο Αγρινίου και την γνωστή σαν «Συντριβάνι» πλατεία Ανδρέα Παναγοπούλου, παρουσιάστηκε το βιβλίο του Ηλία Υφαντή (Λίνου) με τίτλο: «Αγρίνιο: Νέες μορφές αστικού χώρου και οι αναπαραστάσεις τους, 1900-1980» (Ο κ. Ηλίας Υφαντής είναι  Διδάκτωρ Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, διευθυντής του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου Μεσολογγίου και Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αιτωλοακαρνανίας.)

Την εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου διοργάνωσε ο Δήμος Αγρινίου.

Συντονιστής ο κ. Νικόλαος Κανής, Δημοσιογράφος και εκδότης της παλαιότερης εφημερίδας της Αιτωλοακαρνανίας «Μαχητής». Να θυμίσουμε εδώ ότι η εφημερίδα λειτουργεί 60 χρόνια και έχει τιμηθεί με βραβεία το 2008 και το 2017 από το Ίδρυμα Προαγωγής Δημοσιογραφίας «Αθανασίου Β. Μπότση».

Ο συντονιστής κ. Νίκος Κανής κάλεσε στο βήμα για έναν χαιρετισμό τον  Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας κκ. Κοσμά ο οποίος  χαιρέτισε την εκδήλωση. Μίλησε για την ωφελιμότητα των βιβλίων και συνεχάρη τον κ. Υφαντή για την συγγραφή του βιβλίου του για την πόλη του Αγρινίου.

Είναι πολύ σημαντικό- είπε- να τιμάει κανείς την Πατρίδα του, την γενέτειρά του, την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Του ευχήθηκε να είναι καλοτάξιδο και να γράψει στην ζωή του πολλά βιβλία ωφέλιμα και ενημερωτικά.

 

Η Αντιδήμαρχος για τα Πολιτιστικά θέματα του Δήμου χαιρέτισε την εκδήλωση εκ μέρους του Δημάρχου κ. Γεωργίου Παπαναστασίου, ο οποίος είναι απασχολημένος αυτή την στιγμή αλλά θα έρθει σύντομα κοντά μας. Μίλησε για το βιβλίο, που μέσα από αυτό γνωρίζουμε και κατανοούμε καλύτερα την ιστορία του τόπου. Ευχαρίστησε τους ομιλητές και τον συντονιστή και ευχήθηκε στον κ. Υφαντή να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο του και ο ίδιος να συνεχίσει με το ίδιο πάθος το εκπαιδευτικό, το συγγραφικό του έργο αλλά και την κοινωνικοπολιτική του δράση.

Μετά την κ. Παπαγεωργίου ο κ. Λάμπρος Δημητρογιάννης – Αντιπεριφερειάρχης Ενέργειας, Περιβάλλοντος, Φυσικών Πόρων και Χωροταξίας, για την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας πήρε τον λόγο. Ευχαρίστησε για την τιμητική πρόσκληση και απευθυνόμενος στον Λίνο Υφαντή είπε: «δεν…προλαβαίνουμε να διαβάσουμε τα πολλά συγγράμματά σου!» Μίλησε για το βιβλίο και το χωροταξικό του περιεχόμενο για την πόλη του Αγρινίου κατά τον περασμένο αιώνα. Αναφέρθηκε στις αλλαγές του Αγρινίου στα ογδόντα χρόνια που περιγράφει ο Λίνος στο βιβλίο του. Και είπε χαρακτηριστικά ότι βάζει τους καταλύτες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτής της πόλης ή αν θέλετε στην οπισθοδρόμηση αυτής της πόλης…Δωρεές Παπαστραταίων και Προσφυγικό κύμα καθώς και μετανάστευση από άλλους νομούς έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του Αγρινίου.

Ο πρώτος εισηγητής, ο κύριος Βασίλης Πατρώνης, Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών  Πανεπιστημίου Πατρών, ευχαρίστησε για την πρόσκληση να συμμετάσχει στην παρουσίαση του βιβλίου την οποία αποδέχθηκε με μεγάλη του χαρά. Μίλησε για την σύγχρονη εποχή μας, διανύουμε την  τρίτη δεκαετία-είπε- του νέου αιώνα, η οικονομική κρίση και η δοκιμασία της πανδημίας κυριαρχούν στην εποχή μας, η απόσταση από την εποχή των πατεράδων και παππούδων μας μεγαλώνει, το ενδιαφέρον για την ιστορία του περασμένου αιώνα αυξάνει συνεχώς. Το βιβλίο για το Αγρίνιο του Λίνου Υφαντή ήρθε να προστεθεί στην λίστα των αναγνωρισμένων πηγών πληροφοριών για τον 20ο αιώνα. Εστιάζει στην τοπική ιστορία και ξεκινάει από το 1900. Μίλησε στην συνέχεια για το εμπόριο και την διεξαγωγή του στο Αγρίνιο, για τις συγκοινωνίες, εξαγωγές προϊόντων, αλλαγές στην Ελλάδα κοινωνικές και πολιτικές, ψηφοφορία των ανδρών, πόλεμοι,  μετανάστευση, εκπαίδευση, γενική στρατολογία, απονομή δικαιοσύνης ήταν διαδικασίες που είχαν διαρρήξει τις παραδοσιακές νοοτροπίες.

Το Αγρίνιο μεταμορφώνεται σε κύριο εμπορικό κέντρο και διαφοροποιείτε από τον προηγούμενο 19ο αιώνα. Εδώ ο κ. Πατρώνης δικαιώνει τον συγγραφέα. Λέει μια καινούργια πόλη γεννιέται στα 1900. Ξεκινά μια κοσμογονία που δεν οφείλεται μόνο στο δυναμικό της περιοχής αλλά είναι συνταυτισμένη με την γενικότερη κοσμογονία της περιόδου που μεταμόρφωσε την χώρα. Οι μεγάλες αλλαγές επήλθαν με την επέκταση του Ελληνικού κράτους 1912-1922. Μίλησε ο κύριος καθηγητής για το διάστημα του μεσοπολέμου, και την ανάπτυξη για την πόλη του Αγρινίου. Δεν διάβασε όλες τις προετοιμασμένες σελίδες της ομιλίας του σεβόμενος τον χρόνο των υπόλοιπων εισηγητών. Είπε περιληπτικά για το χτίσιμο σχολείων, για την αποστράγγιση της Λυσιμαχίας και άλλα έργα που έγιναν στο Αγρίνιο. Όπως το αεροδρόμιο και η αεροπορική συγκοινωνία.  Πριν κλείσει αναρωτήθηκε αν το βιβλίο είναι ιστορικό για την πόλη του Αγρινίου. Αυθόρμητη πρώτη απάντηση είπε θα ήταν όχι. Δεν συγκεντρώνει τα κλασσικά χαρακτηριστικά ενός βιβλίου ιστορίας. Αλλά ταυτόχρονα η ιστορία του Αγρινίου είναι πανταχού παρούσα στο βιβλίο. Αν και δεν ακολουθεί χρονολογική σειρά, η ιστορία αποτελεί τον καμβά πάνω στον οποίο ο συγγραφέας υφαίνει την αφήγησή του. Λόγω των πολλών πηγών για το βιβλίο, ακόμα και «γουεμπικά» και πλούσια βιβλιογραφία, για τον λόγο αυτό πιστεύω ότι το βιβλίο αποτελεί  εφεξής σταθερό σημείο αναφοράς σε όσους θελήσουν να ασχοληθούν με την ιστορία της περιοχής στον 20ο αιώνα. Στο βιβλίο του Υφαντή η ιστορία δεν απουσιάζει. Μοιάζει να βρίσκεται στα περιθώρια του βιβλίου και να υπενθυμίζει διαρκώς την παρουσία της.

