Τετάρτη, Ιούνιος 26, 2019

«Αυλόπορτα» Παλαιομάνινας: Ούτε 150.000 ευρώ αξίζει το επιβλητικότερο μνημείο της αρχαιότητας

Είναι έτοιμη να καταρρεύσει, μαζί με τον σάπιο πια ξύλινο «νάρθηκα», ο οποίος τοποθετήθηκε … προσωρινά πριν από … 22 χρόνια!

Η «Αυλόπορτα» Παλαιομάνινας χωρίς τον ξύλινο «νάρθηκα»

Του Δημήτρη Στεργίου

Από το 1995, σε επικοινωνία μαζί  με τότε προϊστάμενο της ΣΤ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων αρχαιολόγο (στη συνέχεια γενικό διευθυντή του υπουργείου Πολιτισμού)  και ένθερμο φίλο της Παλαιομάνινας Λάζαρο Κολώνα, συνεχώς του επεσήμανα την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η επιβλητική αρχαία κεντρική Πύλη των αρχαίων τειχών και προειδοποιούσα για τον κίνδυνο κατάρρευσής της. Στην αρχή, όλες αυτές τις προειδοποιήσεις  τις αντιμετώπιζε με συγκατάβαση και υπομειδίαμα λέγοντας ότι «παντού οι πάντες τα ίδια λένε, κι έχουν δίκαιο»! Και είχε, πράγματι, δίκαιο, διότι από το πρωί έως το βράδυ καθημερινώς βρισκόταν ή στους χώρους ανασκαφών ή σε αρχαιολογικούς χώρους που επιμόνως ζητούσαν την προστασία τους ή την αξιοποίησή της ή την ανάδειξή τους.

Αλλά, «ανάγκα και οι Θεοί πείθονται!  Τελικά, μη αντέχοντας άλλο την αφόρητη πίεση, με ειδοποίησε ότι έχει προγραμματίσει  την επίσκεψη στην Παλαιομάνινα ανταποκρινόμενος  στην πρόσκλησή μου για να παρευρεθεί στις γνωστές, ως θεσμό πια, πολιτιστικές εκδηλώσεις της Παλαιομάνινας το 1997. Πράγματι, τότε επισκέφθηκε την Παλαιομάνινα και, φυσικά, την  ετοιμόρροπη «Αυλόπορτα» (φωτογραφία),  όπου, έντρομος, είδε από κοντά  τον κίνδυνο κατάρρευσής της  και αμέσως έδωσε εντολή για τοποθέτησή της σε «ξύλινο νάρθηκα», ο οποίος παραμένει μέχρι σήμερα. Σημειώνεται ότι τότε, μαζί με τον κ. Κολώνα την «Αυλόπορτα» καθώς και την Ακρόπολη επισκέφθηκαν και  οι προσκεκλημένοι για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις αείμνηστος Σαράντος Καργάκος με τη σύζυγό του και ο γνωστός καθηγητής  βαλκανολόγος – ρωμανιστής, πολυγραφότατος,   Ελληνόβλαχος Αχιλλεύς Λαζάρου με τη σύζυγό του.

Η πρώτη αυτή παρέμβαση είχε ως σκοπό τη διάσωση του επιβλητικού αυτού αρχαίου μνημείου, με επόμενο, άμεσο, στόχο την κατάρτιση ενός προγράμματος  απομάκρυνσης του «νάρθηκα» και έργου μόνιμης στήριξης του μεγάλου αυτού μνημείου της αρχαιότητας στο χωριό. Αλλά, φευ! Διότι, ως γνωστόν,  ουδέν μονιμώτερον  του προσωρινού εν Ελλάδι. Ο σάπιος πια ξύλινος «νάρθηκας»  παραμένει εκεί επί 22 χρόνια, έτοιμος να καταρρεύσει κι εκείνος  μαζί με την «Αυλόπορτα»! Κι όμως, όπως συνεχώς τονίζει ο προϊστάμενος των αρχαιολογικών ανασκαφών στην αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας ομότιμος καθηγητής Αρχαιολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης Λαμπρινουδάκης, η αποκατάσταση της κεντρικής παραποτάμιας πύλης της τειχισμένης πόλης, με παράλληλη αφαίρεση του ξύλινου προστατευτικού συμπλέγματος που αλλοιώνει τη μορφή της, είναι αναγκαία για την προστασία του μνημείου αυτού, αλλά και για την ανάδειξή της, δεδομένου ότι αποτελεί πρότυπο πύλης για τις ακαρνανικές οχυρώσεις.  Μάλιστα, στο σχετικό του πρόγραμμα αναφέρει ότι το κόστος της αποκατάστασης της «Αυλόπορτας ανέρχεται σε 150.000 , εκφράζοντας  τις προσδοκίες ότι  το ποσό αυτό θα εξασφαλιζόταν από την τοπική αυτοδιοίκηση ή χορηγούς. Αμ δε!