Ο κύριος Πατρώνης έκλεισε με τα λόγια του Μαρτσέλο Μαστρογιάννη στην ταινία του Αγγελόπουλου  «Το μετέωρο βήμα του Πελαργού». «Μερικές φορές πρέπει να σωπαίνει κανείς για να μπορέσει να ακούσει την μουσική πίσω από τον ήχο της βροχής».

Ενώ είχε ξεκινήσει την ομιλία του ο κ. Πατρώνης, προσήλθε στην εκδήλωση ο Δήμαρχος κ. Παπαναστασίου τον οποίο καλωσόρισε ο συντονιστής κ. Κανής πριν δώσει τον λόγο στην Ιστορικό κυρία Λεωνή Θανασούλα. Η πλήρης ομιλία του κ. Πατρώνη ακολουθεί στο τέλος*.

Η δεύτερη εισηγήτρια κα. Θανασούλα  ευχαρίστησε τον συγγραφέα κ. Υφαντή και τον Δήμο Αγρινίου για την πρόσκληση να έρθει να μιλήσει για την πόλη της.

Αναφέρθηκε για το περιεχόμενο του βιβλίου. Στο πρώτο του μέρος παρατίθεται μία χρονική προσέγγιση του θέματος, προπολεμικά, κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου και στη συνέχεια κατά τη μεταπολεμική περίοδο έως και τη δεκαετία του 1980.

Και τις τρεις περιόδους όπου αναφέρεται η μελέτη διατρέχουν κάποια χαρακτηριστικά θέματα τα οποία είτε έχουν μεγάλη επίδραση στη ζωή της πόλης είτε δηλώνουν τις επιδράσεις που δέχεται.

(Ο πλήρης λόγος της κυρίας Θανασούλα ακολουθεί αυτούσιος στο τέλος)

Ο τρίτος εισηγητής στην εκδήλωση, ο κ. Λευτέρης Τηλιγάδας δημοσιογράφος και υπεύθυνος της έκδοσης  «Αρχείον Αγρινίου» μίλησε για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Ξεκίνησε καλησπερίζοντας το ακροατήριο. Είπε ότι μετά την τοποθέτηση του κ. Πατρώνη και της κυρίας Θανασούλα θα ήθελα να σας πω μερικές σκέψεις που έκανα διαβάζοντας το βιβλίο και να καταλήξω με την προτροπή μου στο γιατί πρέπει να διαβάσει κανείς το βιβλίο. Ξεκίνησε με την περιγραφή της περιπέτειας της προτομής του Αγρινιώτη ποιητή Κωνσταντίνου Χαντζοπούλου που πρωτοτοποθετήθηκε το 1956 στην πλατεία Χαντζοπούλου αλλά σε θέση που δεν ήταν ότι καλύτερο…Ακριβώς μπροστά στην είσοδο των υπόγειων τουαλετών…Ακολούθησαν πολλές μετακινήσεις, στο πάρκο και αλλού μέχρι που κατέληξε σε αποθήκη. Η περιπέτεια της προτομής θεωρώ ότι έχει να κάνει με την δομή του αστικού ιστού της πόλης. Η δομή της πόλης άλλαξε δυο φορές στην ζωή την δική μου. Φαντάζομαι τι γινόταν πιο παλιά. Ιδιωτικούς χώρους τους κάναμε δημόσιους όταν σαν παιδιά παίζαμε. Αλλά γινόταν και το αντίθετο. Δημόσιοι χώροι έγιναν ιδιωτικοί…Στο Αγρίνιο μίκρυναν οι δημόσιοι χώροι…Ίσως γιατί κάποτε τα πράγματα λειτουργούσαν στο μπόι των ανθρώπων. Αλλά ας μιλήσουμε για το βιβλίο. Ο συγγραφέας του ο Λίνος Υφαντής είναι ένας νέος άνθρωπος που έχει το χάρισμα να σκέφτεται. Το βιβλίο είναι συγκροτημένο με πρόγραμμα, με μέθοδο. Το βιβλίο δεν είναι μόνο για τον ερευνητή. Είναι και για τον αναγνώστη. Στο βιβλίο μέσα υπάρχει μία λογική ευαισθησία που βρίσκεται παντού, από την αρχή έως το τέλος. Είναι ένα βιβλίο από έναν άνθρωπο που ξέρει να γράφει. Ξέρει να κρατάει το ενδιαφέρον. Ακόμα κι αν διαβάσεις πράγματα που νομίζεις ότι τα ξέρεις, ο Υφαντής δεν σε αφήνει να τα ξεπεράσεις εύκολα. Ο Λίνος καταθέτει σε αυτό το βιβλίο την αγάπη του για την πόλη. Και είναι εξαιρετικά χρήσιμο για όλους μας. Είναι σαν να μπαίνουμε μέσα σε ένα πολύ μεγάλο σκοτεινό χώρο. Σε μια σκοτεινή εποχή. Ανάλογα με τις γνώσεις μας, ο καθένας ανάβει ένα φως για να περπατήσει μέσα στο σκοτάδι. Άλλος ανάβει ένα σπίρτο άλλος φακό και άλλος προβολέα. Αλλά ο χώρος είναι τόσο σκοτεινός που δεν φαίνεται τίποτα. όσο πιο φωτιστικά εργαλεία έχομε τόσο περισσότερο χώρο φωτίζουμε. Το βιβλίο του Λίνου Υφαντή ρίχνει φως στον τρόπο που αυτή η πόλη από χωριό έγινε πόλη. Ο Λευτέρης ευχαρίστησε τους επόμενους δύο ομιλητές την Γίτσα και τον Αλέξη που με το καταπληκτικό τους έργο στο διαδίκτυο προάγουν την ιστορία του τόπου μας. Τους χαρακτήρισε ως τους δυο κορυφαίους ερευνητές για την πόλη του Αγρινίου.

Ο συντονιστής ευχαρίστησε τους τρεις εισηγητές που μίλησαν για τον συγγραφέα και το βιβλίο και πέρασε στην δεύτερη ενότητα της εκδήλωσης. Ένα αφιέρωμα στο υλικό που κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικό με την ιστορία του Αγρινίου και γενικότερα του Νομού. Κάλεσε στο βήμα την κυρία Γίτσα Πανταζή-Ναστούλη.

Η κυρία Ναστούλη διαχειρίστρια της ομάδας «Αγρίνιο Γλυκές Μνήμες» έχει 13.500 μέλη, « Καλωσήρθατε στο “Αγρίνιο…Γλυκές μνήμες”. Ας ταξιδέψουμε όλοι μαζί στην Πόλη της καρδιάς μας, στην Πόλη των αναμνήσεών μας με κείμενα,άρθρα,φωτογραφίες από το παρελθόν. Ελάτε να “γλυκάνει” λίγο η ψυχή μας γυρνώντας τον χρόνο πίσω.»

Ξεκίνησε ευχαριστώντας  τον κ. Υφαντή για την πρόσκλησή του, μίλησε στην συνέχεια για την συλλογή φωτογραφιών-εντύπων-εφημερίδων και άλλων ντοκουμέντων,  που ξεκίνησε πριν 35 χρόνια και που σιγά-σιγά μεγάλωνε. Κάποια στιγμή βρέθηκε να κατέχει πολλές παλιές και ενδιαφέρουσες φωτογραφίες και ξεκίνησε να τις αναρτά σε μια ομάδα στο f/b. Αυτό έγινε πριν 13 χρόνια. Αμέσως απέκτησε πιστούς οπαδούς από το εξωτερικό, Έλληνες της διασποράς, αλλά και από εντός της χώρας και την πόλη του Αγρινίου. Η επιθυμία της είναι να βρεθεί ένας κατάλληλος εκθεσιακός χώρος για να στεγαστούν φωτογραφίες και άλλα εκθέματα μιας άλλης εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί…

Τελευταίος ομιλητής ο καθηγητής κ. Αλέκος Κατεφίδης, ερευνητής αρχείων στην Γερμανία και τέως εκπαιδευτικός (υποδιευθυντής) του Ελληνικού Λυκείου Νυρεμβέργης ,  διαχειριστής της ομάδας « Αιτωλία και Ακαρνανία στο πέρασμα του χρόνου, Aetolia Acarnania tempus.» με 16.000 μέλη. (Η ομάδα δημιουργήθηκε, κατά κύριο λόγο από εκπαιδευτικούς για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Η ομάδα μας είναι ανοιχτή (δημόσια) στον καθένα, προβάλλοντας έτσι σε όλους, μέσα από τις αναρτήσεις, αφενός μεν την διαχρονική ομορφιά του τόπου μας, αλλά και την ιστορική διαδρομή του, στη ροή του χρόνου”)

Μίλησε για τα εξαιρετικά αποτελέσματα της διάδοσης της τοπικής ιστορίας μέσα από το διαδίκτυο και την διάσωση μέσα από την καταγραφή. Στην εύκολα προσβάσιμη σελίδα «Αιτωλο-Ακαρνανία στο πέρασμα του χρόνου» κάθε ερευνητής αλλά και απλός πολίτης βρίσκει πράγματα που δεν γνωρίζει για τον τόπο του. Μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα είναι ότι πιο μορφωτικό υπάρχει για την περιοχή μας.

Ο συγγραφέας κ. Ηλίας (Λίνος) Υφαντής έκλεισε την εκδήλωση ευχαριστώντας όλους τους πολίτες του Αγρινίου που παραβρέθηκαν. Υπέγραψε πολλά έντυπα των βιβλίων του και μπορώ να πω ότι σπάνια σχηματίζεται τόσο μεγάλη ουρά για την προμήθεια βιβλίου σε βιβλιοπαρουσιάσεις.

Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν Ο Μητροπολίτης κκ. Κοσμάς, ιερείς της πόλης, ο Δήμαρχος κ. Γεώργιος Παπαναστασίου, ο Αντιπεριφερειάρχης κ. Λάμπρος Δημητρογιάννης, οι βουλευτέςς του νομού κ. Γεώργιος Βαρεμένος και Θάνος Μωραΐτης, η Αντιδήμαρχος κα. Μαρία Παπαγεωργίου, δημοτικοί σύμβουλοι, πολιτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες, συγγραφείς και δημοσιογράφοι. Καθηγητές μέσης εκπαίδευσης και Δάσκαλοι. Η κυρία Μαίρη Χρυσικοπούλου και η κυρία Μαίρη Τσιχριτζή-Βαϊνά και πολλοί άλλοι.

Όλοι ευχήθηκαν στον συγγραφέα να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο του.

 Απόστολος Κων. Καρακώστας

——————————————

Ακολουθεί η πληρης ομιλία της Ιστορικού κυρίας Λεωνής Θανασούλα.

 

ΑΓΡΙΝΙΟ: ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ 13 – 9 – 2021

ΛΕΩΝΗ Π. ΘΑΝΑΣΟΥΛΑ

Είναι ιδιαίτερη τιμή και χαρά να βρίσκομαι στην πόλη μου για να μιλήσω για την ιστορία της και να συμμετάσχω στην πνευματική ζωή της. Ευχαριστώ πολύ τον συγγραφέα κ. Υφαντή και τον Δήμο Αγρινίου για την τιμητική τους πρόσκληση.

Η μελέτη του Ηλία Υφαντή έρχεται να καλύψει ένα ερευνητικό κενό δεκαετιών, να συνθέσει μέρος της ιστορίας της πόλης μέσα από την χωρική της διαμόρφωση, ερμηνεύοντας αμφίδρομα τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις σε σχέση με σημεία της πόλης και τη λειτουργία τους. Συνάδει με μία γενικότερη στροφή των ιστοριογραφικών μελετών προς την τοπική ιστορία, μέσα από σύγχρονες οπτικές και πριν προχωρήσω στη συζήτηση για το βιβλίο, κρίνω σκόπιμο να τονίσω το ζήτημα της εισαγωγής της διδασκαλίας της τοπικής ιστορίας στο επίσημο πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας, τουλάχιστον σε μία βαθμίδα της εκπαίδευσης, καθώς τα οφέλη θα είναι μακροπρόθεσμα και πολυεπίπεδα.

Αναφορικά με το περιεχόμενο του βιβλίου, στο πρώτο μέρος παρατίθεται μία χρονική προσέγγιση του θέματος, προπολεμικά, κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου και στη συνέχεια κατά τη μεταπολεμική περίοδο έως και τη δεκαετία του 1980.