Οι περιγραφές της Αυλόπορτας από περιηγητές

Σημειώνεται ότι  στην «Αυλόπορτα» ή «Μεγάλη Πύλη» ή «Λα Πόρτα», όπως τη λένε οι ντόπιοι, που βρίσκεται στη δεξιά όχθη  του Αχελώου ποταμού,  καταλήγουν  τα κυκλώπεια τείχη μήκους 1.700 μέτρων με την ιδιαίτερη τεχνική που ήταν κατασκευασμένα, τα οποία αρχίζουν από την περιοχή της «Καλέας»  (Ακρόπολη). Αυτό το επιβλητικό μνημείο της αρχαιότητας είχαν επισκεφθεί στο απώτερο παρελθόν  περιηγητές, οι οποίοι  εκφράζουν τον θαυμασμό τους και  μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες  για το χτίσιμό της και το ρόλο της.

Την Παλαιομάνινα, λοιπόν, επεσκέφθησαν, μεταξύ άλλων,  το 1805 ο  Άγγλος τοπογράφος και νομισματολόγος Γουλιέλμος Μαρτίνος Ληκ (William Martin Leake) και το 1860 o μεγάλος Γάλλος περιηγητής Λέον Εζέ (Leon Heuzeuy). Συγκεκριμένα, για τη Μεγάλη Πύλη ή «Αυλόπορτα ο Ληκ γράφει, μεταξύ πολλών άλλων, τα εξής:

 «…Όπως και με τα ερείπια της Στράτου, μια από τις πύλες βρίσκεται πολύ κοντά στον Αχελώο, σε ένα παρακλάδι του ποταμού που διαχωρίζεται από την κυρίως κοίτη. Η πύλη έχει πλάτος 8 ποδών (σημείωση:2,44 μέτρα), αλλά στενεύει όσο πλησιάζει προς την κορυφή. Αποτελείται από δύο αντιδιαμετρικά τοποθετημένους λίθους, τοξωτούς, οι οποίοι δεν εφάπτονται, αλλά καλύπτονται από ένα τετράπλευρο λίθο, μήκους 10 ποδών (3,04 μέτρα), ύψους 3 και 1/4 ποδών (0,99 μέτρα), ενώ το χαμηλότερο σημείο είναι 2 και 1/4 ποδών (0,68 μέτρα)…

Σχεδόν απέναντι από τον πύργο, μια μικρή πύλη οδηγεί στον κεντρικό περιτειχισμένο χώρο της πόλης ή του οχυρού. Η εσωτερική πύλη βρίσκεται σε μια πλαγιά. Οι πέτρινοι λίθοι πάνω από την πύλη προεξέχουν. Ο ένας είναι πάνω από τον άλλο, σαν να σχηματίζουν ανεστραμμένο σκαλοπάτι. Ίσως και να υπάρχει ή να υπήρχε και κάτω σκαλοπάτι επικοινωνίας, το οποίο τώρα να είναι θαμμένο στη γη και στα ερείπια. Οι ντόπιοι ονομάζουν την εξωτερική πύλη “Αυλόπορτα”, γιατί στην πραγματικότητα είναι η είσοδος σε ένα είδος αυλής ή θαλάμου του οχυρού, το οποίο αποτελούσε μια καλή προστασία για την εσωτερική πύλη. Δεν έχω δει αλλού κάποιο παρόμοιο δείγμα αμυντικών έργων…»

Επίσης, ο Εζέ περιγράφει την «Αυλόπορτα» ως εξής:

«..Στην άκρη της μύτης, που κατεβαίνει προς τον ποταμό, βρίσκεται η μνημειώδης πύλη που οι χωρικοί την ονομάζουν «Αυλόπορτα» και που αναφέρεται ήδη από τον συνταγματάρχη Ληκ σαν ένα από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία της Ελλάδος. Αυτή σχηματίζει, μαζί με τα έργα που συνδέονται μαζί της, ένα είδος εισόδου που θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν πέμπτο οχυρωματικό έργο. Αντί να «κοιτάζει» προς την όχθη του Αχελώου, είναι στραμμένη προς το πλάι και «κοιτάζει» προς το νότο. Μια χοντρή και ακανόνιστη ελληνική κατασκευή, με τεράστιους λίθους, βγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι σαν ένας τεράστιος πύργος, μέσα στον οποίο έχουν ανοίξει ένα πέρασμα πλάτους 2,45 μέτρων και βάθους 11,25 μέτρων. Η πόρτα, ύψους 4,35 μέτρων έχει ένα ημικύκλιο σαν τις μικρές πόρτες του Καραβασαρά (σημείωση: Αμφιλοχία) και του Σωροβιγλίου (σημείωση: Στράτος). Δηλαδή, ο θόλος (τόξο) της φαίνεται μόνο με δύο λίθους που πλησιάζουν και που σχηματίζουν ένα ημικύκλιο. Η διευθέτηση αυτή είναι εύκολο να γίνει, όταν είναι μικρή η κλίμακα. Αλλά ο ταξιδιώτης, που θα βρεθεί ξαφνικά μπροστά σε αυτά τα μνημεία, αφού θα έχει περάσει μέσα από τις βελανιδιές και αναρριχώμενα φυτά, θα εκπλαγεί βλέποντας να στρογγυλεύει πάνω από το κεφάλι του το τόξο μιας μεγάλης πύλης με δύο απλώς λίθους. Παρά τις κολοσσιαίες διαστάσεις των λίθων, που χρησιμοποίησαν, οι εργάτες δεν μπόρεσαν να τις ταιριάξουν: χρειάστηκε, για να κρατηθεί και να ολοκληρωθεί το τόξο, να μπει και ένα πρέκι μήκους τριών μέτρων, το οποίο ακόμα βρίσκεται εκεί. Αναμφίβολα, χρειάζεται στην τοποθέτηση των λίθων και στην ισορροπία μιας σειράς από πέτρες που τοποθετούνται στο χώρο, πολύ περισσότερη επιστήμη και τέχνη απ’ ό,τι σε μια χονδροειδή απομίμηση που καταργεί κάθε κατασκευαστική δυσκολία. Ωστόσο, όταν βλέπουμε το τόξο αυτό που σχηματίζεται από δύο κομμάτια, δεν μπορούμε να μη θαυμάσουμε την, δεν ξέρω και εγώ, δεξιοτεχνία ή την τόλμη, όταν δεν διαθέτεις την τέχνη, που είναι ακριβώς και η τέχνη των πρωτόγονων ή άξεστων λαών. Ο ίδιος ο χονδροειδής χαρακτήρας των υλικών και η αδεξιότητα στην εκτέλεση, οι ακανόνιστες πέτρες, ο κύκλος που είναι άσχημα σχεδιασμένος, προσθέτουν αυτή τη συνολική εντύπωση και ενισχύουν το παράξενο θέαμα.

Κατά τα άλλα, η «Πόρτα» στο Παλαιό-Μάνι, με τα υπόλοιπα έργα που την περιβάλλουν, είναι ίσως λιγότερο παλαιά από τα κυκλώπεια τείχη των οχυρών. Οι Ακαρνάνες, υιοθετώντας τις στρογγυλές αυτές μορφές για τη στρατιωτική τους αρχιτεκτονική, δεν προσέθεσαν πολύ μεγαλύτερη λεπτότητα ή φροντίδα απ’ ό,τι στο παρελθόν: εξακολουθούσαν να έχουν την επιβλητική σταθερότητα, έστω και πιο άγρια και πιο μαζική, των πρώτων χρόνων. Εδώ, όπως και στις πιο μικρές πόρτες του Καραβασαρά, το τόξο, που διακρίνεται μόνο από τα έξω, δεν συνεχίζει στο εσωτερικό της οικοδομής. Το πλατύ πέρασμα, που ακολουθεί την πόρτα, ήταν σκεπασμένο από μια σειρά τεράστιων και ίσων λίθινων τεμαχίων  Δύο από αυτά συνεχίζουν και υπάρχουν και σήμερα στη θέση τους. Το δεύτερο είναι μόλις 2,15 μέτρων από το έδαφος, περίπου στο ήμισυ του ύψους του πρώτου: είναι προφανές ότι το πέρασμα κόνταινε απότομα προς το μέσον του.