Στις αρχές του 20ου αιώνα το Αγρίνιο διατηρούσε τον χαρακτήρα μίας προβιομηχανικής πόλης και οικιστικά αναπτυσσόταν γύρω από την πλατεία Μπέλλου, την άνω πλατεία (πλατεία Στράτου) και Υπαίθρου Αγοράς (Χατζοπούλου). Η οικονομική ανάπτυξη της περιόδου υπαγόρευσε την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της Οθωνικής περιόδου, και η μικρή επαρχιακή πόλη που αφυπνιζόταν και επιζητούσε νέα ταυτότητα μέσω μιας χωροταξικής αναδιάρθρωσης, είχε την τύχη της Αθήνας όταν το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο των Κλεάνθη-Σάουμπερτ προσέκρουσε σε συμφέροντα ιδιωτών και στέρησε την Αθήνα από τον πραγματικό χαρακτήρα μίας σύγχρονης μητρόπολης έως και σήμερα.

Μέσα από μία λιτή αφήγηση, ο συγγραφέας συνδέει τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επέδρασαν την περίοδο κατά την οποία το Αγρίνιο από μία αγροτική και εμπορική κωμόπολη μετετράπηκε έως τον Μεσοπόλεμο σε καπνοπαραγωγικό κέντρο όπου καλλιεργούνταν έντονα οι ιδεολογίες της εποχής και η ταξική συνείδηση. Πέρα από τη διαμόρφωση των πλατειών τη συγκεκριμένη περίοδο ως τόπους κοινωνικής συνάθροισης, κοσμοπολιτισμού και ιδεολογικού προσδιορισμού της πόλης, οι καπναποθήκες είναι τα κτίσματα που αποτελούν τα νέα τοπόσημα, ορίζουν νέες περιοχές στο αστικό περιβάλλον, εισάγουν νεωτερικές αρχιτεκτονικές μορφές, και αποτελούν πυρήνες κοινωνικών ζυμώσεων εντός και εκτός των πέτρινων τοίχων τους. Οι αποθήκες Παπαστράτου, Παναγόπουλου, Κόκκαλη, Ηλιού και Καμποσιώρα χτίζονται τη δεκαετία 1920-1930 και είναι βέβαιο ότι επιβλήθηκαν στο αστικό τοπίο καθώς ξεχώριζαν στον ορίζοντα, πάνω από τις στέγες των σπιτιών.

Ένα μέρος της κοινοτικής οργάνωσης συσπειρώνεται γύρω από τις ενορίες, ενώ μαθαίνουμε για τα ενοριακά νεκροταφεία και την σταδιακή κατάργησή τους.

Η έλευση των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής οι οποίοι έρχονται για να μείνουν και να εργαστούν στον καπνό, αλλάζουν καθοριστικά τη μορφή και τους ρυθμούς ανάπτυξης του Αγρινίου. Η κάθε συνοικία και περιοχή σταδιακά χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη ταξική γεωγραφία, ενώ εν γένει ο αναγνώστης αποκτά αντίληψη της χωροταξίας της πόλης κατά την προπολεμική περίοδο.

Όπως και σε άλλες επαρχιακές πόλεις, ετεροχρονισμένα, χτίζονται μερικές αστικές κατοικίες σε νεοκλασσικό ρυθμό, ενώ δημόσια κτίρια σχεδιάζονται από σημαντικούς αρχιτέκτονες, όπως ο Βασίλειος Κουρεμένος ο οποίος σχεδίασε τη Δεξαμενή της πόλης το 1928 και τη Δημοτική Αγορά.

Η διεκδίκηση λειτουργίας Πρωτοδικείου στην πόλη, ήδη από τη δεκαετία του 1920, μαρτυρεί τον καίριο ανταγωνισμό με τη γειτονική πόλη του Μεσολογγίου στη διεκδίκηση πόρων και γοήτρου από το κεντρικό κράτος.

Η δημιουργία αεροδρομίου τη δεκαετία του ’30 τοποθετεί την πόλη στον αεροπορικό χάρτη απαντώντας στις ανάγκες της αστικής τάξης και της σύνδεσης με την υπόλοιπη χώρα, καθώς το τραίνο ήταν το βασικό μέσο μεταφοράς την εποχή εκείνη, υποδομή η οποία εγκαταλείφθηκε  λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο.

Καθ’ όλη τη δεκαετία του 1940 οι αποθήκες καπνού παίζουν καίριο ρόλο ως στρατώνες, νοσοκομεία, καταφύγια, τόποι μαρτυρίου, ή κοινωνικής πρόνοιας, διοικητήρια. Χώροι μαρτυρίου όπως η κεντρική πλατεία και το πίσω μέρος του ναού της Αγίας Τριάδας έμειναν στο κενό για την επίσημη ιστορική μνήμη, ενώ για δεκαετίες οι αντιμαχόμενες ιδεολογίες επέδρασαν σημειολογικά σε αυτούς έως και τα πρόσφατα χρόνια.

Οι αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών από την Ήπειρο, την Ευρυτανία και τις γύρω ορεινές περιοχές τροφοδότησαν δημογραφικά την τοπική κοινωνία, ιδίως μεταπολεμικά, δίνοντάς της νέα δυναμική, χαρακτήρα, εγείροντας όμως ζητήματα διαχείρισης αγροτικής γης και στέγασης.

Παρά το γεγονός ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1960 το εμπόριο καπνού υφίσταται κλυδωνισμούς και η περιοχή χάνει τον μεταποιητικό της κυρίως χαρακτήρα, οικονομικά ενισχύεται από τα μεγάλα έργα των Κρεμαστών και του Καστρακίου με επίδραση στα αστικά χαρακτηριστικά της. Η πόλη εκσυγχρονίζεται, σταδιακά αλλάζει μορφή, αναπτύσσεται οικιστικά, καταργεί κτιριακές δομές ή ιδρύει νέες (όπως το Αντωνοπούλειο Δημοτικό νοσοκομείο, οι φυλακές Αγίας Τριάδος) επεκτείνει το δίκτυο ηλεκτροφωτισμού και ύδρευσης, απαλλάσσεται από τους χειμάρρους εντός του οικιστικού ιστού, εκσυγχρονίζει το οδικό δίκτυο, χτίζει εργατικές κατοικίες και αθλητικές υποδομές, ενισχύει τα αθλητικά και πολιτιστικά σωματεία, αποκτά νέο δημαρχείο και Δημοτικό Θέατρο. Αναφέρεται στο πέρασμα στη σύγχρονη πόλη, όπου η γειτονιά ως κοινωνική συνθήκη χάνει τη δυναμική της, αλλά και την αναφορά της ως συνοικία στα επίσημα έγγραφα. Ντούτσαγα, Τριανταφυλλιά, Γκένοβα, μοιάζουν άγνωστα πια ενώ γίνεται ανάδυση άλλων συνοικιών όπως Κλεπαΐτικα, Βελούχι κ.ά.

Και τις τρεις περιόδους όπου αναφέρεται η μελέτη διατρέχουν κάποια χαρακτηριστικά θέματα τα οποία είτε έχουν μεγάλη επίδραση στη ζωή της πόλης είτε δηλώνουν τις επιδράσεις που δέχεται. Η πρώτη από αυτές τις παραμέτρους είναι ο ρόλος των ευεργετών τόσο στις νέες μορφές του αστικού περιβάλλοντος του Αγρινίου, όσο και στις αναπαραστάσεις τους.

Το Σταΐκειο κληροδότημα προς τον Δήμο με μεγάλες εκτάσεις γης στο σημερινό κέντρο του Αγρινίου, από το 1891 ενισχύει τα οικονομικά του Δήμου με την εκμετάλλευσή τους, χάνεται όμως σταδιακά για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες την οικιστικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, μεγάλο μέρος του παραχωρήθηκε για τη δημιουργία του σημερινού γηπέδου του Παναιτωλικού για να απαντήσει στις νέες κοινωνικές ανάγκες, όπως και άλλα σημεία της πόλης.

Ήδη από το 1918 ο Ευάγγελος Παπαστράτος χρηματοδοτεί τη νέα χωροταξική μελέτη για τη νέα ρυμοτομία της πόλεως, ενώ η οικογένεια λύνει το πρόβλημα του ηλεκτροφωτισμού για την πόλη. Τη δεκαετία του 1930 η δημοτική αρχή απευθύνεται στους καπνεμπόρους Παπαστράτου, που έφεραν τα ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά των ευεργετών του 19ου αιώνα, για την ανέγερση σύγχρονων εκπαιδευτηρίων τα οποία καθίστανται ένα από τα σημαντικότερα τοπόσημα για το Αγρίνιο. Με στοιχεία νεωτερικότητας στην αρχιτεκτονικής τους, μεγάλο μέρος της δημόσιας ζωής και των εθνικών εορτασμών πραγματοποιείται στον προαύλιο χώρο τους, ισότιμα σχεδόν με την πλατεία Μπέλλου για δεκαετίες. Η δωρεά και διαμόρφωση του Δημοτικού Πάρκου σε ευρωπαϊκά πρότυπα αντανακλούσε το όραμά τους για την πόλη τους, όπως και μεταπολεμικά η δωρεά του Επαμεινώνδα Παπαστράτου για την ίδρυση Μουσείου, Βιβλιοθήκης και Ωδείου τα οποία αποτέλεσαν την τοπική τριλογία και πολιτιστικό επίκεντρο της πόλης. Να σημειωθεί ότι το Δημοτικό Πάρκο Αγρινίου ανήκει στους ιστορικούς κήπους της Ελλάδας και τα αίτια της απαξίωσης του δημοσίου χώρου και της κοινωνικής λειτουργίας του μετά τη δεκαετία του 1980, αφορούν στη συζήτηση για την κατάσταση του Πάρκου από τότε έως σήμερα.

Η μεγάλη προσφορά γης για τη δημιουργία προσφυγικών κατοικιών από τον ευεργέτη Ηλία Ηλιού υπήρξε καθοριστική για την επίλυση του στεγαστικού ζητήματος των προσφύγων, ενώ βασικές κοινωνικές δομές όπως το νοσοκομείο, το πτωχογηροκομείο, ο παιδικός σταθμός, το δημοτικό θέατρο καλύπτονται από τα κοινωφελή έργα ιδιωτών όπως η οικογένεια Αντωνόπουλου, Κόκκαλη και Παναγόπουλου. Με τα έργα τους οι ευεργέτες και δωρητές παρεμβαίνουν καίρια όχι μόνο στην κοινοτική ζωή και εξέλιξη, αλλά και στον δημόσιο χώρο.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό στοιχείο της μελέτης το οποίο διατρέχει όλη την περίοδο που εξετάζεται είναι η σημειολογία της ονοματοδοσίας των οδών και των κεντρικών σημείων, η οποία επηρεάζεται από τα ιδεολογικά ζητούμενα της εκάστοτε εποχής. Έτσι βλέπουμε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα να χρησιμοποιούνται ονόματα που σχετίζονται με το ένδοξο ιστορικό παρελθόν όπως η Επανάσταση του 1821, αργότερα η αρχαιότητα, οι πνευματικοί άνθρωποι.  Τα ονόματα που παίρνουν τρεις πλατείες το 1928 σχετίζονται με τις ιδεολογικές εθνικές αναζητήσεις της δεκαετίας. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπέτειες της πλατείας Μπέλλου, ιδίως κατά τη διάρκεια της επταετίας που ονομάστηκε 21ης Απριλίου για να πάρει το σημερινό της όνομα μετά τη μεταπολίτευση, αλλά και της πλατείας Φλέμινγκ όπου η δημοτική αρχή δαπάνησε πολύ χρόνο και ενέργεια για την ονομασία της. Εντονότερη όλων ήταν η ιστορία της Πλατείας Χατζοπούλου και της περιφοράς του αγάλματος του ποιητή σε διάφορα σημεία της πόλης, ήδη από την εποχή της ίδρυσής του λόγω της αριστερής ιδεολογίας του, ενώ και η σημερινή πλατεία Ειρήνης, η παλιά Άνω Πλατεία απέκτησε ονομασίες που εξυπηρετούσαν τη νέα ταυτότητα και την πολιτική πραγματικότητα της κάθε εποχής. Τέλος, η επαναφορά της πεντάφωτης λυχνίας του 1927 το 2010 στην Πλατεία Δημοκρατίας, υπογραμμίζει τις σημερινές αναζητήσεις ταυτότητας της πόλης μέσα από τα χαμένα μνημεία της και τη διαχείριση του δημοσίου χώρου.

Ιδιαίτερη έμφαση, ίσως δυσανάλογη με άλλα σημεία του αστικού χώρου δίνει ο συγγραφέας στη διαχείριση της μνήμης της εκτέλεσης των 120 κατά τη διάρκεια της Κατοχής πίσω από το ιερό της Αγίας Τριάδος, η οποία αποκαταστάθηκε στον δημόσιο χώρο με την ίδρυση ενός μνημείου, όταν οι πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες είχαν ωριμάσει αναλόγως, πολλές δεκαετίες μετά.

Εκτός από το περιεχόμενο κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και στη λειτουργία της μελέτης του συγγραφέα. Εκτός από τον ερευνητή σαφώς απευθύνεται στο ευρύ αναγνωστικό κοινό με σκοπό να το εξοικειώσει με το θέμα με συγκεκριμένη προσέγγιση. Η εργασία τεκμηριώνεται με αρχειακή μελέτη σε βάθος, χωρίς όμως να παρεμβάλλονται οι πηγές με τρόπο δυσλειτουργικό για τον αναγνώστη.