Όταν έχει περάσει κανείς την πόρτα, βρίσκεται κλεισμένος μέσα σε ένα μικρό οχυρό σε σχήμα ακανόνιστου τετραγώνου, που είναι μάλλον μακρύ, παρά πλατύ. Η μόνη είσοδος από αυτό το είδος της πύλης στο πρώτο οχυρό της πόλης είναι μια μικρή πόρτα πλάτους μόλις 1,40 μέτρων. Καθώς το έδαφος αρχίζει να υψώνεται αρκετά γρήγορα, η πόρτα αυτή υψώνεται και αυτή ακολουθώντας το πάχος του τείχους. Οι τέσσερις ίσοι λίθοι, που την καλύπτουν, σχηματίζουν το καθένα μια μύτη (εξοχή) και είναι βαλμένα σαν τα σκαλοπάτια μιας ανάποδης σκάλας. Ίσως αν έσκαβε κανείς να έβρισκε και στο δάπεδο τέσσερα αντίστοιχα σκαλοπάτια. Να, μια ιδιαίτερα άβολη είσοδος για πόλη: και μόνο με αυτή την ένδειξη μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο απλή και πρωτόγονη ήταν η ζωή των κατοίκων. Έτσι, η μεγάλη πόρτα που είχαν κατασκευάσει ήταν απλώς για τα μάτια: δεν μπορούσαν να μπουν στο οχυρό τους ούτε με αμάξια ούτε με τα ζώα, αν κουβαλούσαν πράγματα. Ένας έφιππος ήταν αναγκασμένος να κατέβει στο έδαφος. Όλα θυσιάζονταν για την ασφάλεια του χώρου, που μοιάζει μάλλον να ήταν για να μπορεί να αμυνθεί κανείς παρά για να χρησιμοποιηθεί για την επιβίωσή του. Αναρωτιέται μάλιστα κανείς πώς μπορούσαν, σε μια επείγουσα στιγμή, να βάλουν μέσα τις σοδιές τους, τα κοπάδια τους και τα εργαλεία τους…».

 Η εσωτερική πύλη και ο λιθόστρωτος δρόμος

Όπως παρατηρήσατε, ο Εζε κάνει μιαν εκπληκτική περιγραφή της εσωτερικής πύλης, που βρίσκεται  λίγα μέτρα μετά την «Αυλόπορτα». Από την εσωτερική αυτή πύλη,  τα δύο τείχη του κεντρικού περιτειχισμένου χώρου ανεβαίνουν  στην τετράγωνη Ακρόπολη στην  κορυφή του λόφου. Το ένα τείχος στα δεξιά ανεβαίνει απ΄ ευθείας, ενώ το αριστερό όχι και τόσο (διαμορφώνει μια καμπύλη).  Αυτή την εσωτερική πύλη  άρχιζε ο λιθόστρωτος δρόμος που ένωνε  την «Αυλόπορτα» με την Ακρόπολη. Αυτόν τον λιθόστρωτο δρόμο, παρά τις καταστροφές που έχει προκαλέσει η χρήση του από τους κατοίκους του χωριού μέχρι και το 1955, όταν φέρνανε  νερό από τον ποταμό σε βαρέλια πάνω σε άλογα ή γαϊδούρια, είναι εμφανής σε πολλά σημεία και αποτυπώθηκε  από τον πολιτικό μηχανικό  Μάκο Κατσαρό τον Ιούνιο του 2000 με δαπάνη της Εταιρείας Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας, με σκοπό να ενταχθεί το έργο στο Κοινοτικό Πρόγραμμα. Αλλά, για αυτό τον λιθόστρωτο δρόμο λεπτομέρειες σε προσεχές σημείωμα…

Η «Αυλόπορτα» της Παλαιομάνινας με ξύλινο «νάρθηκα» από το 1997
Στιγμιότυπο από την επίσκεψη του αρχαιολόγου Λάζαρου Κολώνα στην υπό κατάρρευση «Αυλόπορτα» το 1997

Θέματα που ενδιαφέρουν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.