Απαντά σε απλά ερωτήματα ιστορίας της πόλης, τα οποία πλέον μόνο μέσα από τις γραπτές πηγές είναι δυνατόν να απαντηθούν, όπως την προέλευση της γκρίζας πέτρας, του βασικού δομικού υλικού πριν την επικράτηση του μπετόν, από τα λατομεία της Αγίας Παρασκευής. Παράλληλα, μέσα από την αρχειακή τεκμηρίωση, δίνει τέλος σε αστικούς μύθους όπως π.χ. ότι το κτίριο του Δημαρχείου έχει τη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική, γιατί αρχικά προοριζόταν για αποθήκες καπνού.

Παρά το γεγονός ότι καλύπτει ένα κενό στην έως τώρα βιβλιογραφία, το πλεονέκτημα του βιβλίου είναι πως εγείρει πολλά ερευνητικά ερωτήματα σε διάφορες κατευθύνσεις και στην ουσία αποτελεί μία βάση. Ένα βιβλίο που αναδεικνύει τις σιωπές και τις απουσίες, την κατάργηση της μνήμης, και προκαλεί νέα συζήτηση για τη διαχείριση της ιστορίας του δημοσίου χώρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι χώροι που διαμορφώνονται στην Κατοχή, όπως η παιδόπολη του «Σωτήρος», θέμα προς περισσότερη έρευνα.

Ο πολύπλευρος τρόπος μελέτης του αστικού χώρου του Αγρινίου στην εργασία του Υφαντή, στο δεύτερο μέρος της εγκαταλείπει τα αρχεία και τις ανάλογες πηγές τεκμηρίωσης και περνά στο λογοτεχνικό πεδίο αναφοράς για το θέμα του. Η ζωγραφική και ο κινηματογράφος, συνήθη πεδία μελέτης τόπων, δεν προσφέρονται για την περίπτωση του Αγρινίου. Υιοθετεί τη θεώρηση της Λίζυς Τσιριμώκου ότι «Οι πόλεις της λογοτεχνίας δεν συμπίπτουν με τις πόλεις της ιστορίας» καθώς οι συγγραφείς συνηθίζουν να πλέκουν το φανταστικό γύρω από το πραγματικό στοιχείο, ανασυνθέτοντας τη μνήμη και τον χώρο, αναπαριστώντας σημεία της πόλης συνδεδεμένα με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία αντανακλούν τα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής που περιγράφουν. Αφού παραθέσει τις θεωρητικές προσεγγίσεις του χώρου στη λογοτεχνία, αναλύει το παράδειγμα του Αγρινίου. Το υλικό του είναι ποικίλα λογοτεχνικά είδη όπως αυτοβιογραφικά κείμενα, απομνημονεύματα, ταξιδιωτικά, νουβέλες, μυθιστορήματα, ποίηση δεκαεννέα Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών στην πλειοψηφία τους γηγενείς. Ο συγγραφέας εξετάζει τα κείμενα σύμφωνα με τον διαφορετικό χώρο. Ξεκινά με τον αγροτικό χαρακτήρα του τόπου, όπως καπνοτόπια, λιοστάσια, ποτάμια και ρέματα εντός και εκτός της πόλης, Παραθέτει τις διαφορετικές προσεγγίσεις στην αναπαράσταση του αγροτικού χώρου ως χώρου δράσης, όπου οι περιγραφές και δράσεις των ηρώων είναι άλλοτε εξιδανικευμένες όπως στα κείμενα του Αθανασίου Παλιούρα, άλλοτε αντανακλούν τη σκληρή ζωή των εργατών του καπνού (Χατζόπουλος) ή απομυθοποιούν το βίωμα της πόλης (Παπαθανασόπουλος).

Η δεύτερη θεματική προσέγγισης του χώρου σχετίζεται με ταραγμένες ιστορικές περιόδους, συνθήκες πολέμου και συγκρούσεων. Οι συγγραφείς διασώζουν ιστορικά γεγονότα όπως τα έζησαν σε ζωτικά σημεία της πόλης: το Πάρκο, η οδός Παπαστράτου, η εκκλησία του Σωτήρος, οι καπναποθήκες Παπαπέτρου-προσωρινό νοσοκομείο-ιταλικός στρατώνας, η πλατεία Μπέλλου, η Αγία Τριάδα, οι φυλακές, το ζαχαροπλαστείο του Ζήνα, το Γ’ δημοτικό σχολείο, «τα έντεκα τζάκια», το Αντωνοπούλειο Νοσοκομείο συνδέονται με μαρτυρικά βιώματα. Η αιματηρή διαδήλωση των καπνεργατών του 1926, ο βομβαρδισμός του 1941 και η Κατοχή, το έντονο εμφυλιακό κλίμα που ακολούθησε με ορμητήριο την πόλη. Αφηγήσεις όπως της Ειρήνης Πιπερίγκου-Κυριαζή ή του Βασίλη Σαλάκου αναπαριστούν την πόλη, δίνουν πληροφορίες, όπως για τη μεταφορά του χώρου ταφής των 120, αλλά περισσότερο την ατμόσφαιρα του ζόφου που επικρατούσε.

Η τρίτη θεματική προσέγγισης του θέματος μέσα από τη λογοτεχνία αφορά το βίωμα συγκεκριμένων τόπων της πόλης, όπως αναδύεται στα κείμενα. Οι συγγραφείς περιγράφουν τοπόσημα όπου συνδέουν μνήμες, το Β’ δημοτικό σχολείο, το γήπεδο του Παναιτωλικού, τα Παπαστράτεια εκπαιδευτήρια μέσα από ζωντανές περιγραφές του χώρου αλλά και των αισθήσεων, οικειοποιούνται από τους συγγραφείς, γίνονται ο δικός τους τόπος μέσα από τη γραφή. Παραθέτω από το βιβλίο του Α. Παλιούρα Γεννήθηκα στη Ντούτσαγα:

Από τα φύλλα των πλατανιών της Ντούτσαγας, από τα κυπαρίσσια και τις ακακίες του συντριβανίου, από τους ευκάλυπτους του σταθμού και του τραίνου, από τις νεραντζιές της πλατείας Μπέλλου, από τις τεράστιες βελανιδίε΄ς και την πυκνή βλάστηση του Πάρκου, από παντού έπεφταν σταγόνες που δεν ήταν σιγανή βροχή αλλά ένα καλοδεχούμενο δροσερό ψιχάλισμα, που έδινε άλλο τόνο χρώμα και άρωμα στις πλατείες και στους δρόμους, ιδιαίτερα στην οδό Παπαστράτου…

Η τέταρτη θεματική αφορά ένα γεωγραφικό καταμερισμό της πόλης και την εστίαση σε συγκεκριμένους χώρους, όπως τα όρια της, δρόμοι, συνοικίες, γειτονιές, ενορίες, πλατείες και τοπόσημα, ο σταθμός του τραίνου. Έτσι, ο ερευνητής συλλέγει ιστορικές πληροφορίες για τον συνοικισμό, τη Ντούτσαγα, τη Φούσκαρη, και κοινωνικές ερμηνείες και προσλήψεις, καθώς οι ήρωες κινούνται στον φυσικό τους χώρο. Η Κατινίτσα η Σμυρνιά, οι ασυνόδευτες σε ηλικία γάμου κόρες περιορισμένες στα μπαλκόνια, το νυχτερινό κέντρο Χαραυγή, η Φινλανδή σύζυγος του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Σάννυ Χαίγκμαν που αγκαλιάζει με το βλέμμα της τον σύζυγό της στο εξοχικό τους στα Λυκορράχια, στο γραφείο του, πλάι στο παράθυρο με την κίτρινη τριανταφυλλιά, δίνουν όχι μόνο μοναδικές εικόνες στον αναγνώστη, αλλά και έναν αποτελεσματικό φακό ανάγνωσης για την αλληλεπίδραση ανθρώπου και τόπου. Στα πλαίσια της λογοτεχνίας η επαρχιακή καπνούπολη μπορεί να δανειστεί και χαρακτηριστικά του μεγάλου ταξιδιού στην Ανατολή, με φανταστικές εξιδανικευμένες περιγραφές τοπίου και στερεότυπα χαρακτήρων, όπως εντοπίζεται στο μυθιστόρημα μου ανατολικογερμανού Gerhard Löffler που διαδραματίζεται στην Κατοχή.

Αναμφιβόλως, ο συγγραφέας παραδίδει ένα επιστημονικό πόνημα, κύριο ερευνητικό εργαλείο στους μετέπειτα ερευνητές, αλλά και το ευρύ κοινό. Θεωρώ όμως πως του οφείλουμε περισσότερα από αυτό, καθώς όπως αναφέρει σε μία ανάλυσή του «η πλατεία και ο χώρος εκπέμπει ένα σύνολο αισθητικών μηνυμάτων» τα οποία για να αποκωδικοποιηθούν είναι απαραίτητος ο «συλλογικός κώδικας ανάγνωσης». Μόνο τότε σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνιολόγο Πιερ Σανσώ δύναται κανείς να διασχίσει την πλατεία «σαν ένα ένσαρκο σώμα», «εναρμονίζοντας την ανάσα του με τη δική της, προσφωνώντας την με οικειότητα και επιθυμώντας την με τη δική του σάρκα». Έναν τέτοιον μοναδικό κώδικα, μας προσφέρει σήμερα ο Λίνος Υφαντής για την πόλη μας που διαρκώς ανακαλύπτουμε και τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό.

*Η πλήρης ομιλία του κ. Πατρώνη

«Κυρίες και Κύριοι,

Φίλες και Φίλοι.

Παρά την ούτως ή άλλως δυσμενή συγκυρία του κορωνοϊού, το βιβλίο του Λίνου Υφαντή «Αγρίνιο 1900-1980: Νέες μορφές αστικού χώρου και οι αναπαραστάσεις τους», βλέπει το φως  σε μια εποχή ανανεωμένου ενδιαφέροντος για τις ιστορικές σπουδές και ιδιαίτερα για την ιστορία του 20ού αιώνα.

Καθώς διανύουμε ήδη την τρίτη δεκαετία του νέου αιώνα και η απόσταση από την εποχή των πατεράδων και των παπούδων μας μεγαλώνει συνεχώς, το ενδιαφέρον για την ιστορία του περασμένου αιώνα αυξάνει συνεχώς. Η είσοδος στην «εποχή της αβεβαιότητας» του 21ου αιώνα και οι διαδοχικές κρίσεις της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης – μια πτυχή της οποίας αποτελεί και η διαχείριση της πανδημίας – θέτουν συνεχώς καινούργια ερωτήματα για την πορεία που μας οδήγησε ως εδώ – πορεία που έχει ασφαλώς τις ρίζες της στον 20ό αιώνα. Η κρίση χρέους και η επιβολή των μνημονίων στη χώρα μας έφερε στα χείλη όλων το ερώτημα «πως φτάσαμε ως εδώ;» και ανανέωσε το ενδιαφέρον για την πορεία της ελληνικής οικονομίας στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, κάτι που διαπιστώνω και εγώ προσωπικά με την αυξημένη συμμετοχή των φοιτητών στα σχετικά μαθήματα που διδάσκω στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Ο 20ός αιώνας είναι εδώ λοιπόν, «βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών», για να θυμηθούμε την περίφημη φράση του Κ. Μαρξ, από τη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»  Άλλωστε, αυτό που έζησε η χώρα, ολόκληρη την προπερασμένη εβδομάδα, αποχαιρετώντας τον Μίκη Θεοδωράκη δεν ήταν σαν ξαφνικά να συνειδητοποιήσαμε όλοι ότι μαζί με τον Μίκη αποχαιρετούσαμε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο, έναν ολόκληρο αιώνα που καθόρισε, με τα θετικά και τα αρνητικά του γεγονότα, την πορεία της χώρας;

Συνεπώς, το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα και που έρχεται να προστεθεί στη λίστα αυτού του ανανεωμένου ενδιαφέροντος για τον 20ό αιώνα, εστιάζοντας στην τοπική ιστορία του 20ού αιώνα και  ακολουθώντας το «Ιστορία και μνήμη του καπνού στο Αγρίνιο του 20ού αιώνα» που εκδώσαμε μόλις δυο χρόνια πριν σε επιμέλεια της Κωνσταντίνας Μπάδα.

[…..]

Η εξιστόρηση των νέων μορφών αστικού χώρου ξεκινάει από το έτος 1900 αν και ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι πρόσφατες μελέτες εντάσσουν το Βραχώρι ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα σε ένα ευρύτερο εμπορικό δίκτυο που νότια είχε απόληξη το λιμάνι του Μεσολογγίου και βόρεια την Αυλώνα με απώτερο προορισμό την Τεργέστη της σημερινής Ιταλίας. Εν ολίγοις το Αγρίνιο άνηκε στο εμπορικό δίκτυο της Ηπείρου, το οποίο κινούσαν Ηπειρώτες έμποροι και Μεσολογγίτες καπετάνιοι σε συνεργασία με Ενετούς και άλλους Ευρωπαίους ήδη από το 1700. Δεν παραβλέπει επίσης, την εκκαθαριστική δύναμη των αλλαγών που συνέβησαν στην Ελλάδα του 19ου αιώνα: Η καθολική ψηφοφορία των ανδρών, η διανομή της γης το 1871, η γενική στρατολογία, η επέκταση της εκπαίδευσης, η απονομή της δικαιοσύνης, η μετανάστευση στην Αμερική, που έλαβε μεγάλη διάσταση στην περίοδο 1880-1910, ήταν διαδικασίες που είχαν διαρρήξει τις παραδοσιακές νοοτροπίες και είχαν ανοίξει δρόμους επικοινωνίας, ακόμη και για τις πιο κλειστές ορεινές κοινότητες. Οι αλλαγές αυτές ήταν φανερές και στο Αγρίνιο των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, που σταδιακά μετατρεπόταν από κλειστή επαρχιακή πόλη σε δυναμικό αστικό-εμπορικό κέντρο.

[…..]

Ασφαλώς, όταν πριν μερικά χρόνια, ξεκινούσε την προσπάθεια για τη διδακτορική του διατριβή ο Λίνος Υφαντής, πιθανότατα δεν είχε στο μυαλό του αυτό το σκεπτικό για την επικαιρότητα του 20ού αιώνα. Είχε μια ιδέα για το θέμα της διατριβής του – μια πολύ καλή ιδέα – και πολύ όρεξη για δουλειά. Συγκέντρωσε μεθοδικά υλικό από τις πηγές του και εξάντλησε σταδιακά την υπάρχουσα βιβλιογραφία όχι μόνο για την εξέλιξη του Αγρινίου, αλλά και για την ιστορική διαμόρφωση πόλεων με ανάλογα χαρακτηριστικά. Αποδελτίωσε συστηματικά υλικό από τις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, που αποτελούσαν τον καθρέφτη όχι μόνο της πολιτικής και οικονομικής ζωής, αλλά και των ιδεολογικών και κοινωνικών συγκρούσεων στα πλαίσια της πόλης. Τέλος, ίσως το δυσκολότερο, πως διαχειρίζεσαι όλο αυτό το τεράστιο υλικό, αν δεν έχεις άποψη και ερμηνεία για την εξέλιξη των πραγμάτων; Εδώ ο συγγραφέας δημιουργεί μια αξιόλογη σύνθεση αξιοποιώντας δάνεια και όρους των κοινωνικών επιστημών και των νέων τάσεων της ιστορίας, όπως η χωροθεσία και η οδονυμία ως πεδία ιδεολογικής σύγκρουσης, η δημόσια μνήμη και η ιδεολογική της διαχείριση, η θεσμική και η ανδυόμενη μνήμη, η ιδεολογική-δημόσια χρήση των συμβόλων και των εμβλημάτων του Δήμου, η συγκρουσιακή ιδεολογική διαχείριση πλατειών χώρων και μνημείων.

Καθώς έγραφα αυτές τις γραμμές, σκεπτόμουνα ότι ο Λίνος Υφαντής ήταν ίσως ο ιδανικότερος εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς που θα μπορούσε να γράψει αυτό το βιβλίο. Και αυτό γιατί, ενώ είναι ένας τυπικός εκπρόσωπος αυτής της γενιάς με  μεγάλη εξοικείωση στις νέες τεχνολογίες, διαθέτει ταυτόχρονα, εκτός από την ανεξάντλητη διάθεσή του για έρευνα, και ένα άλλο χάρισμα: Αν και είναι σε διαρκή σύνδεση με το σημερινό γίγνεσθαι, στήνει πάντα «ευήκοον ούς» στις διηγήσεις των παλιότερων γενιών, διατηρεί πάντα ένα «ανοιχτό παράθυρο» στο παρελθόν, στην τοπική ιστοριογραφία και στην καταγραφή της ιστορικής μνήμης του τόπου. Από αυτή την άποψη, η συγγραφή αυτού του βιβλίου δεν ήταν τυχαίο αποτέλεσμα. Πέτυχε, γιατί ο συγγραφέας του συγκέντρωνε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να το επιτύχει, διέθετε, θα έλεγα, τις ειδικές ικανότητες ή τα ειδικά προσόντα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.

Κλείνω με το ερώτημα «κάνει ο Υφαντής Ιστορία» ή αλλιώς έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη βιβλίο τοπικής ιστορίας; Μια πρώτη, αυθόρμητη απάντηση θα ήταν όχι, το βιβλίο δεν συγκεντρώνει τα ειδικά χαρακτηριστικά ενός κλασικού βιβλίου ιστορίας. Ταυτόχρονα όμως, η ιστορία του Αγρινίου στον 20ό αιώνα είναι πανταχού παρούσα στο βιβλίο. Αν και δεν εμφανίζεται ανοικτά με τη μορφή ιστορικών γεγονότων με χρονολογική σειρά, η ιστορία είτε υπονοείται ρητά είτε αποτελεί τον καμβά, πάνω στον οποίο ο συγγραφέας υφαίνει την αφήγησή του. Αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, εγκύκλιοι της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας, Βασιλικά και Προεδρικά Διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, ΦΕΚ, ανακοινώσεις σωματείων και συλλόγων, δημοσιεύματα εφημερίδων, συνθέτουν ένα πυκνό ιστορικό πλαίσιο, το οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί να το νοηματοδοτήσει και να το ερμηνεύσει με τη βοήθεια της ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας, της Webογραφίας και της Videoγραφίας – και εδώ έχουμε μια έξοχη αξιοποίηση από τον συγγραφέα του οπτικοποιημένου υλικού από τα «Επίκαιρα» της εποχής και άλλες κινηματογραφικές πηγές. Για το λόγο αυτό, πιστεύω ότι το βιβλίο θα αποτελέσει σταθερό σημείο αναφοράς σε όποιους επιχειρήσουν εφεξής να ασχοληθούν με την ιστορία της περιοχής στον 20ό αιώνα.

 Η Ιστορία δεν απουσιάζει, μοιάζει να βρίσκεται στα περιθώρια του βιβλίου και να υπενθυμίζει διαρκώς και επεξηγηματικά την παρουσία της κάθε φορά που η περιγραφή των κοινωνικών μετασχηματισμών και των ιδεολογικών συγκρούσεων στο Αγρίνιο του Μεσοπολέμου ή της μεταπολεμικής εποχής ζητάει τη βοήθειά της. Με αυτή την έννοια είναι ένα ιδιότυπο βιβλίο, όπου ο αναγνώστης καλείται να «χτίσει» την Ιστορία με τη βοήθεια ενός πλήθους ιστορικών στοιχείων και πληροφοριών που περιέχει.

«Μερικές φορές πρέπει να σωπαίνει κανείς, για να μπορέσει να ακούσει τη μουσική πίσω απ’ τον ήχο της βροχής», λέει σε κάποιο σημείο ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι στο Μετέωρο βήμα του πελαργού του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Αυτή τη νοητή απομάκρυνση από την εποχή σας συνιστώ, αυτή τη νοητή απομάκρυνση από την εποχή του πρέπει να δοκιμάσει κανείς για να μπορέσει να απολαύσει το βιβλίο του Λίνου Υφαντή.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας»

 

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.